Supreme Court dismisses appeal on debt offsetting, citing proper application of civil procedure and substantive law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a debt offsetting dispute. The appellant argued that the lower court improperly relied on excluded evidence and misapplied burden of proof rules, while the respondent maintained the trial court correctly applied the law. The court found the appellant's arguments baseless because the lower court properly considered the specific rules governing evidence for offsetting claims and correctly allocated the burden of proof.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the lower court correctly applied substantive and procedural rules regarding evidence and burden of proof in debt offsetting cases, and that arguments claiming improper reliance on excluded evidence are unfounded when the specific legal framework permits such evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1747 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1747/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Λαδά.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Χ. κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Μπιλίση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15916/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2502/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1924/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 1396/2011 απόφαση την αναίρεση της οποίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 26-1-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 1-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, την οποία καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, οι συμβαλλόμενοι έχουν την δυνατότητα με εξώδικες δικονομικές συμβάσεις να καθορίζουν ότι ορισμένο κρίσιμο για τις σχέσεις τους γεγονός αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνο με ορισμένο μέσο, είτε αυτό προβλέπεται ως αποδεικτικό μέσο από την διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ ή τις υπόλοιπες διατάξεις του Κώδικα αυτού ή άλλου νόμου, είτε όχι.
Οι συμφωνίες αυτές είναι έγκυρες αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν προσκρούουν στη δημόσια τάξη. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως, αλλιώς απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι. Η ρύθμιση που καθιερώνει η εν λόγω διάταξη είναι ειδική και γι` αυτό υπερισχύει των διατάξεων της τακτικής ή της ειδικής διαδικασίας με την οποία εκδικάζεται, κατά τα λοιπά, η ανακοπή, αποσκοπεί δε με το απαράδεκτο που προβλέπει, στην αποφυγή παρελκύσεως της εκτελεστικής διαδικασίας και τον περιορισμό των περί την εκτέλεση δικών, ώστε να μη αποδυναμώνονται οι εκτελεστοί τίτλοι με την καθυστέρηση της εκτελέσεώς τους.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όπως απ` το περιεχόμενο και το σκοπό της προκύπτει, αλλά και από το γεγονός ότι αφορά δίκες περί την εκτέλεση, όπου οι απαιτήσεις είναι εξοπλισμένες με εκτελεστό τίτλο, άμεση απόδειξη δεν σημαίνει απλώς προαπόδειξη, με την οποία, αν και την προυποθέτει, δεν ταυτίζεται εννοιολογικώς, αλλά απόδειξη των αποσβεστικών της εκτελούμενης απαιτήσεις ισχυρισμών, κατά την υποβολή τους, μόνο με έγγραφα ή δικαστική ομολογία (ΟλΑΠ 10/1993).
Κατά την έννοια του άρθρου 933 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., άμεση απόδειξη καλύπτουν τα ιδιωτικά έγγραφα τα οποία φέρουν την υπογραφή του εκδότη τους (δανειστή) και αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση εξόφλησης που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη τους επιτρεπομένης ανταπόδειξης κατ` αρθρ. 443 έως 445 του ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 10/1993, ΑΠ 1051/2010), ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 352-353 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ομολογία θεωρείται η έκθεση, αποδοχή ή αναγνώριση γεγονότος επιβλαβούς, για τον ομολογούντα (ΑΠ 731/1999) Σύνθετη δε είναι η ομολογία όταν ο διάδικος παραδέχεται τα θεμελιωτικά ισχυρισμών του αντιδίκου του περιστατικά, αλλά επικαλείται και άλλα που δεν περιέχονται στους ισχυρισμούς του αντιδίκου του και τα οποία συνθέτουν προσθήκη ή περιορισμό ωφέλιμο γι' αυτόν.
Η διάταξη του άρθρου 353 εδ. τελ. Κ.Πολ.Δ., διακρίνει μεταξύ αυτοτελούς και μη αυτοτελούς γεγονότος που είναι επωφελές για τον ομολογούντα ορίζοντας ότι ¨Αν το πραγματικό γεγονός το ωφέλιμο για εκείνον που ομολογεί δεν είναι αυτοτελές, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την ομολογία". Εξάλλου κατά το άρθρο 416 ΑΚ "Η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή".
Η καταβολή για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής, ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση (ΑΠ 44/2004). Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής και εκείνης του άρθρου 422 του ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης, εναγόμενος για την πληρωμή ορισμένου χρέους εάν ισχυρισθεί ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ` αυτό αναφέρεται η δίκη.
Μόνο δε αν ο δανειστής (ενάγων) -αποδεχόμενος την καταβολή- αντιλέγει με αντένσταση, ισχυριζόμενος ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή αφορά όχι το επίδικο, αλλά χρέος του οφειλέτη προς αυτόν από άλλη αιτία, τότε ο δανειστής επί τη αρνήσει του οφειλέτη υποχρεούται ν` αποδείξει την ύπαρξη του άλλου χρέους, οπότε στον οφειλέτη απόκειται περαιτέρω με αντένσταση να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επίδικου χρέους με μονομερή από αυτόν καθορισμό του εξοφλητέου από τα περισσότερα χρέη βάσει του άρθρου 422 του ΑΚ (ΑΠ 892/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την 46396/17-11-2005 ανακοπή, ζήτησε την ακύρωση της αναγκαστικής εκτελέσεως, που επισπεύδει σε βάρος της ο καθού και ήδη αναιρεσείων με εκτελεστό τίτλο το .../1995 συμβόλαιο πωλήσεως ακινήτου.
Επί της ανακοπής εκδόθηκε η 15916/2006 απορριπτική αυτής απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από έφεση της ανακόπτουσας, η 2502/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική επ` αυτής κατ` ουσία κρίση. Κατά της αποφάσεως αυτής η ανακόπτουσα άσκησε την, από 11-2-2007 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας η 1924/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε η απόφαση του Εφετείου για έλλειψη νόμιμης βάσης και παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Με αυτή το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με εκτελεστό τίτλο το .../1995 συμβόλαιο πώλησης...κατασχέθηκε αναγκαστικά με την 797/11-10-2005 κατασχετήρια έκθεση...α) η ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου, μετά του επ' αυτού διωρόφου κτίσματος, που βρίσκεται στη …και β) η ψιλή κυριότητα του δικαιώματος μεταφοράς συντελεστή δόμησης στο προαναφερθέν ακίνητο, που ανήκαν στην ανακόπτουσα, προκειμένου να ικανοποιηθεί απαίτηση του καθού η ανακοπή ποσού 60.000 ευρώ, η οποία αποτελεί μέρος της εναντίον της συνολικής απαίτησης 74.226,50 ευρώ από υπόλοιπο τιμήματος του πωληθέντος από τον τελευταίο στην ανακόπτουσα ακινήτου (διαμερίσματος) με το πιο πάνω συμβόλαιο....Με σχετικό όρο του..
συμφωνήθηκε ότι η εξόφληση του τιμήματος, που ήταν καταβλητέο μέχρι την 30-12-1997, θα αποδεικνύεται αποκλειστικά α) από εξοφλητική απόδειξη του εργολάβου - πωλητή.. ή β) με γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, αποκλείστηκε δε κάθε άλλο μέσο απόδειξης ακόμη και ο όρκος, επιπλέον δε αναγνωρίστηκε στην ανακόπτουσα το δικαίωμα αυτοσύμβασης της υπογραφής εξοφλητικής πράξης με την προϋπόθεση ότι θα προσκόμιζε στη συμβολαιογράφο τα σχετικά έγγραφα....Η ανακόπτουσα για την αγορά του..
ακινήτου έλαβε δάνειο από την.. Τράπεζα ύψους 7.900.000 δρχ., το οποίο εκταμιεύτηκε στις 13-6-1995, με πίστωση στον ..κοινό λογαριασμό που τηρούσαν οι διάδικοι στη παραπάνω Τράπεζα. Ο εφεσίβλητος την 19-7-1995 ανέλαβε από το παραπάνω λογαριασμό το ποσό των 7.993.881 δρχ., το οποίο κατέθεσε στον...έτερο κοινό λογαριασμό που τηρούσαν στην ίδια τράπεζα οι διάδικοι.
Ακολούθως... ο εφεσίβλητος προέβη σε ανάληψη ...και έτσι συνολικά εισέπραξε ολόκληρο το ποσό του εν λόγω δανείου. Επίσης η εκκαλούσα έλαβε δάνειο περί το τέλος του 1995 από τον Οργανισμό Εργατικής κατοικίας ποσού 1.050.000 δρχ., που πιστώθηκε στον ίδιο αρχικό κοινό λογαριασμό... Τον... λογαριασμό διακινούσε αποκλειστικά ο εφεσίβλητος ο οποίος και προέβαινε σε αναλήψεις και καταθέσεις όπως ο ίδιος ομολογεί.
Τα παραπάνω ποσά και του δευτέρου στεγαστικού δανείου με διαδοχικές αναλήψεις ο εφεσίβλητος εισέπραξε....δηλαδή .. εισέπραξε συνολικά...από το κοινό λογαριασμό το ποσό των 8.950.000 δρχ., που προερχόταν από τα παραπάνω στεγαστικά δάνεια. Το γεγονός αυτό ομολογεί ο εφεσίβλητος με τις...προτάσεις του.... Ο ισχυρισμός του....
ότι το ποσό των στεγαστικών δανείων συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθεί για να καλύψει οικονομικές ανάγκες της σχολής κομμωτικής που διατηρούσαν επ' ονόματι της εκκαλούσας - συζύγου του ... και ότι δαπανήθηκε για την εξόφληση κατ' αυτής απαιτήσεων των υπαλλήλων της καθηγητών κομμωτικής, δεν αποδείχθηκε βάσιμος...Ο ίδιος....
ισχυρίζεται ότι οι επί μέρους αναλήψεις στις οποίες προέβη μέχρι την 29-1- 1998 αφορούσαν προσωρινές διευκολύνσεις ολιγοήμερων δανείων του ίδιου από το "κοινό" ταμείο, τα οποία επέστρεφε στο λογαριασμό, αλλά ο εν λόγω ισχυρισμός του αποδεικνύεται.....Ο έτερος ισχυρισμός του.. ότι το ποσό των στεγαστικών δανείων διατέθηκε για την κάλυψη οικονομικών υποχρεώσεων της επιχείρησης κομμωτικής ..δεν αποδείχθηκε βάσιμος, αφού...
δεν ταυτίζονται οι επί μέρους αναλήψεις στις οποίες αυτός προέβη, με αντίστοιχες καταβολές προς τις εν λόγω υπαλλήλους...... Οι επικαλούμενες αυτές καταβολές πραγματοποιήθηκαν....σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο τόσο από την εκταμίευση των δανείων...όσο και τη δήλη ημέρα πληρωμής του υπολοίπου τιμήματος... με ρητή μάλιστα μνεία στη τελευταία απόδειξη στη θέση "ο καταβαλών" με το όνομα και την υπογραφή του εφεσιβλήτου , "δια χειρός και εξ ιδίων" ..που υποδηλώνει ότι το ποσό της εν λόγω απόδειξης καταβλήθηκε αποκλειστικά από χρήματα του ιδίου και όχι της εκκαλούσας.
Επίσης ..αποδεικνύεται ότι τα μισθώματα του πωληθέντος σ' αυτή ακινήτου.... συνέχιζε να τα εισπράττει ο εφεσίβλητος.... και έτσι εισέπραξε το συνολικό ποσό των 945.000 δρχ., γεγονός που ο ίδιος ομολογεί. Επίσης εισέπραξε και το ποσό των 130.000 δρχ., από τη νέα μισθώτρια..... ενώ ο ισχυρισμός του ότι τα ποσά αυτά των μισθωμάτων απέδιδε στην ανακόπτουσα δεν αποδείχθηκε βάσιμος...
Έτσι από τη σύνθετη αυτή ομολογία του εφεσιβλήτου, που εκτιμάται ελεύθερα, αποδεικνύεται ότι και το ποσό των μισθωμάτων, συνολικού ύψους... 1.075.000 δρχ..... εισέπραξε ο ίδιος ..για τη κάλυψη μέρους του τιμήματος που του όφειλε η εκκαλούσα.
Συνεπώς, αφού από το χρόνο της εκταμίευσης και κατάθεσης στο κοινό λογαριασμό των στεγαστικών δανείων ... το λογαριασμό αυτό διακινούσε μόνος ο τελευταίος, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα τραπεζικών ενταλμάτων πληρωμής - αναλήψεων και το αντίγραφο του βιβλιαρίου, γεγονός που και ο ίδιος ομολογεί, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα κατέβαλε και ο εφεσίβλητος εισέπραξε ολόκληρο το ποσό των δανείων και κατά το αντίστοιχο ποσό των 8.950.000 εξοφλήθηκε το οφειλόμενο τίμημα...και το υπόλοιπο ποσό του οφειλομένου τιμήματος εξοφλήθη με την είσπραξη εκ μέρους του εφεσιβλήτου των 1.075.000 δρχ...
Από τη σύνθετη ως άνω ομολογία του... η οποία δεν αποκλείσθηκε από τη... δικονομική σύμβαση ..περί των επιτρεπομένων αποδεικτικών μέσων ... αποδεικνύεται ότι το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος είχε εξοφλήσει η εκκαλούσα πριν την επιβολή της κατάσχεσης... Επομένως...ακύρως επισπεύστηκε εναντίον της ..αναγκαστική εκτέλεση...Πρέπει επομένως..
κατά το βάσιμο...δεύτερο λόγο της έφεσης...περί εξόφλησης, να ακυρωθεί η ...έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως και η... περίληψη αυτής..." Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361, 416 επ. 422 ΑΚ που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών διατάξεων και ειδικότερα: 1ον) ως προς τη βασιμότητα του δεύτερου λόγου ανακοπής περί εξοφλήσεως του πιστωθέντος τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος, με καταβολή του από την αναιρεσίβλητη και είσπραξη από τον ήδη αναιρεσείοντα, 2ον) ως προς την αβασιμότητα της αντενστάσεως του αναιρεσείοντος ότι οι εν λόγω καταβολές αφορούσαν όχι το επίδικο, αλλά άλλο χρέος της αναιρεσίβλητης και την εντεύθεν αβασιμότητα του αρνητικού του δεύτερου λόγου της ανακοπής περί αποσβέσεως της απαιτήσεως δια καταβολής, ισχυρισμού του, κατά τον οποίο από τον κοινό αυτού και της αναιρεσίβλητης λογαριασμό στον οποίο είχαν κατατεθεί τα εν λόγω τραπεζικά δάνεια, πραγματοποίησε ισόποσης αξίας αναλήψεις για την εξόφληση απαιτήσεων σε βάρος αυτής (των καθηγητών κομμωτικής).
Και τούτο διότι, ο ισχυρισμός αυτός του ήδη αναιρεσείοντος, που διατύπωσε ως εφεσίβλητος, με τις προτάσεις του και οι οποίες παραδεκτώς επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ως σύνθετη ομολογία, με ωφέλιμο για αυτόν πραγματικό γεγονός μη αυτοτελές, εμπίπτει στο αντικείμενο της επιτρεπτώς συνομολογηθείσας δικονομικής συμβάσεως περί των επιτρεπομένων αποδεικτικών προς βεβαίωση της αποσβέσεως της απαιτήσεως του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, (για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η προσβαλλομένη με την ένδικη ανακοπή αναγκαστική εκτέλεση), όπως τα ανωτέρω έγιναν δεκτά αμετακλήτως με την προαναφερθείσα 1924/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, στηρίχθηκε ακριβώς στη σύνθετη αυτή ομολογία του ήδη αναιρεσείοντος, την οποία ομολογία εκτίμησε ελευθέρως καθεαυτή, ενόψει του μη αυτοτελούς επωφελούς για τον αναιρεσείοντα ως άνω ισχυρισμού του, τον οποίο απέρριψε ως μη αποδειχθέντα.
Οι αποδιδόμενες περαιτέρω αιτιάσεις περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων του Ν. 5638/1932 "Περί καταθέσεως εις κοινόν Λογαριασμόν", όπως ισχύει και των άρθρων 480 επ. και 499 ΑΚ αλυσιτελώς προβάλλονται καθόσον δεν πρόκειται στη συγκεκριμένη περίπτωση περί αναγωγής μεταξύ περισσοτέρων δανειστών.
Συνακόλουθα τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του, το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του, τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του και τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα Αβάσιμοι είναι επίσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο πρώτος και δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο σκέλος τους, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 α' Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική αυτή πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, "για την απόδειξη των ισχυρισμών..
στηρίχθηκε σε αποδεικτικά μέσα που είχαν αποκλεισθεί από την προδιαληφθείσα δικονομική συμφωνία.." Και τούτο διότι, η προκείμενη "σύνθετη αυτού ομολογία", με ωφέλιμο για εκείνον πραγματικό γεγονός μη αυτοτελές, "εμπίπτει στο αντικείμενο της επιτρεπτώς συνομολογηθείσης δικονομικής συμβάσεως περί των επιτρεπομένων αποδεικτικών προς βεβαίωση της αποσβέσεως της απαιτήσεως" του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης και στη ρύθμιση που καθιερώνει η διατάξη του άρθρου 933 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., ως ειδική, καθόσον αφορά την απόδειξη των αποσβεστικών της εκτελούμενης απαίτησης ισχυρισμών, κατά την υποβολή τους και με δικαστική ομολογία.
Συνακόλουθα, το Εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, κατά την εξαγωγή και διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ουδόλως έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους αναιρετικούς αυτούς λόγους είναι αβάσιμα. Αβάσιμος είναι επίσης ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια.
Και τούτο διότι, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης, ουδόλως προκύπτει ότι το Εφετείο μετέφερε εσφαλμένα το βάρος αποδείξεως, δοθέντος ότι, σύμφωνα με αυτές, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη άλλου χρέους της ανακόπτουσας προς τον καθού, ώστε να τύχει εφαρμογής ο καθοριζόμενος με τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ καταλογισμός επί πλειόνων χρεών και να υποχρεωθεί η τελευταία να αποδείξει, ότι οι καταβολές εγένοντο προς εξόφληση του επίδικου χρέους με μονομερή εκ μέρους της καθορισμό τούτου από περισσότερα χρέη της, κατά τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσας, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τον αναιρετικό αυτό λόγο είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 26-1-2012 αίτηση του Γ. Κ., για αναίρεση της 1396/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ