Legislator Case Law & Legislation
1746/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against sentence for migrant smuggling, applying newer lenient criminal code provisions.

Case Number 1746/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeals filed by two defendants convicted of migrant smuggling, ordering a retrial on specific sentencing issues. The court found that newer provisions of the Criminal Code (Law 4619/2019) were more lenient regarding maximum sentences and cumulative penalties than the old law applied at the time of conviction. Consequently, the court annulled the original judgment's sentencing calculations and removed provisions for political rights deprivation and deportation, while dismissing the remaining grounds for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 30(1)(b) of Law 4251/2014; Article 52(2), 83(b), and 94 of the Criminal Code (Law 4619/2019): When newer criminal code provisions are more lenient regarding sentencing limits or cumulative penalties than the law in force at the time of the offense, the newer provisions must be applied ex officio to annul the original judgment on those points.

Keywords

AI generated
principle of lenity retroactive application of law cumulative sentencing migrant smuggling criminal code amendment deportation measure political rights deprivation

Cited Legislation

AI generated
Article 30(1)(b) of Law 4251/2014
Article 52(2) of the Criminal Code (Law 4619/2019)
Article 83(b) of the Criminal Code (Law 4619/2019)
Article 94 of the Criminal Code (Law 4619/2019)
Article 522 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1746 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1746/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Χαλντούπη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. M. J. του M., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Μυροφόρα Ραφαηλίδου, η οποία ορίστηκε με την υπ' αριθ. 170/2019 πράξη της Αντιπροέδρου του Αρείου Αγγελικής Αλειφεροπούλου, νόμιμης αναπληρώτριας του ελλείποντος Προέδρου του Αρείου Πάγου, 2. M. I. του M. M. κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Βασιλική Ρήγα, η οποία ορίστηκε με την υπ' αριθ. 171/2019 πράξη της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αγγελικής Αλειφεροπούλου, νόμιμης αναπληρώτριας του ελλείποντος Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 356/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην α) 11.4.2019 αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος και β) στην από 18.4.2019 αίτησή του δεύτερου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 673/2019.

Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε: α) να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη διάταξή της περί καθορισμού συνολικής εκτιτέας ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο και β) να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση α) η από 11-4-2019 αίτηση αναίρεσης του M. J. και β) η από 18-4-2019 αίτηση αναίρεσης του M. I. κατά της υπ' αριθ. 356/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων, με την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν κατ' έφεση για την αξιόποινη πράξη της παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών στο ελληνικό έδαφος από υπαιτίους που ενεργούν από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, σε συνολική ποινή κάθειρξης 47 έτη ο πρώτος και 92 έτη ο δεύτερος και καθορίστηκε εκτιτέα ποινή τα 25 έτη για τον καθένα. Οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού στρέφονται κατά της ίδιας προσβαλλόμενης απόφασης και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων τους.

Α) Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 περ. β' του νόμου 4251/2014, η ισχύς του οποίου άρχισε κατά το άρθρο 148 του ιδίου νόμου δύο (2) μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (31-3-2014), πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν την μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι θεσμοθετείται αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφος της ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά η την προώθησή τους γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών και για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται δε υποκειμενικά δόλος, είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος, ενώ συνιστά επιβαρυντική περίσταση όταν ο δράστης ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ" επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος (περ. β').

Β) Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 ΠΚ, κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων που τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρηση τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ένα δεύτερο κάθε συντρέχουσας ποινής, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι έτη ,όταν η βαρύτερη ποινή είναι κάθειρξη και τα οκτώ έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση (παρ. 1). Αν τα εγκλήματα που συρρέουν τελέστηκαν με μία πράξη, το δικαστήριο επαυξάνει ελεύθερα τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, αλλά όχι πέρα από το ανώτατο όριο του είδους της ποινής (παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην περίπτωση παράνομης μεταφοράς μεταναστών, με τη φράση " για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο" προκρίθηκε από το νομοθέτη, επί συρροής εγκλημάτων από τη μεταφορά περισσοτέρων, η εφαρμογή κατά την επιμέτρηση της ποινής της διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του ΠΚ για τη συρροή και όχι εκείνης της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ανεξαρτήτως αν τα εγκλήματα που συρρέουν πραγματώθηκαν με μία πράξη, με ένα δηλαδή μεταφορικό μέσο και το ίδιο δρομολόγιο ή με περισσότερα ( ολ.ΑΠ 9/1995, ΑΠ 1413/2007). Δηλαδή, η μεταφορά εντός της ελληνικής επικράτειας περισσότερων προσώπων άπαξ και με το ίδιο μεταφορικό μέσο συνιστά πραγματική συρροή περισσότερων του ενός εγκλημάτων πραγματωθέντων με περισσότερες πράξεις και όχι αληθινή κατ' ιδέαν συρροή. Και τούτο διότι κρίσιμο σημείο δεν είναι ο αριθμός των διαδρομών που εκτέλεσε το χρησιμοποιηθέν μεταφορικό μέσο για την πραγματοποίηση της μεταφοράς πολλών λαθρομεταναστών εντός της ελληνικής επικράτειας, αλλά η "διευκόλυνση" της εισόδου τους, η οποία αποτελεί σύνθετη ενέργεια για κάθε πρόσωπο που συνάπτει χωριστή σύμβαση μεταφοράς, μέρος της οποίας (ενέργειας) συνιστά και η χρησιμοποίηση του μεταφορικού μέσου.

Γ) Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι: " στις 23.11.2014 ως κυβερνήτες του ιστιοφόρου σκάφους με το όνομα "NAIS II", σημαίας Γερμανίας και μήκους 10,30 μέτρων περίπου, από κοινού, παρέλαβαν από την παραλία ... τους παρακάτω 42 πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι, όπως αυτοί γνώριζαν, δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος και είχαν εισέλθει παράνομα σε αυτό, προκειμένου να τους μεταφέρουν για να τους προωθήσουν στην Ιταλία χωρίς αυτοί να είναι εφοδιασμένοι με τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα και να έχουν υποβληθεί στον προβλεπόμενο αστυνομικό έλεγχο" και τους επιβλήθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο M. I. ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο άτομο και στο δεύτερο κατηγορούμενο M. J., στον οποίο αναγνωρίστηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ, ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για κάθε μεταφερόμενο άτομο και συνολική ποινή 92 ετών στον πρώτο και 47 ετών στο δεύτερο, από τα οποία εκτιτέα τα 25 έτη.

Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν με το να δεχθεί το δικαστήριο ότι επί του εγκλήματος της μεταφοράς περισσότερων λαθρομεταναστών υπάρχει πραγματική συρροή και να καταδικάσει τους κατηγορουμένους σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) και έξι (6) ετών αντίστοιχα για κάθε μεταφερόμενο άτομο και ακολούθως επέβαλε επαυξημένη από τις ίσες συντρέχουσες συνολική ποινή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις περί πραγματικής συρροής διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 του ΠΚ.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης του M. J., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 94 παρ. 1 ΠΚ, υποστηρίζοντας ότι το δικαστήριο όφειλε να εφαρμόσει την παρ. 2 του άρθρου αυτού και να επιβάλει μία ποινή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Δ) Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και εξέτασε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά για να μορφώσει την περί ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου κρίση του, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά στην προσωπικότητά του και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής.

Ακόμη, πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο ερεύνησε με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης μεταξύ τους των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ιωαννίνων, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Οι κατηγορούμενοι στον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού, παρέλαβαν από την παραλία ...

τους αναφερόμενους στο διατακτικό της παρούσας 42 πολίτες τρίτων χωρών, Σύριους και Παλαιστίνιους, οι οποίοι είχαν εισέλθει παράνομα στο Ελληνικό έδαφος, γεγονός το οποίο αυτοί γνώριζαν, προκειμένου να τους μεταφέρουν με το ιστιοφόρο σκάφος με το όνομα "NAIS II", σημαίας Γερμανίας, το οποίο είχε περιέλθει στην κατοχή τους με άγνωστο τρόπο για να τους προωθήσουν στην Ιταλία χωρίς αυτοί να είναι εφοδιασμένοι με τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα.

Ειδικότερα, παρέλαβαν από την παραλία ... τους υπηκόους Συρίας και Παλαιστίνης, οι οποίοι είχαν μεταφερθεί στην παραπάνω περιοχή οδικώς με διάφορα οχήματα, τους επιβίβασαν στο παραπάνω σκάφος και κυβερνώντας το, ο πρώτος από αυτούς, με βοηθό το δεύτερο, σε περίπτωση που τυχόν ο πρώτος ήθελε τύχει ανάπαυσης, ξεκίνησαν την πλοήγηση αυτού, πλην όμως λόγω μηχανικής βλάβης αυτού, το σκάφος σταμάτησε την πλεύση του και ο δεύτερος κατηγορούμενος ειδοποίησε τις αρχές του λιμενικού, οι οποίες προστρέχοντας στη θαλάσσια περιοχή που τους υποδείχτηκε ανοιχτά της ..., εντόπισαν και ρυμούλκησαν αυτό, διαπιστώνοντας ότι σ' αυτό επέβαιναν τα παραπάνω πρόσωπα, που στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων, τα οποία υπέδειξαν τους κατηγορούμενους ως κυβερνήτες του σκάφους.

Τα παραπάνω προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων του κατηγορητηρίου λιμενικών Γ. Ζ. και Ν. Κ., οι οποίοι αναφέρουν σ' αυτές ότι όταν ρυμούλκησαν το σκάφος οι μεταφερόμενοι υπέδειξαν σ'αυτούς τους δύο κατηγορούμενους ως κυβερνήτες του σκάφους. Οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι δεν κυβερνούσαν αυτοί το εν λόγω σκάφος, αλλά άγνωστο σ' αυτούς πρόσωπο που φορούσε κουκούλα, την οποία έβγαλε όταν αποβιβάστηκαν από το σκάφος και το οποίο υπέδειξαν αυτοί στους λιμενικούς ως κυβερνήτη του σκάφους, ο ισχυρισμός τους αυτός όμως δεν επιβεβαιώνεται από τις ανωτέρω καταθέσεις των λιμενικών.

Αντίθετα ότι και οι δύο ήταν οι κυβερνήτες του παραπάνω σκάφους, ενισχύεται από την κατάθεση του τρίτου μάρτυρα του κατηγορητηρίου, U. D., ο οποίος αναφέρει ότι πριν κάποιες μέρες από το συμβάν ενθυμείται την παρουσία του δεύτερου κατηγορούμενου πλησίον του εν λόγω σκάφους. Αποδείχτηκε στη συνέχεια ότι οι παραπάνω κατηγορούμενοι τέλεσαν την ανωτέρω πράξη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, ήτοι μετατροπές στο σκάφος, με ξήλωμα των καθισμάτων εντός αυτού, ώστε να χωρούν περισσότερα άτομα και κατάργηση των ιστίων ώστε το σκάφος να μην είναι ευδιάκριτο όταν κινείται στη θάλασσα, προκύπτει πρόθεση τους για επανειλημμένη τέλεση της πράξης, αλλά και από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, τόσο στην προκειμένη περίπτωση όσο και στο παρελθόν, που συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση για τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος σύμφωνα με τις καταθέσεις των λιμενικών είχε εμπλακεί κι άλλη φορά σε υπόθεση λαθρομεταφοράς, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και η σταθερή ροπή τους προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας τους.

Πληρούται συνεπώς η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο κατηγορούνται και συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβάσιμων, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά των αυτοτελών ισχυρισμών που υπέβαλαν πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και κήρυξε τους κατηγορουμένους ενόχους με το αναφερόμενο στην αρχή της παρούσας διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, για την οποία καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 περ.

β' του Ν. 4251/2014, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, το δικαστήριο για την κατάφαση της περί ενοχής κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας U.

D. και υπεράσπισης S. M. (για την πρώτη μάλιστα κάνει ειδική αναφορά στο σκεπτικό του) και δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και τι προκύπτει από το καθένα χωριστά και από τις παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι εξετάστηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης και την ανακάλυψη της αλήθειας.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης του M. I. για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ ) με την αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι λοιπές αιτιάσεις ως αναγόμενες σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες, διότι με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ε) Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019) "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν και δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Περαιτέρω, εάν από τη σύγκριση των περισσότερων διατάξεων προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά ο νεότερος επιεικέστερος.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελ. ΚΠΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση που μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας (ΑΠ 1458/2019, ΑΠ 130/2017).

Κατά το άρθρο 52 παρ. 3 του καταργηθέντος ΠΚ, ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη ούτε είναι μικρότερη από πέντε έτη, κατά δε το άρθρο 83 περ. β' ΠΚ, η προβλεπόμενη από το νόμο ελαττωμένη ποινή στην περίπτωση της κάθειρξης πάνω από δέκα έτη, είναι κάθειρξη έως δώδεκα έτη ή φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επίσης, κατά το άρθρο 94 εδ. τελευταίο του ίδιου ΠΚ, σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων η συνολική ποινή δεν μπορεί να ξεπεράσει τα είκοσι πέντε έτη όταν πρόκειται για κάθειρξη.

Ήδη με τον ισχύοντα από 1-7-2019 νέο ΠΚ ( Ν. 4619/2019 ) στο άρθρο 52 παρ. 2 αυτού ορίζεται ότι η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε έτη ούτε είναι κατώτερη των πέντε ετών, στο άρθρο 83 περ. β' ότι όπου στο νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή αντί για την ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή κάθειρξη έως οκτώ έτη και στο άρθρο 94 εδ. τελευταίο ότι η συνολική ποινή δεν μπορεί να ξεπεράσει τα είκοσι έτη όταν η βαρύτερη ποινή είναι κάθειρξη.

Από τη σύγκριση των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι νεότερες είναι ευμενέστερες ως προς το πλαίσιο της ποινής και τη συνολική εκτιτέα ποινή και επομένως στην προκείμενη περίπτωση, που οι αναιρεσείοντες- κατηγορούμενοι καταδικάσθηκαν για την αξιόποινη πράξη της από κοινού μεταφοράς λαθρομεταναστών κατά συρροή, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, η οποία τιμωρείται με πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών (άρθρο 30 παρ. 1 περ. β' Ν. 4251/2014), πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή των προαναφερόμενων ευμενέστερων διατάξεων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την επιβολή ποινής, τον καθορισμό συνολικής ποινής και την εκτιτέα συνολική ποινή για κάθε αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί, αν είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές (άρθρο 522 ΚΠΔ), απορριπτομένων κατά τα λοιπά των αιτήσεων αναίρεσης.

Τέλος, ενόψει του ότι στα άρθρα 59 και 60 του ισχύοντος ΠΚ δεν περιλαμβάνεται ως παρεπόμενη ποινή η αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, όπως προβλεπόταν στον καταργηθέντα Ποινική Κώδικα για τις καταδίκες σε πρόσκαιρη κάθειρξη και της κατάργησης με το νέο ΠΚ του άρθρου 74 που προέβλεπε την απέλαση αλλοδαπού, πρέπει οι σχετικές διατάξεις να απαλειφθούν από την προσβαλλόμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 356/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων και δη κατά τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής, καθορισμού συνολικής ποινής και συνολικής εκτιτέας ποινής για κάθε αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, καθώς και ως προς την παρεπόμενη ποινή της στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων και το μέτρο ασφαλείας της απέλασης από τη Χώρα μετά την έκτιση της ποινής ή την απόλυσή τους από τις φυλακές και την απαγόρευση επανεισόδου αυτών στη χώρα για δέκα (10) έτη.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί, αν είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές που δίκασαν προηγουμένως.

Απαλείφει από την προσβαλλόμενη απόφαση τις διατάξεις που αφορούν την κατάγνωση αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων και απέλασης των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων από τη Χώρα, μετά την έκτιση της ποινής ή την απόλυσή τους από τις φυλακές και την απαγόρευση επανεισόδου αυτών στη Χώρα για δέκα (10) έτη.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις από 11.4.2019 και 18.4.2019 αιτήσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων M. J. και M. I., αντιστοίχως, για αναίρεση της 356/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ