Legislator Case Law & Legislation
1747/2011 AI generated

1747/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1747/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9/9/2004, 15/9/2004 και 20/9/2004 αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, των ως άνω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν.

Legislator headnote

AI generated

1747/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 22.9.2010 κλήση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου φέρεται προς συζήτηση η από 19.6.2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της υπ'αριθ. 554/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, μετά την έκδοση της υπ'αριθ. 1162/2010 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ελλείψει κλητεύσεως όλων των διαδίκων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1747 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1747/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα ---

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νομίμως εκπροσωπείται από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου του Αλέξανδρου Ροϊλού, Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. με δήλωση παράστασης κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Ν. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Α. Σ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Ράπτη και δεν κατέθεσε προτάσεις, 3) Κ. Ζ., 4) Α. Ζ., 5) Θ. Ζ., 6) Γ. Σ. του Λ., κατοίκων ..., 7) Γ. Σ. του Β., κατοίκου ..., 8) Σ. Σ., κατοίκου ...,9) Α. ή Κ. Σ., 10) Ν. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 11) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΛΤΣΟΠΟΙΪΑ Ζ. ΑΒΕΕ", με το διακριτικό τίτλο "Ζ. ΑΒΕΕ" που εδρεύει στο ..., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9/9/2004, 15/9/2004 και 20/9/2004 αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, των ως άνω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η 554/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείον με την από 19/6/2006 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1162/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο δεύτερος αναιρεσίβλητος με την από 22/9/2010 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 13/4/2010 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη Ευτύχιου Παλαιοκαστρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμό 1 Κπολ.Δ. και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που κλητεύθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 22.9.2010 κλήση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου φέρεται προς συζήτηση η από 19.6.2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της υπ'αριθ. 554/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, μετά την έκδοση της υπ'αριθ. 1162/2010 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ελλείψει κλητεύσεως όλων των διαδίκων.

Όπως, δε προκύπτει, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες υπ'αριθ. 9482Β/25.5.2011, 9483Β/25.5.2011, 9484Β/25.5.2011, 9485Β/25.5/2011, 9486Β/25.5.2011, 9487Β/25.5.2011, 9488Β/25.5.2011, 9489Β/25.5.2011, 9506Β/27.5.2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου Γ. Α.Χ. και την υπ'αριθ. 973Γ/30.5.2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ.

Κ.Δ., ακριβή αντίγραφα της κλήσεως αυτής, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίσθηκε αρμοδίως δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς όλους τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους. Εξ άλλου, από τις ίδιες εκθέσεις επιδόσεως προκύπτει, ότι, κατά τον αυτό χρόνο, επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους και ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών.

Το αρμόδιο τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την υπ'αριθ. 1174/2006 γνωμοδότησή του, όπως προκύπτει από αυτή, γνωμοδοτεί αρνητικώς επί του πρώτου και τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως δεν εισάγονται προς κρίση, κατ' άρθρον 12 παρ. 2 του Ν.2298/1995, όπως ίσχυε, προ της καταργήσεώς του με το άρθρο 13 παρ.1 του Ν.3790/2009.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ (Ολ) 7/2006).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 17 παρ. 1, 2, και 4 του Συντάγματος (2001) α) Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτήν δεν μπορούν να ασκούνται εις βάρος του γενικού συμφέροντος, β) Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, γ) Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια.

Νόμος μπορεί να προβλέψει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με την απαλλοτρίωση καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών. Το δε άρθρο 18 παρ. 1 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (ν.2882/2001) ορίζει ότι η αποζημίωση του απαλλοτριωμένου καθώς και η τυχόν κατά τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 13 ιδιαίτερη αποζημίωση, προσδιορίζεται (με δικαστική απόφαση) κατά τη διαγραφόμενη στα άρθρα 18-20 του νόμου αυτού ειδική διαδικασία.

Η έννοια της διάταξης, η οποία πρέπει να ερμηνευθεί με βάση την ανωτέρω διάταξη του Συντάγματος καθώς και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης που κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974 και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζει δε ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του....", είναι ότι αντικείμενο της δίκης του καθορισμού αποζημίωσης είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανομένη, δηλαδή η χορήγηση αποζημίωσης σε σχέση με τη αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτη αυτού, όπως η ύπαρξή της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτρίωσης αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη.

Συνεπώς, ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 και 18 παρ.1 του ν.2882/2001 περιορισμός της αρμοδιότητος του Εφετείου σε μόνο τον προσδιορισμό της αποζημίωσης και της ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ. 4 του ν.2882/2001 είναι ανίσχυρος, γιατί προσκρούει στην ως άνω διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Επομένως, αν στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, υποβληθεί αίτημα για την αναγνώριση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό ότι δεν είναι ωφελούμενος και συνεπώς δεν υποχρεούνταν σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών ούτε σε αυτοαποζημίωση, το Εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαία κατά τη διαδικασία αυτή:

α) τη χορήγηση αποζημίωσης, σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, β) την αναγνώριση δικαιούχων της αποζημίωσης, γ) την ύπαρξη ή όχι ωφελείας του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό και εντεύθεν την υποχρέωση ή μη συμμετοχής στις δαπάνες απαλλοτρίωσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν.653/1977 και δ) το αίτημα περί δικαστικής δαπάνης (ΑΠ (Ολ) 10/2004).

Εξ άλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του ν.2971/2001 το τεκμήριο ωφελείας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν.653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου. Κατά δε την παράγραφο 2 του ιδίου ως άνω άρθρου ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφελείας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης.

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από αυτές διαδικασία για την αναγνώριση ή μη της ύπαρξης ωφελείας ιδιοκτητών απαλλοτριουμένων κατά τις διατάξεις του ν.653/1077 δεν εμποδίζει τον δικαιούχο της αποζημίωσης να υποβάλει το αίτημά του για άρση του τεκμηρίου της ωφελείας σωρευτικά με το αίτημά του για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου, διότι στην αντίθετη περίπτωση θα υπήρχε απαγόρευση που θα προσέκρουσε στην ως άνω διάταξη του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Στην περίπτωση αυτή της συνεκδίκασης του αιτήματος για την άρση του τεκμηρίου της ωφελείας με εκείνο του καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης δεν εφαρμόζεται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε και η προδικασία που προβλέπονται από το ν/2971/2001 οι οποίες μπορούν να εφαρμοστούν μόνο αν υποβληθεί χωριστό αίτημα για άρση του τεκμηρίου.

Συνεπώς, σε περίπτωση της συνεκδίκασης των ανωτέρω αιτημάτων δεν απαιτείται και η τήρηση της προθεσμίας των δύο (2) μηνών που προβλέπεται από το άρθρο 33 παρ. 3 του ν.2471/2001 και η μη τήρηση αυτής δεν καθιστά απαράδεκτο το αίτημα άρσεως του τεκμηρίου ωφελείας. Στην προκειμένη περίπτωση η ένατη αναιρεσίβλητη με αίτησή της ενώπιον του Εφετείου Πατρών ζήτησε, εκτός των άλλων, να ανατραπεί το τεκμήριο αυτοαποζημιώσεώς της ως παρόδιας ιδιοκτήτριας και ωφελουμένης λόγω της ένδικης απαλλοτριώσεως από την απόκτηση προσώπου στην Εθνική οδό κα να αναγνωριστεί ότι δεν είχε καμία ωφέλεια και δεν είναι υποχρεωμένη να συμμετέχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης ώστε να λάβει αποζημίωση και για το εναπομείναν τμήμα της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας της εμβαδού 191 τ.μ.

Η αίτηση αυτή της αναιρεσίβλητης παραδεκτά σωρεύθηκε στο ίδιο δικόγραφο με την αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και συνεπεία τούτου ορθά δεν τηρήθηκε η προδικασία του άρθρου 33 παρ. 1, 3 του ν.2951/2001. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, 17 παρ. 1, 2, .... 4 του Συντάγματος (2001), 13 παρ. 4, 18 παρ. 1 του ν.2882/2001.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, που κατ' ορθή εκτίμηση εμπίπτει στον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι με το να μην απορρίψει το Εφετείο το αίτημα της ένατης αναιρεσίβλητης για άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τέλος, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου, ότι δηλαδή με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν αναφέρεται, κατ' ορθή εκτίμηση, σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά δικονομικού τοιούτου, όπως είναι αυτή του άρθρου 33 παρ.1 και 3 του ν.2971/2001 και δεν ιδρύει τον από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1089/2007).

Από τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 4 του ν.2882/2001 "ΚΑΑΑ", προκύπτει ότι: α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, β) η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες διατάξεις, γ) το άρθρο 22 του ν.3693/1957 δεν εφαρμόζεται, δ) η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή αποζημίωση, αποτελεί, ως προς την δικαστική δαπάνη, τίτλο εκτελεστό εις βάρος του υποχρέου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι απεδέχθησαν την απόφαση αυτή ή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, ε) σε περίπτωση ασκήσεως εμπροθέσμου αιτήσεως, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για την δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για την δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και στ) στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18, 19 και 20 του αυτού, ως άνω, νόμου, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, δηλαδή ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως (προσωρινός ή οριστικός) και συνεπώς μια αμοιβή του δικηγόρου, σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης, ορίζεται (άρθρα 100 παρ. 1, 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων).

Έτσι, σε περίπτωση ασκήσεως εμπροθέσμου αιτήσεως για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημιώσεως στο Εφετείο, μετά τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει 1) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (αρθρ. 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου καθώς και την παράστασή του ενώπιον του Εφετείου (άρθρ. 109 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου, σε ποσοστό επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημιώσεως και ειδικότερα:

α) σε ποσοστό 2% για τη σύνταξη αιτήσεως ή ανταιτήσεως δι' ιδίου δικογράφου ή κυρίας παρεμβάσεως, δι' ιδίου δικογράφου, β) ποσοστό 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή της δια ιδίου δικογράφου ασκηθείσας κυρίας παρεμβάσεως και γ) ποσοστό 2% για την άσκηση ανταιτήσεως δια των προτάσεων, ή κυρίας παρεμβάσεως δια των προτάσεων ή την σύνταξη απλών προτάσεων του καθ'ού, κατά τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, 103, 107 παρ. 1 και 110 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, προσδιόρισε την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των ήδη αναιρεσιβλήτων οι οποίοι άσκησαν αυτοτελή αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των, ενώπιον αυτού, με τον προσωρινό καθορισμό της αποζημιώσεως από το Μονομελές Πρωτοδικείο, σε ποσοστό 6% επί του ποσού της αποζημιώσεως, αντί του ποσοστού 2% επί του αυτού ποσού και 1% για την σύνταξη των προτάσεων, ήτοι ποσοστού 3% συνολικώς, σε ποσοστό 4% για όσους άσκησαν παρέμβαση και ανταίτηση, και σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημιώσεως αντί του ποσοστού 2% για κάθε παράσταση για τον προσωρινό ή οριστικό καθορισμό της αποζημιώσεως και 1% για όσους είχαν συντάξει και καταθέσει προτάσεις.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και πρέπει ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των διατάξεων αυτών, με εσφαλμένη εφαρμογή, να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας τους (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθμ. 554/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το κεφάλαιό της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση για το κεφάλαιο τούτο στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και,

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ