Legislator Case Law & Legislation
1746/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to vague citation of evidence not previously submitted.

Case Number 1746/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final second-instance judgment, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued the lower court relied on evidence not submitted, but the court found the appeal vague as it failed to specify which documents were considered and their impact on the verdict. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the respondent, and the case was referred to the State Fund.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging the consideration of unsubmitted evidence is inadmissible if it fails to specify the exact documents, the claim they support, and their effect on the judgment.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal unsubmitted evidence vague appeal grounds Code of Civil Procedure State Fund costs continuing litigation legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1), 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure
Article 1846 of the Civil Code
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 23/2008
Supreme Court 9/2000
Supreme Court 14/2005
Supreme Court 911/2002
Supreme Court 881/2011
Supreme Court 1789/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1746 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1746/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. - Ν. Μ. του Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Λύτρα και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Αδαμάντιος Μπασαράς, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 12-9-2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Χαλκιδέων Ευβοίας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής: 1) Ε. Κ. του Δ. και Ε.-Ν., 2) Μ.-Ε. Κ. του Δ. και Ε.-Ν., κάτοικοι Κηφισιάς Αττικής, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2015 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3755/2017 μη οριστική, 608/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1084/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αποβιώσασα αρχικώς αναιρεσείουσα, με την από 1-9-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 01/09/2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αριθμ. 1084/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α, 287 παρ.1, 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στη δίκη για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 ιδίου κώδικα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1846 ΑΚ, προκύπτει, ότι αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η δίκη διακόπτεται, εφόσον λάβει χώρα γνωστοποίηση του λόγου διακοπής, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 287 παρ.1, από τα πρόσωπα που δικαιούνται να επαναλάβουν την δίκη, όπως είναι και ο κληρονόμος του αποβιώσαντος, ο οποίος μπορεί να επαναλάβει εκουσίως τη δίκη με δήλωσή του που γίνεται ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης, με την προϋπόθεση, ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, λόγω μη αμφισβήτησης, η ιδιότητα του επαναλαμβάνοντας τη δίκη ως κληρονόμου, η οποία, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, που έγινε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (06/04/2022) δεν εμφανίστηκε η αναιρεσείουσα Ε.-Ν.

Μ., εμφανίστηκαν, όμως, η Μ. - Ε. Κ. και Ε. Κ., νομίμως εκπροσωπούμενες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αδαμάντιο Μπασαρά, οι οποίες δήλωσαν, ως κληρονόμοι (θυγατέρες) της αναιρεσείουσας, ότι αυτή απεβίωσε στις 12.09.2020, μετά, δηλαδή, την άσκηση της αναίρεσης, και ότι αυτές ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη (σχετ.

η με αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Αυλίδος του δήμου Χαλκιδέων - Ευβοίας και το με αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δημάρχου Κηφισιάς - Αττικής). Η κατά τα ως άνω βιαίως διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τις ανωτέρω μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμους της αναιρεσείουσας, ενώ, άλλωστε, ο εκπροσωπηθείς από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Λύτρα,αναιρεσίβλητος, ούτε κατά τη διάρκεια της προθεσμίας της προσθήκης εγγράφως με την κατάθεση σημειώματος, ούτε στο ακροατήριο με δήλωση του άνω πληρεξουσίου του, αμφισβήτησε την ιδιότητα των άνω παρασταθεισών, που συνεχίζουν τη δίκη, ως κληρονόμοι της αποβιώσασας αναιρεσείουσας (ΑΠολ 22/2000, ΑΠ 399/2018, ΑΠ 1978/2008, ΑΠ1860/2007).

Α. Κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ793/2015), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 42/2002).

Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος ,όμως, είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ180/2017, ΑΠ 566/2017).

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 694/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο αποδίδοντας στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, 1) τις αριθμ. 1033/2016, 1034/2016, ένορκες βεβαιώσεις, που νόμιμα προσκόμισε με επίκληση, της Β.

Λ., γραμματέως και Λ. Γ., νοσηλεύτριας, αντίστοιχα,του διαθέτη Κ. Μ. και 2α) τα από 6/12/2012 και 18/01/2013 χειρόγραφα σημειώματα του διαθέτη, και β) πίνακα με τις ποσότητες ποτών και τσιγάρων, από 12/01/2013 έως 24/01/2013 με τις επ'αυτού χειρόγραφες σημειώσεις του διαθέτη για την ποσότητα που καθημερινά κατανάλωνε και πίνακα με τα ποτά που προμηθευόταν στην οικία του το πρώτο τετράμηνο του έτους 2013.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και <<.....όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα και τις αριθμ. 1033/2016, 1034/2016, ένορκες βεβαιώσεις, της Β.

Λ. και Λ. Γ. 1033/2016, 1034/2016, ένορκες βεβαιώσεις, που νόμιμα προσκόμισε με επίκληση, της Β. Λ., γραμματέως και Λ. Γ. ένορκες βεβαιώσεις .....>>, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις τα πιο πάνω έγγραφα και τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, που η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε, κάνοντας μάλιστα ειδική αναφορά στις ένορκες βεβαιώσεις, στη 2η σελίδα του 12ου φύλλου της προσβαλλομένης, χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθεμιάς από αυτές.Σε κάθε περίπτωση οι διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, με το πρόσχημα της αναιρετικής πιο πάνω πλημμέλειας , πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων (εγγράφων και ένορκων βεβαιώσεων )από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών (αποδεικτικών μέσων) που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τις αναιρεσείουσες, για τα πράγματα κρίση (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Για την πληρότητα του άνω λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, ήτοι πρέπει να παρατίθενται με πληρότητα και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014).Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1265/2017, 674/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, καθόσον δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα πρόταση, και, μάλιστα, ενάριθμα η διάταξη ή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου.

Σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της πιο πάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Γ1. Κατά τη διάταξη της περ. α' του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αφορά αποδεικτικά μέσα κατά την έννοια των περιοριστικών καθοριζομένων στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, ο αναιρετικός λόγος του άρ. 11α' ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται μεν σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ ΑΠ 2/2008).Επίσης, κατά το άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται οι διάδικοι να επικαλεστούν και να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά μέσα, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου.

Ως νέα δε αποδεικτικά μέσα θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα αλλά απαράδεκτα, είναι δε αδιάφορο, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή το αντιπαρήλθε σιωπηρά και υπό την προϋπόθεση ότι η κρίση περί του απαραδέκτου δεν ήταν εσφαλμένη(ΑΠ876/2019,ΑΠ49/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος, αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη, μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο. Ειδικότερα, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη την αριθμ. 3166/2016 ένορκη βεβαίωση του δικηγόρου Γεωργίου Κοντού, την οποία, ως απαραδέκτως προσκομισθείσα, δεν έπρεπε να λάβει υπόψη, καθόσον η επίκληση αυτής έγινε με τις προτάσεις που ο εναγόμενος ήδη αναιρεσίβλητος είχε εκπροθέσμως καταθέσει ήτοι όχι 20 ημέρες πριν από τη συζήτηση της ένδικης αγωγής και ότι την ένσταση αυτή επανέφερε με λόγο εφέσεως, που απορρίφθηκε από το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το οποίο, μετά από αυτό, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως προς το άνω σκέλος,διότι δεν αφορά στη λήψη μη επιτρεπόμενου αποδεικτικού μέσου, αφού και αν δεν έχει γίνει νόμιμη επίκληση αυτού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο εναγόμενος - εφεσίβλητος νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτό, ως νέο - οψιγενές αποδεικτικό μέσο, στο Εφετείο, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη. 2.

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ.

Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιες δίκης. (Ολ ΑΠ 23/2008,Ολ ΑΠ 9/2000, 14/2005).

Για να είναι δε ορισμένος λόγος ο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α)ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας.

β)ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ)η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης και στην περίπτωση που οι αποδείξεις αυτές συνίσταται σε έγγραφα πρέπει να εξειδικεύονται σαφώς τα έγγραφα αυτά (ΑΠΟλ 911/2002, ΑΠ 881/2011, ΑΠ 1789/2006). Στην προκείμενη περίπτωση με τον ίδιο ως άνω τρίτο αναιρετικό λόγο , κατά το δεύτερο σκέλος του, κατ' εκτίμηση αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 11β' και όχι 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, με το να λάβει υπόψη τα έγγραφα τα οποία ο εφεσίβλητος ήδη αναιρεσίβλητος δεν είχε νομίμως επικαλεστεί .

Ο ανωτέρω λόγος, ως προς το σκέλος αυτό, είναι απαράδεκτος ως αόριστος, διότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν αναφέρεται ο ουσιώδης ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου αποδείχθηκε από τα εν λόγω έγγραφα και η επίδρασή του στο διατακτικό της αποφάσεως.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι, στο σύνολό του, απορριπτέος. Κατόπιν τούτου, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκησή της, στο ΔημόσιοΤαμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως ισχύει), και να καταδικασθούν οι συνεχίζουσες τη βιαίως διακοπείσα, λόγω του θανάτου της αναιρεσείουσας, δίκη, Μ. - Ε. Κ. και Ε. Κ., στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που ο τελευταίος, νόμιμα και βάσιμα ,υπέβαλε με τις προτάσεις του(άρθρα 176, 183, 191 παρ.1 ΚΠολΔ.), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 01/09/2020 αίτηση για αναίρεση της αριθμ. 1084/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τις συνεχίζουσες τη βιαίως διακοπείσα, λόγω του θανάτου της αναιρεσείουσας, δίκη, Μ. - Ε. Κ. και Ε. Κ., στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ