Supreme Court dismisses appeal against dismissal of claims regarding fixed-term employment contracts under transitional constitutional provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the lower court's decision to reject claims concerning fixed-term employment contracts. The appellant argued that successive short-term contracts covered permanent needs before the new constitution, but the court found the contracts lacked chronological unity due to significant gaps. Consequently, the court ruled that these contracts could not be treated as a single indefinite-term agreement under the transitional provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 103(7), 103(8) of the Constitution; Article 11 of PD 164/2004: Successive fixed-term employment contracts do not constitute a single indefinite-term contract if they lack chronological unity due to significant time intervals between them.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1746 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1746/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Βάια Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των καλουσών-εφεσιβλήτων-εναγουσών: 1) Λ. Κ. του Π., κατοίκου ... και 2) Α. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας-Μαγδαληνής Τσίπρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του καθού η κλήση-εκκαλούντος-εναγομένου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της Ελένης Χατζούλη, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2013 αγωγή των ήδη καλουσών-εφεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3201/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3567/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι καλούσες-εφεσίβλητες με την από 17-11-2015 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1098/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 1525/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζητεί το καθού η κλήση - εκκαλόν με την από 21-04-2021 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1610/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία το δικαστήριο κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα δικάσιμο. Την υπόθεση επανέφεραν για ουσιαστική εκδίκαση οι καλούσες-εφεσίβλητες-ενάγουσες με την από 18-11-2022 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάια Ζαρχανή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, και 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, προκύπτει ότι, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) που προσβλήθηκαν με την αναίρεση, όχι δε ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 1794/2022, 1481/2021, 1196/2020).
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 1794/2022, 1196/2020).
Κατά την νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και το αναιρετικό τμήμα, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ και επανεξετάζει την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 1794/2022, 1481/2021, 1196/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η κρινόμενη υπόθεση είχε την ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή: Με την από 20.5.2013 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι 10η και 13η ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες, επικαλούμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας η πρώτη ως ημερήσιος φύλακας και η δεύτερη ως αρχαιολόγος σε υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού κατά τα χρονικά διαστήματα που ειδικότερα εκθέτουν, ζητούσαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους να αναγνωρισθεί ότι με το εναγόμενο συνδέονται με μία ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί αυτό να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με απειλή χρηματικής ποινής.
Επί της ως άνω αγωγής τους εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3201/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την έκανε δεκτή ως βάσιμη νομικά και κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι οι ως άνω ενάγουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. Κατόπιν ασκήσεως εκ μέρους του εναγομένου της από 19-6-2014 εφέσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3567/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση τυπικά και ουσιαστικά, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη και απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη.
Η ως άνω απόφαση δέχθηκε ότι οι εφεσίβλητες - ενάγουσες ακόμα και αν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες το αίτημα αναγνώρισης μιας ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος, των νόμων και δεν επιβάλλεται από τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, ενώ δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 17.11.2015 αίτηση αναίρεσης, εκδοθείσας της υπ' αριθ. 1098/2018 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία το Εφετείο με τις κρίσεις του εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των νόμων υποπίπτοντας στην εκ του αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η προσβαλλομένη απόφαση αναιρέθηκε και παραπέμφθηκε υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Η υπόθεση δικάσθηκε εκ νέου στο Εφετείο μέσα στα διαγραφόμενα από την αναιρετική απόφαση όρια και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1525/2020 απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση του εναγομένου ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ακολούθως, κατόπιν ασκήσεως της από 21.4.2021 αίτησης αναίρεσης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1610/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που αναίρεσε την ως άνω απόφαση λόγω της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, και ακολούθως κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση. 'Ηδη η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση με την από 18-11-2022 κλήση των εφεσιβλήτων-εναγουσών.
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 του Α.Κ., 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (10-7-2001), τις αναθεωρημένες διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001), και, τέλος, τις διατάξεις των άρθρων 5, 6, 7 του π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α 134/19-7-2004), με τις οποίες ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ανωτέρω κοινοτική Οδηγία για τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, προκύπτει ότι, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.
Αντίθετα, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και της 1999/70 ΕΚ Οδηγίας.
Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ` εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ.
ΑΠ 7/2011 και 8/2011).
Στην περίπτωση αυτή, η μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (18-4-2001) και της 1999/70 Οδηγίας (10-7-2001) συνέχιση της εξακολούθησης της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, είναι νομικώς αδιάφορη, διότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είχε ήδη προσλάβει το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησε στη συνέχεια κατά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων (Ολ.ΑΠ 7/2011).
Προϋπόθεση όμως για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 είναι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου και υπό τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή να μην μεσολαβούν πολύμηνα χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μίας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης (ΑΠ 788/2017, 1425/2015, 244/2015, 696/2013), καθ' όσον δεν συντρέχει στην περίπτωση αυτή η χρονική ενότητα (ΑΠ 237/2022, 1610/2022).
Ωσαύτως, με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω π.δ. 164/2004, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του ιδίου διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήσαν ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού (19.7.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ.
Επομένως, εάν δεν συντρέχουν οι τιθέμενες από το πιο πάνω Π.Δ/γμα προϋποθέσεις, η διάταξη του άρθρου 11 αυτού δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε τοιαύτες αορίστου χρόνου δεν δύναται να γίνει (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 1610/2022, 104/2016). Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των εναγουσών, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, καθώς και από τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν κι επικαλούνται, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά:
Οι ενάγουσες-εφεσίβλητες συνήψαν με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, όπως νόμιμα εκπροσωπήθηκε, συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο Υπουργείο Πολιτισμού. Ειδικότερα η 10η ενάγουσα συνήψε την 11.5.1998 σύμβαση εργασίας με το εναγόμενο και απασχολήθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού και συγκεκριμένα στην Ε' Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Σπάρτης, με την ειδικότητα του ημερήσιου φύλακα, όπου παρείχε τις υπηρεσίες της κάτω από τις εντολές του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης.
Τα καθήκοντά της συνίστατο στην φύλαξη και στην παροχή ασφάλειας του εξωτερικού και εσωτερικού χώρου του αρχαιολογικού χώρου Μυστρά. Η ως άνω ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας της διήρκεσε έως και την 15.10.1998. Ακολούθως, υπεγράφησαν μεταξύ των μερών και νέες ορισμένου χρόνου συμβάσεις, για τα αναφερόμενα σ' αυτές χρονικά διαστήματα, δυνάμει των οποίων η ενάγουσα απασχολήθηκε με τα ίδια καθήκοντα από 1.7.1999 έως 31.10.1999, από 15.7.2000 έως 31.10.2000, από 11.4.2001 έως 10.9.2001, από 28.4.2002 έως 27.9.2002, από 13.6.2003 έως 31.10.2003, από 2.5.2006 έως 2.10.2006, από 4.4.2007 έως 31.10.2007, από 13.6.2008 έως 15.10.2008, από 10.4.2009 έως 9.11.2009 και από 17.6.2010 έως 15.7.2010.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η 13η ενάγουσα την 1.4.2000 συνήψε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, και απασχολήθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού με την ειδικότητα της ΠΕ Αρχαιολόγου, στην Ε' Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, στη Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων.
Η σύμβασή της διήρκεσε έως την 30.4.2000. Ακολούθως, η ανωτέρω ενάγουσα απασχολήθηκε, δυνάμει του προγράμματος "STAGE", στο Μουσείο Μπενάκη από 22.1.2001 μέχρι την 31.12.2001, ενώ στη συνέχεια υπεγράφη μεταξύ των μερών σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα παρείχε της υπηρεσίες της στον ίδιο φορέα από 18.2.2002 έως 30.6.2005.
Στη συνέχεια, με βάση και πάλι το πρόγραμμα "STAGE", η ενάγουσα απασχολήθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και δη στο Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων και Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων, για τα χρονικά διαστήματα από 16.4.2007 έως 31.12.2008, και εκ νέου από 28.4.2009 έως 24.3.2010. Τέλος, από 24.3.2010 έως 28.9.2010, η ως άνω ενάγουσα απασχολήθηκε με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου στη Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων.
Ωστόσο, μεταξύ των συμβάσεων που συνήψε εκάστη ενάγουσα μετά του εναγομένου, απουσίαζε η συνοχή και η χρονική ενότητα, αφού μεταξύ τους μεσολαβούσαν πολύμηνα χρονικά διαστήματα, που καθιστούσαν τις συμβάσεις μη διαδοχικές. Ειδικότερα, όσον αφορά την 10η ενάγουσα και για το διάστημα που ανάγεται προ της 18.4.2001, μεταξύ της πρώτης σύμβασής της, (που διήρκεσε 5 μήνες και 5 ημέρες) και της δεύτερης (που διήρκεσε 4 μήνες), μεσολάβησε χρονικό διάστημα 8,5 μηνών, μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης (που διήρκεσε 3,5 μήνες), μεσολάβησε χρονικό διάστημα επίσης 8,5 μηνών, μεταξύ της τρίτης και της τέταρτης (που διήρκεσε 5 μήνες), μεσολάβησε χρονικό διάστημα 5 μηνών και 10 ημερών. 'Ητοι, οι ανωτέρω συμβάσεις ορισμένου χρόνου που συνήψε η εν λόγω ενάγουσα, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως διαδοχικές, ώστε να δύναται να κριθεί, συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων, εάν είχαν αποκτήσει προ της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) το χαρακτήρα μιας ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, διότι μεταξύ τους μεσολαβούσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα που αναιρούν τη χρονική τους ενότητα.
Εξάλλου, οι εφεξής συμβάσεις της, που συνήφθησαν όλες μετά την έναρξη ισχύος των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και της Οδηγίας, δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, αφού, ακόμη και αν ήταν διαδοχικές κατά την έννοια του νόμου (πράγμα που δεν ισχύει), ως συναφθείσες υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αλλά ούτε και να εκτιμηθούν ως μια ενιαία τέτοια σύμβαση. Ακολούθως, όσον αφορά τη 13η ενάγουσα, αυτή κατά το διάστημα που ανάγεται προ της 18.4.2001 απασχολήθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού από 1.4.2000 έως 30.4.2000, ήτοι επί 1 μήνα και στη συνέχεια δυνάμει προγράμματος STAGE στο Μουσείο Μπενάκη, ήτοι σε άλλο φορέα - νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, από 22.1.2001 έως 31.12.2001, χρόνος ο οποίος, ωστόσο, δεν προσμετράται για την εφαρμογή του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 αυτού, η δε σύμβαση του Απριλίου του 2000, διαρκείας ενός μηνός, δεν αρκεί για να υποστηριχθεί ότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες πριν από την 18.4.2001, που δημοσιεύθηκε το νέο Σύνταγμα.
Περαιτέρω, η μετέπειτα σύμβαση ορισμένου χρόνου που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 18.2.2002 έως 30.6.2005 με απασχόληση της ενάγουσας στο Μουσείο Μπενάκη, ουδεμία χρονική συνοχή είχε με την πρώτη σύμβασή της (από 1.4.2000 έως 30.4.2000), αφού μεσολάβησε μεταξύ τους χρονικό διάστημα είκοσι ενός μηνών περίπου, και συνεπώς οι δύο αυτές συμβάσεις δεν δύνανται να εκληφθούν ως "διαδοχικές", ώστε να τύχει εφαρμογής η μεταβατική διάταξη του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 για το χαρακτηρισμό των συμβάσεών της ως μιας ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, ακόμα και αν αυτή κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Συνεπώς η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε ότι οι ως άνω ενάγουσες συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εσφαλμένα εφήρμοσε το νόμο, όπως βάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο της έφεσής του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω θα πρέπει, γενομένης δεκτής της κρινόμενης έφεσης ως βάσιμης και από ουσιαστική άποψη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο τούτο και να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η αγωγή, ακολούθως δε, να απορριφθεί αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων θα συμψηφιστεί στο σύνολό της, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ερμηνείας των νομικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρ.179 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 1260/2023, 952/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την από 19-6-2014 έφεση του εναγομένου.
Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 3201/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την από 20-5-2013 αγωγή.
Απορρίπτει αυτή ως προς τη 10η ενάγουσα Λ. Κ. και ως προς τη 13η ενάγουσα Α. Μ.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ