Supreme Court dismisses appeal for vague contract claims lacking specific offer and acceptance elements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a contract dispute. The appellant argued that a silent agreement existed based on a 1999 request for bonuses and subsequent re-employment, but the Court found these facts insufficient to constitute a valid offer and acceptance. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the grounds relied upon were vague and did not meet the statutory requirements for a valid legal argument.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific grounds of error with factual basis, and vague assertions lacking clear offer and acceptance elements are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1747 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1747/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσακίρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΤΕ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ - ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "ΞΕΝΤΕ Α.Ε.", στην οποία συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από αυτήν η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΡΚ ΚΛΑΜΠ Ξενοδοχειακές Τουριστικές και Εμπορικές Επιχειρήσεις Ανώνυμος Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ψ2, 3) Ψ3 και 4) Ψ4, ως νομίμων εκπροσώπων της πρώτης. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ζωητό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 913/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5378/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-3-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 18-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 577 ΚΠολΔ "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο 'Αρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και να αναφέρει, εκτός άλλων, και τους λόγους της αναιρέσεως.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναγράφεται ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ ή, αν πρόκειται για προσβολή αποφάσεως του ειρηνοδικείου ή του πρωτοδικείου που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από τους επίσης περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν περιέχεται στο αναιρετήριο ένας τουλάχιστον τέτοιος λόγος αναιρέσεως, υπάρχει αοριστία του αναιρετηρίου, η οποία καθιστά την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη και εξαιτίας τούτου απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτώση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι ο 2ος αναιρεσίβλητος κατά το χρόνο της συζητήσεως της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δηλαδή στις 12-4-2002, είχε παύσει να εκπροσωπεί την 1η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, κατόπιν δε της παραδοχής του αυτής, αφού δέχτηκε την έφεση κατά της υπ' αριθ. 913/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθόσον είχε ασκηθεί από το 2ο αναιρεσίβλητο και εξαφάνισε την εκκληθείσα αυτήν απόφαση ως προς τον τελευταίο, απέρριψε την ένδικη αγωγή καθόσον απευθυνόταν κατά τούτου, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης "της σχετικής ενστάσεως αυτού περί ελλείψεως παθητικές νομιμοποίησής" του.
Όμως στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχεται κανένας σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως που να αρμόζει στο 2ο αναιρεσίβλητο και συγκεκριμένα λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι όλοι οι λόγοι αναιρέσεως που περιέχονται στο αναιρετήριο αφορούν, όπως από αυτό προκύπτει, διαφορετικά κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά τα πιο κάτω στις λοιπές σκέψεις της παρούσας αποφάσεως σχετικώς διαλαμβανόμενα.
Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως καθόσον απευθύνεται κατά του 2ου αναιρεσιβλήτου (Ψ2), πρέπει, σύμφωνα με τα παράπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
2.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 659 ΑΚ, 1 και 5 παρ.1 του ν.2112/ 1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του ν.3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελευθέρως, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου.
Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος, είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου, δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλ' υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 231 του ΑΚ, της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως, που θεωρείται σαν να μην έγινε, σύμφωνα με τις διατάζεις των άρθρων 174 και 130 του ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτήν ο καταγγέλλων εργοδότης, που αρνείται να δεχτεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό του κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 του ΑΚ. Η καταγγελία δε της εργασιακής συμβάσεως αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και είναι άκυρη, όταν έγινε από εκδίκηση του εργοδότη εξαιτίας συγκεκριμένου γεγονότος, όπως λόγω συμπεριφοράς του μισθωτού, η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική παροχή της εργασίας του αλλά δεν αρέσει στον εργοδότη, ή εξαιτίας εχθρότητας προς το μισθωτό λόγω συνδικαλιστικής του δράσεως, η οποία δεν άρεσε στον εργοδότη και είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχειρήσεώς του, αρκεί ο τελευταίος να τελούσε σε γνώση των σχετικών ενεργειών του εργαζομένου, που αποτέλεσαν την αφορμή για την καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως, είτε για να απαλλαγεί ο τελευταίος (εργοδότης) από το μισθωτό αυτόν, είτε για να εκφοβίσει τους άλλους εργαζομένους ώστε αυτοί να απόσχουν από τη συνδικαλιστική οργάνωση ή δράση.
Εξάλλου, δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως, όταν αυτή δικαιολογείται από τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του εργοδότη, όπως συμβαίνει όταν γίνεται για αποκατάσταση της αρμονικής συνεργασίας και την εμπέδωση της πειθαρχίας μεταξύ των εργατοϋπαλλήλων, όταν αυτές διαταράσσονται εξαιτίας διαμάχης μεταξύ του μισθωτού που απολύθηκε και των συνυπηρετούντων με αυτόν άλλων εργατοϋπαλλήλων.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν.3198/1855, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρείται έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη, περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και, όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ:
Ο αναιρεσείων από την πρόσληψή του στην 1η αναιρεσίβλητη την 1-6-1984 παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι τον Οκτώβριο του 1990 ως σερβιτόρος στο ξενοδοχείο της 1ης αναιρεσίβλητης με το διακριτικό τίτλο "....." επί της λεωφόρου ..... . Από τον Οκτώβριο του 1990 και μέχρι το έτος 1992 εργάστηκε ως "μπάρμαν" στην καφετέρια του ίδιου ξενοδοχείου και στη συνέχεια παρείχε την υπηρεσία του σε κεντρικό εσωτερικό "μπαρ", που εξυπηρετούσε μέσω σερβιτόρων τους χώρους καφετέριας εστιατορίου και "ρούμ σέρβις".
Από 2-4-1997 τοποθετήθηκε από τον τότε διευθυντή της επιχείρησης Α, για να προσφέρει την εργασία του στο τμήμα των "Μίνι Μπαρ", όπου το αντικείμενο εργασίας του ήταν η τοποθέτηση ποτών στα ψυγεία που βρίσκονταν στους ορόφους του ξενοδοχείου. Ήδη κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου με την υπ' αριθ. 2268/1998 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι η 1η αναιρεσίβλητη με την πιο πάνω αλλαγή του αντικειμένου εργασίας του αναιρεσείοντος μετέβαλε μονομερώς και βλαπτικώς σε βάρος αυτού τις συνθήκες εργασίας του.
Η 1η αναιρεσίβλητη έξι μήνες πριν από τη δημοσίευση της ως άνω υπ' αριθ. 2268/31-7-98 αποφάσεως, δηλαδή από 1-2-98 είχε τοποθετήσει τον αναιρεσείοντα ως σερβιτόρο και έτσι αυτός απολάμβανε όλα τα προνόμια που είχε και στην αρχική του θέση στο "μπαρ" και από 12-9-98 στο ίδιο "το μπαρ". Η παραπάνω μεταβολή του αντικειμένου εργασίας του αναιρεσείοντος ήταν η αιτία και η αρχή για τη διεξαγωγή του πιο πάνω δικαστικού αγώνα μεταξύ των διαδίκων.
Όμως αντικείμενο της αντιδικίας τους αποτέλεσε η εμμονή του αναιρεσείοντος στη διεκδίκηση αποζημιώσεως για την απώλεια φιλοδωρημάτων στην περίοδο των εννέα μηνών (2-4-97 έως 1-2-98), κατά την οποία απασχολήθηκε στο "μίνι μπαρ" του ξενοδοχείου της 1ης αναιρεσίβλητης, γι' αυτό και παρά το ότι η τελευταία ακόμη και πριν από την έκδοση της υπ' αριθ. 2268/98 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε τοποθετήσει τον αναιρεσείοντα σε θέση σερβιτόρου που εισέπραττε φιλοδωρήματα, μετά δε την έκδοση της άνω αποφάσεως, συμμορφούμενη πλήρως προς αυτήν επανατοποθέτησε τον αναιρεσείοντα στην αρχική του θέση.
Η δικαστική διαμάχη μεταξύ των διαδίκων συνεχίστηκε και οι δύο αγωγές έφτασαν να κριθούν από το ανώτατο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, το οποίο με τις υπ' αριθ. 177/2001 και 329/2003 αποφάσεις του για την πρώτη και τη δεύτερη αγωγή, αντίστοιχα, δικαίωσε την 1η αναιρεσίβλητη, η οποία, ως εργοδότρια, στη δικαστική αυτή διαμάχη με τον αναιρεσείοντα εργαζόμενο άσκησε τα νόμιμα μέσα άμυνας κατά των διεκδικήσεων του τελευταίου, όπως άλλωστε έπραξε και αυτός.
Όμως δεν αποδείχτηκε ότι η προσφυγή του αναιρεσείοντος στα δικαστήρια και η διεκδίκηση των ως άνω αιτημάτων του δημιούργησαν στους νόμιμους εκπροσώπους της 1ης αναιρεσίβλητης αισθήματα εκδίκησης ώστε προς ικανοποίηση τέτοιων ταπεινών κινήτρων να προβούν στην ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, όπως αβάσιμα με την αγωγή υποστηρίζεται.
Μάλιστα η 1η αναιρεσίβλητη αποκατέστησε τον αναιρεσείοντα στη θέση του και από τότε (2-9-98) μέχρι την 20-1-2000, οπότε έγινε η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του το θέμα αυτό δεν παρήγαγε οποιαδήποτε αντιδικία ή προστριβή μεταξύ των διαδίκων, ενώ όσον αφορά το αίτημα για τα φιλοδωρήματα, το οποίο δημιούργησε τον πιο πάνω δικαστικό αγώνα μεταξύ των διαδίκων, ήδη μετά την έκδοση των υπ' αριθ. 177/2001 και 329/2003 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, το μεν αίτημα της πρώτης αγωγής για αποζημίωση του αναιρεσείοντος λόγω στερήσεως των φιλοδωρημάτων του για το μήνα Απρίλιο με την υπ' αριθμ. 5314/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε τελεσίδικα ότι το αίτημα αυτό είναι μη νόμιμο, το δε αίτημα για τους υπόλοιπους μήνες, που αποτέλεσε το αντικείμενο της δεύτερης αγωγής, με την υπ' αριθ. 329/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου έχει παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών και επομένως η 1η αναιρεσίβλητη ως νικήσασα διάδικος δεν διέτρεχε οποιοδήποτε κίνδυνο να μιμηθούν την ενέργεια του αναιρεσείοντος και άλλοι εργαζόμενοι και προς εκφοβισμό τους να προβεί στην ένδικη καταγγελία της με τον αναιρεσείοντα υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας.
Εξάλλου, δεν αποδείχτηκε ότι η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος οφειλόταν σε ικανοποίηση αισθημάτων εκδίκησης του τελευταίου από τους νόμιμους εκπροσώπους της 1ης αναιρεσίβλητης λόγω της συνδικαλιστικής δράσης του πρώτου. Ειδικότερα σχετικά με τον τελευταίο αυτόν αγωγικό ισχυρισμό το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα εξής:
Ο αναιρεσείων υπήρξε Γεν. Γραμματέας του Συμβουλίου Εργαζομένων στο ξενοδοχείο ... και αναπληρωματικό μέλος του Ε.Κ.Α. για οκτώ χρόνια και μέχρι τις 30-11-98 οπότε και δεν εκλέχτηκε στις σχετικές αρχαιρεσίες το Σωματείου. Όμως δεν αποδείχτηκε κάποια ιδιαίτερη ενέργεια του αναιρεσείοντος ως συνδικαλιστή πλέον της συλλογικής δράσεως αυτού στα πλαίσια των δραστηριοτήτων του Σωματείου Εργαζομένων στο ξενοδοχείο Πάρκ, στη Διοίκηση του οποίου έφερε την ιδιότητα του Γραμματέα, η οποία να όξυνε τις σχέσεις του με την εργοδότρια 1η αναιρεσίβλητη, ώστε αυτή να οδηγήσει σε εκδίκηση του αναιρεσείοντος με την ως άνω απόλυση.
Ακόμη κατά την περίοδο αντιδικίας των διαδίκων 1997-2000 δεν αποδείχτηκε κάποια αντιπαράθεση και γενικά όξυνση των σχέσεων της 1ης αναιρεσίβλητης εργοδότριας και του ίδιου του Σωματείου των Εργαζομένων. Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν αποδείχτηκε ότι η 1η αναιρεσίβλητη εργοδότρια, ασκώντας το διευθυντικό της δικαίωμα για αναιτιολόγητη καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, που τη συνέδεε με τον αναιρεσείοντα, ενέργησε κατά κατάχρηση του δικαιώματος αυτού, ενώ, αντιθέτως, δέχτηκε ότι αποδείχτηκε ότι οι λόγοι της καταγγελίας αφορούν το πρόσωπο και τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ως εργαζομένου τόσο έναντι της επιχείρησης, όσο και έναντι των συναδέλφων του, δεδομένου ότι κατά παράβαση του εσωτερικού κανονισμού της 1ης αναιρεσίβλητης (αρ. 3) πήγαινε στην εργασία του αξύριστος και με βρώμικα ρούχα, ενώ σύμφωνα με τον κανονισμό της επιχειρήσεως όφειλε να ξυρίζεται κάθε μέρα, να είναι εντελώς καθαρός στην αμφίεσή του και γενικά να παρουσιάζει ένα ευπρεπές και πολιτισμένο σύνολο, στις παρατηρήσεις δε των προϊσταμένων του "μαίτρ" άλλοτε ξυριζόταν άλλοτε όχι και πάντα φώναζε όταν του γίνονταν παρατηρήσεις προς τούτο.
Ακόμη ειρωνευόταν και διαπληκτιζόταν με τους συναδέλφους του σερβιτόρους, ότι ήταν περιποιητικοί στους πελάτες και ότι αυτό το έκαναν για να παίρνουν φιλοδωρήματα, ήταν εριστικός και προσβλητικός προς αυτούς με τους οποίους μερικές φορές μάλωνε, όπως με το Β, με τον οποίο όταν εργάζονταν μαζί μάλωναν συνέχεια με φωνές που ακούγονταν και από πελάτες με αποτέλεσμα να μειώνεται η όλη εικόνα της επιχείρησης της 1ης αναιρεσίβλητης ως ξενοδοχείου πολυτελείας.
Για το λόγο δε αυτόν οι προϊστάμενοι αυτού Γ και Δ αναγκάστηκαν να τον αναφέρουν στη Διεύθυνση του ξενοδοχείου. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχτηκε ως βάσιμο το σχετικό λόγο της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο αυτοί παραπονούνταν για το ότι εσφαλμένως δέχτηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με την εκκληθείσα υπ' αριθ. 913/2003 οριστική απόφασή του αφενός ότι η εκ μέρους της πρώτης απ' αυτούς καταγγελία της ένδικης με τον αναιρεσείοντα συμβάσεως εργασίας ήταν άκυρη, ως έχουσα γίνει κατά κατάχρηση δικαιώματος, και αφετέρου ότι, ως εκ τούτου, ο αναιρεσείων δικαιούνταν, συναφώς, μισθούς υπερημερίας από την προαναφερόμενη απόλυσή του και εφεξής λόγω της διϊσχυριζόμενης ακυρότητας της απολύσεώς του αυτής, στη συνέχεια, ύστερα από εξαφάνιση της εν λόγω εκκλήθείσας πρωτόδικης αποφάσεως και διακράτηση της υποθέσεως, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη από 17-3-2000 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το σχετικό μέρος της καθόσον αυτή απευθυνόταν κατά των λοιπών πλην του δεύτερου από τους αναιρεσιβλήτους.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς : α) Δεν παραβίασε την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Και αυτό γιατί, με βάση τις παραδοχές του, η καταγγελία της με τον αναιρεσείοντα υφιστάμενης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου δεν έπασχε οποιαδήποτε ακυρότητα, ως μη έχουσα γίνει κατά κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή για λόγους εκδικήσεως του αναιρεσείοντος ή εξαιτίας εχθρότητας προς αυτόν λόγω συνδικαλιστικής του δράσεως, κατά προφανή υπέρβαση των αντικειμενικών ορίων που τάσσονται από το άρθρο 281 ΑΚ, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση πιο πάνω σχετικώς αναφερόμενα.
Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν αναφορικά με το ότι η ως άνω απόλυση του αναιρεσείοντος δεν έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος και πλήρεις και σαφείς είναι. Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ.
Ειδικότερα, από τις ως άνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πλήρη σαφήνεια και επάρκεια προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία μπορεί με ασφάλεια να κριθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η προαναφερόμενη εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης καταγγελία της με τον αναιρεσείοντα υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας δεν έπασχε οποιαδήποτε ακυρότητα, ως μη έχουσα γίνει, κατά τα αμέσως πιο πάνω υπό το στοιχείο α', κατά κατάχρηση δικαιώματος.
Ενόψει αυτών: 1) Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 231 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και 2) ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 ριθ. 19 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο β', πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από τις αποδείξεις και σαφώς διατυπούμενου στην απόφαση σχετικού πορίσματος αναφορικά με το αμέσως πιο πάνω ζήτημα, που σχετίζεται με τους λόγους · που προκάλεσαν την εκ μέρους της 1ης αναιρεσίβλητης καταγγελία της με τον αναιρεσείοντα υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετική περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
3.- Επειδή, κατά τ άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.
Εξάλλου, η δήλωση βουλήσεως μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή. Ρητή (άμεση) είναι αυτή που γίνεται με λέξεις ή νεύματα, που κατευθείαν εμφανίζουν τη βούληση, και διακρίνεται σε τυπική και άτυπη, Σιωπηρή (έμμεση) είναι η δήλωση βουλήσεως η οποία συνάγεται από πράξεις που γίνονται για άλλο σκοπό, αλλά συμπερασματικώς εμφαίνουν ορισμένη βούληση.
Δηλαδή στη δεύτερη περίπτωση η δικαιοπρακτική βούληση συνάγεται εκ των υστέρων στη συγκεκριμένη περίπτωση σε συνδυασμό με το σύνολο των ειδικών περιστατικών και με κριτήριο την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. 'Ετσι, για το ορισμένο της αγωγής, που στηρίζεται σε σιωπηρή συμφωνία, πρέπει ο επικαλούμενος αυτήν ενάγων να αναφέρει στην αγωγή του, εκτός των άλλων, και την πρότασή του προς κατάρτιση της συμφωνίας, αλλά και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται η σιωπηρή αποδοχή της προτάσεως αυτής εκ μέρους εκείνου προς τον οποίο απευθύνθηκε η πρόταση.
Ειδικότερα, από τα άρθρα 648, 649 και 653 ΑΚ, 3 παρ. 2 ν. 2112/1920 και 6 εδ. ε' του ν. 765/1943 (που επικυρώθηκε με την Π.Υ.Σ. 324 της 30-5-1946) προκύπτει ότι τα φιλοδωρήματα που καταβάλλονται προαιρετικώς στον εργαζόμενο από τους πελάτες της επιχειρήσεως, έναντι της παρεχόμενης σ' αυτούς εξυπηρέτησης, αποτελούν μέρος του μισθού μόνον όταν έχει συμφωνηθεί ρητώς ή σιωπηρώς μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου ότι ο τελευταίος θα αμείβεται και με τα φιλοδωρήματα, τα οποία έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει και να εισπράττει τακτικά, ώστε αυτά να επαυξάνουν τις αποδοχές του.
Αντιθέτως, όταν ο εργαζόμενος λαμβάνει από τους πελάτες φιλοδωρήματα χωρίς ρητή ή σιωπηρή συγκατάθεση του εργοδότη ή εν αγνοία του, δεν πρόκειται για μισθολογική παροχή. 'Ετσι, για το ορισμένο της αγωγής, που στηρίζεται σε σιωπηρή συμφωνία του μισθωτού και του εργοδότη για το ότι ο πρώτος θα αμείβεται και με τα φιλοδωρήματα, τα οποία θα έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει και να εισπράττει τακτικά, ώστε αυτά να επαυξάνουν τις αποδοχές του, θα πρέπει ο επικαλούμενος αυτήν ενάγων μισθωτός να αναφέρει στην αγωγή του, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκτός των άλλων, και την πρότασή του προς κατάρτιση της σχετικής συμφωνίας, αλλά και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται η σιωπηρή αποδοχή της προτάσεως αυτής εκ μέρους του εργοδότη του, προς τον οποίο απευθύνθηκε η εν λόγω πρόταση.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων εξέθεσε στην ένδικη αγωγή του ότι εργαζόταν στην πρώτη αναιρεσίβλητη, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου με αυτήν, από 1-6-1984, αρχικά ως σερβιτόρος και από τον Οκτώβριο του έτους 1990 μέχρι το έτος 1992 με την ειδικότητα του "μπάρμαν" στην καφετέρια του ξενοδοχείου της και έκτοτε συνέχισε να εργάζεται με την ίδια ειδικότητα στο κεντρικό εσωτερικό "μπαρ", στις τις 20-1-2000 η εν λόγω σύμβασή του εργασίας καταγγέλθηκε εγγράφως εκ μέρους της αμέσως πιο πάνω (πρώτης) αναιρεσίβλητης και στο έγγραφο της καταγγελίας αναφερόταν και το ποσό που αντιστοιχεί στη νόμιμη αποζημίωσή του, που θα του καταβαλλόταν σε τρεις δόσεις σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3198/1955, καθώς και ότι η αποζημίωση αυτή δεν ήταν πλήρης, εφόσον δεν είχε συνυπολογιστεί για τον καθορισμό της και το ποσό των 50.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί στα φιλοδωρήματα τα οποία λάμβανε κατά μέσο όρο μηνιαίως και τα οποία δίδονταν από τους πελάτες του ξενοδοχείου κατά τη νυκτερινή βάρδια κατόπιν σιωπηρής συμφωνίας με την 1η αναιρεσίβλητη.
Ζήτησε δε με την αγωγή του αυτήν και να αναγνωριστεί ότι, η ως άνω απόλυσή του ήταν, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.3 του ν. 3193/1955, άκυρη και επειδή η προαναφερόμενη αποζημίωση δεν ήταν πλήρης και να υποχρεωθεί η 1η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 20-1-2000 (χρόνο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας) μέχρι την άσκηση της αγωγής και επικουρικώς, στην περίπτωση κατά την οποία η απόλυσή του ήθελε κριθεί έγκυρη, να υποχρεωθεί η ίδια αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 550.000 δραχμών, με το νόμιμο τόκο, προς συμπλήρωση του ποσού της αποζημιώσεως απολύσεως με συνυπολογισμό στις τακτικές αποδοχές του κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυσή του μήνα, και του ως άνω χρηματικού ποσού των 50.000 δραχμών μηνιαίως για φιλοδωρήματα. 'Ετσι όπως είχε η ένδικη αγωγή, σύμφωνα με τα παραπάνω, ήταν πράγματι κατά τα αμέσως πιο πάνω βάσεις και αιτήματα της αόριστη, εφόσον δεν γίνεται σαφής επίκληση στην αγωγή αυτήν αφενός ότι έγινε πρόταση από τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς εργαζομένους στη, νυχτερινή βάρδια προς σύναψη της επικαλούμενης με την αγωγή σιωπηρής συμφωνίας για τη λήψη φιλοδωρημάτων από αυτούς και αφετέρου δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται η εκ μέρους της 1ης αναιρεσίβλητης σιωπηρή αποδοχή μίας τέτοιας προτάσεως.
Δεν αποτελούν δε ούτε πρόταση εκ μέρους του αναιρεσείοντος προς κατάρτιση τέτοιας συμβάσεως το αναφερόμενο στην αγωγή ότι στις 22-10-1999 ο τελευταίος (αναιρεσείων) κατέθεσε αίτηση στο διευθυντή του ξενοδοχείου της 1ης αναιρεσίβλητης, με την οποία αίτηση ζητούσε την καταβολή ποσού 800.000 δραχμών, που αντιστοιχούσε στα φιλοδωρήματα 16 μηνών, δηλαδή στα φιλοδωρήματα για το χρονικό διάστημα από το Μάϊο του έτους 1997 μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 1992, οπότε και επανατοποθετήθηκε στην προηγούμενη θέση του, αλλ' ούτε και αποδοχή, έστω και σιωπηρή, εκ μέρους της 1ης αναιρεσίβλητης σχετικής προτάσεως η διϊσχυρισθείσα επανατοποθέτηση του αναιρεσείοντος στην προηγούμενη θέση του, εφόσον τα γεγονότα αυτά δεν έχουν τα προσόντα τέτοιων προτάσεως και αποδοχής, αντίστοιχα, προς σιωπηρή κατάρτιση σχετικής συμβάσεως.
Γι' αυτό το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια και ακολούθως, κατά παραδοχή ως βασίμου σχετικού λόγου της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, ύστερα από εξαφάνιση της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή κατά τα αμέσως πιο πάνω βάσεις και αιτήματά της, δεν έσφαλε.
Ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 14 μέρος του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο κήρυξε την ακυρότητα του δικογράφου της ένδικης αγωγής κατά το αμέσως πιο άνω μέρος της, απορρίπτοντάς την κατά το μέρος της αυτό ως αόριστη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος που περιεχόταν στην ένδικη αγωγή του, κατά τον οποίο, ειδικότερα, ισχυρισμό αυτός (αναιρεσείων) στις 22-10-1999 κατέθεσε αίτηση στο διευθυντή του ξενοδοχείου της 1ης αναιρεσίβλητης, με την οποία αίτηση ζητούσε την καταβολή ποσού 800.000 δραχμών, που αντιστοιχούσε στα φιλοδωρήματα 16 μηνών, δηλαδή στα φιλοδωρήματα για το χρονικό διάστημα από το Μάϊο του έτους 1997 μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 1998, οπότε και επανατοποθετήθηκε στην προηγούμενη θέση του, δεδομένου ότι, κατά το λόγο αναιρέσεως, με βάση τα επικληθέντα αυτά πραγματικά περιστατικά στην πραγματικότητα περιέχονταν στην ένδικη αγωγή και το γεγονός της εκ μέρους του αναιρεσείοντος υποβολής έγγραφης προτάσεως στην 1η αναιρεσίβλητη για λήψη φιλοδωρημάτων τουλάχιστον από 22-10-1998, αλλά και το γεγονός ότι η τελευταία σιωπηρώς αποδέχτηκε την πρόταση αυτήν του πρώτου με την επανατοποθέτησή του στην προηγούμενη θέση του, στην οποία εισέπραττε και φιλοδωρήματα, με αποτέλεσμα να συναφθεί μεταξύ αμφοτέρων σχετική σιωπηρή συμφωνία, επί της οποίας στηρίζονταν οι ως άνω σχετικές βάσεις και αιτήματα της ένδικης αγωγής.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί ο ως άνω αγωγικός ισχυρισμός ήταν, ως αόριστος, μη ουσιώδης και ως εκ τούτου μη κρίσιμος, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, τα πιο πάνω περιεχόμενα σ' αυτόν γεγονότα δεν αποτελούσαν, αντίστοιχα, ούτε πρόταση εκ μέρους του αναιρεσείοντος προς κατάρτιση της αμέσως παραπάνω συμβάσεως, αλλ'ούτε και αποδοχή, έστω και σιωπηρή, εκ μέρους της 1ης αναιρεσίβλητης, εφόσον τα γεγονότα αυτά δεν έχουν τα προσόντα τέτοιων προτάσεως και αποδοχής, αντίστοιχα, προς κατάρτιση σχετικής σιωπηρής συμβάσεως, ώστε, ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία δεν λήφθηκε υπόψη ο αμέσως πιο πάνω αγωγικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, να μην ιδρύεται εκ τούτου ο από τη διάταξη του αριθμού 8 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Μαρτίου 2005 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 5378/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ