Legislator Case Law & Legislation
1746/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding the composition of the reviewing court.

Case Number 1746/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a decision by the five-member reviewing court. The appellant argued that the court's composition was illegal due to specific notations regarding substitute judges, but the court found no such defect. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the legal costs and the costs of the civil party.

Legislator headnote

AI generated

Articles 189 and 191 of the Code of Criminal Procedure; The failure to explicitly state the method of replacement for absent judges in a reviewing court decision does not constitute a ground for annulment under Article 510 of the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
Code of Criminal Procedure reviewing court composition substitute judges annulment grounds procedural defect legal costs civil party costs

Cited Legislation

AI generated
Article 336(1) of the Criminal Code
Article 189 of the Code of Criminal Procedure
Article 191(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 190(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 5 of the Judges and Courts Organization Code
Article 583(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil and Administrative Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1113/2002
AP 834/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1746 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1746/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ι. Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Θ. Κ. του Θ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης … που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη Μυλωνά, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.63/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και με Πολιτικώς ενάγουσα την Κ. Σ. του Ι. (για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της Π. Β.), κάτοικο ..., που παρέστη με τη δικηγόρο Δέσποινα Κατσούγκρη, η οποία ορίστηκε δικηγόρος της με την υπ' αριθμ. 8/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 10540/8-11-2017 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1560/2017.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, την ορισθείσα δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του Π. Κ. ορίζεται ότι "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται:

α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, που συντρέχει όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξης, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή με σωματική βία, η οποία συνίσταται σε φυσική δύναμη που δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη.

Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνόμενη στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας, και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων.

Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος, δεν συναινεί στη συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Ως ασελγής πράξη νοείται κάθε ενέργεια που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα, που αντικειμενικώς προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών (μεταξύ δε άλλων η παρά φύση ασέλγεια, η απλή ψαύση των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η χρησιμοποίηση των γεννητικών οργάνων με σκοπό ηδονιστικό και υποκειμενικώς κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας) και η οποία διακρίνεται από την συνουσία, που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων.

Υπάρχει βιασμός και όταν το θύμα, λόγω του αιφνιδιασμού ή του φόβου των συνεπειών προβολής αντίστασης ή των ασθενών σωματικών του δυνάμεων ή άλλων περιστάσεων, θεώρησε εύλογα ανέφικτη ή μάταιη την αντίσταση και δεν αντιστάθηκε καθόλου στη σωματική βία του δράστη. Κατά μείζονα λόγο δεν απαιτείται η σωματική βία και αντίστοιχα η αντίσταση σε αυτήν να είναι διαρκής, δηλαδή μέχρι την αποπεράτωση της πράξης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 339 παρ.1 του ΠΚ, ορίζεται ότι " Όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα για το έγκλημα του άρθρου 351 Α, ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα 12 έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα 12 αλλά όχι τα 14 έτη, με κάθειρξη μέχρι 10 ετών και γ) αν συμπλήρωσε τα 14 και μέχρι τα 15, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του άνω εγκλήματος απαιτείται η τέλεση ασελγούς από οποιαδήποτε άποψη πράξης με πρόσωπο νεότερο των 12 ετών κλπ, η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο τη συνουσία και την παρά φύση ασέλγεια, αλλά και όλες τις άλλες ερωτικές πράξεις με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα κατά τα αμέσως προηγουμένως αναφερθέντα που αντικειμενικά προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη.

Υποκειμενικώς, απαιτείται να κατευθύνεται η ασελγής πράξη στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη και δόλος αυτού άμεσος ή ενδεχόμενος που πρέπει να καταλαμβάνει όλα τα ως άνω αντικειμενικά στοιχεία της πράξης και να εκτείνεται και στη γνώση του ότι το πρόσωπο κατά του οποίου κατευθύνεται η πράξη του έχει ηλικία κατώτερη των 12 ετών, αρκούντος ως προς το στοιχείο αυτό του ότι ο δράστης αμφιβάλλει ως προς την ηλικία του παθόντος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 342 παρ. 1 περ.α' του ΠΚ, που ορίζει ότι " 1) Ο ενήλικος ο οποίος ενεργεί ασελγείς πράξεις με ανήλικο, τον οποίον του έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, τιμωρείται ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) ....", προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από αυτήν εγκλήματος της κατάχρησης ανηλίκων σε ασέλγεια απαιτείται, ομοίως, οποιαδήποτε υπό γενετήσια άποψη ασελγής πράξη με πρόσωπο νεότερο των δεκατεσσάρων ετών, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη, μόνο στην περίπτωση που τον ανήλικο αυτό οι έχοντες την επιμέλειά του τον έχουν εμπιστευθεί στον ενήλικο δράστη για κάποιο λόγο για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, παραβιαζόμενης έτσι με κατάχρηση της σχέσης εμπιστοσύνης που του επέδειξαν.

Εξάλλου, μεταξύ του βιασμού, της αποπλανήσεως και της κατάχρησης ανηλίκων σε ασέλγεια, υπάρχει αληθής κατ' ιδέαν συρροή, διότι μεταξύ των εγκλημάτων αυτών δεν υφίσταται ταυτότητα των προσβαλλόμενων αγαθών, τα οποία συγκροτούνται από διαφορετικά στοιχεία το καθένα και κανένα δεν απορροφάται από το άλλο αφού κανένα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο τελέσεως του άλλου.

Ειδικότερα, στο έγκλημα του βιασμού προσβάλλεται το έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας, στην αποπλάνηση παιδιών προσβάλλεται η αγνότητα της παιδικής ηλικίας από γενετήσιες προσβολές και τέλος, στην κατάχρηση ανηλίκων σε ασέλγεια, προσβάλλεται η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ δράστη και θύματος. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 63/2017 απόφασή του, το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, κήρυξε σε δεύτερο βαθμό, τον αναιρεσείοντα, ένοχο για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις που τέλεσε εξακολουθητικά 1) βιασμού, 2) αποπλάνησης παιδιού ηλικίας κάτω των 12 ετών, και 3) κατάχρησης ανηλίκου σε ασέλγεια με παθόντα που δεν συμπλήρωσε τα 14 έτη, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α' του ΠΚ και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή καθείρξεως 12 ετών.

Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανέλεγκτα, κατά τα ουσιώδη αυτής μέρη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "1. Η μητέρα του παθόντος υπήρξε σύζυγος του με τον Β. Χ. (από 7-2-2007 έως 2-3-2010), με τον οποίο είχαν αποκτήσει δύο τέκνα, τον Ι.

γεννημένο το έτος 2001 και τον Π., γεννημένο το έτος 2005. Ο πρώην σύζυγός της από το 2004 ήταν κρατούμενος σε φυλακές. Τον Ιανουάριο του 2011 γνωρίστηκε, μέσω ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης, με τον κατηγορούμενο (ο οποίος ήταν τότε παντρεμένος), άρχισαν να έχουν επαφή και στενότερη σχέση, ενώ ζευγάρι υπήρξαν από Σεπτέμβριο του 2011.

Την Καθαρά Δευτέρα του Φεβρουαρίου του έτους 2013 ο κατηγορούμενος γνωρίστηκε με την οικογένειά της. Τον Μάιο του 2013 γνώρισε τα παιδιά της καλύτερα, άρχισαν να έχουν περισσότερες επαφές και να διαμένει συχνά στην κατοικία τους. Είχε αδυναμία στον μικρό Π. τον έπαιρνε μαζί του στο εξοχικό του, κάνανε πολλές δουλειές με τα εργαλεία που άρεσαν στον Π., τον έβγαζε βόλτα και γενικά περνούσαν πολλές ώρες μαζί.

Αντίθετα με τον μεγαλύτερο αδελφό του Ι. δεν είχε το ίδιο καλές σχέσεις, επειδή θεωρούσε ότι έπρεπε να του επιβάλλει πειθαρχία. Ενδεικτικό του συνδέσμου που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του κατηγορουμένου και του ανήλικου Π. είναι το γεγονός πως όταν ο τελευταίος γράφτηκε σε χορευτικό σύλλογο της περιοχής, δήλωσε αρχικά ως όνομα πατρός αυτό του κατηγορουμένου.

Ο παθών λόγω της φυσικής απουσίας του βιολογικού πατέρα εγκατέστησε τον κατηγορούμενο στη θέση της πατρικής φιγούρας, πολύ δε περισσότερο επειδή ήταν ο άνθρωπος που το προστάτευε από την κυριαρχία του μεγαλύτερου αδερφού στο παιχνίδι, παράλληλα δε, επειδή ήταν συναισθηματικά δεμένο και με τη μητέρα του, στο πρόσωπο του κατηγορούμενου αναγνώρισε και αποδέχθηκε την επιλογή της (πολύ δε περισσότερο, επειδή και το ίδιο "ωφελούνταν" πρακτικά από την επιλογή αυτή).

Από τον Σεπτέμβριο του 2013 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2014 είχαν αρχίσει να έχουν έντονες προστριβές ως ζευγάρι. Στις αρχές Δεκεμβρίου του 2013 επήλθε προσωρινή διακοπή στις σχέσεις και την 30-1-2014 χώρισαν οριστικά, χωρίς κατά το τελευταίο αυτό χρονικό αυτό διάστημα ο κατηγορούμενος να έχει διανυκτερεύσει ποτέ στο σπίτι τους.

Ως προς την ποιος είχε την πρωτοβουλία της οριστικής διακοπής των μεταξύ τους σχέσεων, υπάρχει διχοστασία μεταξύ των εμπλεκομένων και κάθε άλλο παρά βέβαιο είναι πως αυτή προήλθε από πλευράς του κατηγορουμένου, αφού από τα ηλεκτρονικά μηνύματα που αντηλλάγησαν μετά την 30-1-2014, το αντίθετο συνάγεται.

2. Ο ανήλικος Β. Π. προέβη στις προαναφερόμενες αποκαλύψεις προς τη μητέρα του την 7-2-2011, με την παρουσία (σε ένα τμήμα τους) και της θείας του Σ. Ε.. Αφορμή για την εν λόγω συζήτηση υπήρξαν οι υπόνοιες που δημιουργήθηκαν στις δύο αδελφές, από την επαναξιολόγηση της συμπεριφοράς του παθόντος και των διαφοροποιήσεων που εμφάνισε σταδιακά αυτή μετά το καλοκαίρι του 2013. Συγκεκριμένα κατά τους ισχυρισμούς τους, ο Π. εμφάνισε μώλωπες στην πλάτη, ένα σημάδι σαν κάψιμο ή σημάδια στους γλουτούς του από χτυπήματα χεριού, περί τον Οκτώβριο-Νοέμβριο του 2013 δεν μπορούσε να καθίσει καλά στις διάφορες επιφάνειες, αλλά καθόταν στο πλάι, κάποια φορά που τον σκούπισε στην τουαλέτα είδε αίμα στο χαρτί υγείας, μετά από τον χωρισμό της με τον κατηγορούμενο, ο Π.ς ήταν πολύ θλιμμένος, είχε απομακρυνθεί συναισθηματικά - ψυχικά από όλη την οικογένεια, δεν ήθελε αγκαλιές και φιλιά, παράλληλα δε τα κόπρανά του ήταν σε υπερβολικά μεγάλα ποσότητα και μέγεθος.

3.Τη συγκεκριμένη συνομιλία με τον ανήλικο γιο της, η μηνύτρια κατέγραψε με φορητή κάμερα και κινητό τηλέφωνο και στη συνέχεια μετέγραψε το υλικό σε δύο ψηφιακούς δίσκους (DVD). Η συζήτηση υπήρξε συναισθηματικά φορτισμένη, η μητέρα άσκησε έντονη πίεση στον ανήλικο, υποβάλλοντας ερωτήσεις με καταιγιστικό τρόπο, συνδυαζόμενες με εκκλήσεις και υποσχέσεις προς τον ανήλικο, ο οποίος ενώ αρχικά και για σημαντικό χρόνο αρνούνταν ότι είχε υποστεί οτιδήποτε από τον κατηγορούμενο, τελικά ανέφερε το τι υπέστη από αυτόν. Το εν λόγω υλικό κατατέθηκε από την μητέρα του παθόντος την 28-3-2014 κατά διαρκούσης της κύριας ανάκρισης. Κατά την άποψη της υπεράσπισης του κατηγορουμένου από την εν λόγω συνομιλία προκύπτει ότι ο ανήλικος, υποκύπτοντας στις αφόρητες πιέσεις της μητέρας και της θείας του, δέχτηκε ψευδώς ότι -δήθεν- δύο φορές ο κατηγορούμενος "έβαλε το πουλί στον ποπό του", καλύπτοντας έτσι τον πραγματικό δράστη και κρατώντας "το βαθιά κρυμμένο μυστικό του, που μάλλον σχετίζεται με τον αδελφό του Γ.", συμπεριφορά που είναι απότοκη της ευαλωτότητας των παιδιών στην καθοδήγηση και στην υποβολιμότητα. Έτσι διαστρεβλώθηκε η πραγματικότητα μέσα στο μυαλό του και όλες οι επόμενες εξετάσεις του παιδιού έχουν επιμολυνθεί ως προς το πρόσωπο του δράστη και τις πληροφορίες εκείνες που συναρτώνται με το πρόσωπο του, όπως είναι ιδίως ο τόπος τέλεσης.

4.Ενόψει του ότι η Σ. Κ. δήλωσε κατά την προδικασία πως πιθανόν ο κατηγορούμενος χορηγούσε στην ίδια και τον ανήλικο υιό της Π., δια μέσου κατάποσης υγρών, άγνωστες ουσίες, παραγγέλθηκε αρμοδίως στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία … η διενέργεια τοξικολογικών εξετάσεων δια της λήψης αίματος και ούρων από την καταγγέλλουσα και τον ανήλικο υιό της, προκειμένου να ανιχνευθεί η τυχόν ύπαρξη στον οργανισμό τους οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών και φαρμάκων. Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. …14/7-3-2014 εργαστηριακή έκθεση τοξικολογικής εξέτασης στο βιολογικό υλικό του Π. Β. σύμφωνα με την οποία στα ούρα του παραπάνω δεν διαπιστώθηκε η παρουσία φαρμάκου ή δηλητηρίου εκ των ανηκόντων στις ερευνηθείσες ομάδες, ενώ στις παρατηρήσεις ρητά αναφέρεται ότι οι τοξικολογικές εξετάσεις αίματος που γίνονται στο εργαστήριο της Υπηρεσίας μπορεί να ανιχνεύσουν πρόσφατη χρήση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών και φαρμάκων, ως εκ τούτου δεν έχει νόημα η λήψη αίματος για ανίχνευση ουσιών που η λήψη τους πραγματοποιήθηκε πριν από μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως πάνω από δέκα ημέρες.

5.Σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 2/2014 διατάξεως της Ανακρίτριας του 2ου Τμήματος του Ναυτοδικείου Πειραιώς, διενεργήθηκε την 29-4-2014 στον κατηγορούμενο ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, περί της ψυχογενετήσιας καταστάσεώς του, στο Ναυτικό Νοσοκομείο …., από τον ψυχίατρο - πραγματογνώμονα Κ. Χ.. Ο τελευταίος στην από 15-5-2014 έκθεση του αναφέρει πως ο κατηγορούμενος δεν πάσχει από οποιασδήποτε μορφής ψυχική νόσο και δεν φέρει διαστροφικές παραφιλικές συνιστώσες, αλλά ότι η προσωπικότητά του εμπεριέχει στοιχεία διαταραχής (παρανοειδή, ψυχαναγκαστικά, παθητικοεπιθετικά), που τον καθιστούσαν ετερόκλητο και συναισθηματικά αποστασιοποιημένο άτομο από το πλαίσιο στο οποίο εγκαταστάθηκε, με πλήρη αδυναμία ενεργοποίησης πατρικού ή συντροφικού ρόλου και πλήρη αδυναμία συναισθηματικής επένδυσης στους ρόλους αυτούς. Ειδικότερα, τόσο από την κλινική εξέταση όσο και από τα ψυχομετρικά τεστ που συμπλήρωσε ο κατηγορούμενος διαπιστώθηκε η ύπαρξη σε αυτόν παρανοειδούς, ψυχαναγκαστικής και παθητικοεπιθετικής προσωπικότητας, δηλαδή εκτροπών που υπό κατάλληλες συνθήκες θα μπορούσαν να συντελέσουν σε συμπεριφορές πέραν του φυσιολογικού.

6.Από τα ευρήματα της πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε την 10-2-2014 από την ιατροδικαστή Μ. Σ., αποδεικνύεται πλήρως μόνον η τελευταία πράξη που υπέστη ο παθών, με χρονικό ορίζοντα τέλεσης περί τις δέκα έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες από την εξέταση. Μάλιστα πέραν των ενστάσεων που προκύπτουν ως προς το εννοιολογικό περιεχόμενο της χρησιμοποιούμενης στην έκθεση ορολογίας (ταύτιση του όρου παροδική με τη μερική χάλαση), από τα ευρήματα αποκλείεται η καθ' έξη (συνεχώς επαναλαμβανόμενη) τέλεση των πράξεων, όχι όμως και η περιοδική και σε αραιά χρονικά διαστήματα τέλεσή τους. Επισημαίνεται ότι η εξέταση του ανηλίκου έγινε μακροσκοπικά, γεγονός που ενέχει τον κίνδυνο υποκειμενικών προσεγγίσεων. Επιπλέον δεν επαναλήφθηκε μεταγενέστερα για να διαπιστωθεί αν η "μερική χάλαση του τόνου του έξω σφιγκτήρος" επανήλθε. Τα ευρήματα τέλος της εξέτασης είναι συμβατά με τη διείσδυση μορίου ενηλίκου ανδρός, ενώ δεν υπάρχουν ευρήματα που να υποδεικνύουν είσοδο άλλου αντικειμένου στον πρωκτό.

8. Οι λειτουργοί του χώρου της ψυχικής υγείας που εξέτασαν ή ασχολήθηκαν με τον παθόντα ανήλικο, εκφράζουν την πεποίθησή τους ότι δεν λέει ψέματα, έχοντας την ικανότητα να αντιληφθεί και να αποδώσει τη διαφορά μεταξύ μύθου και πραγματικότητας. Δεν αναπαρήγαγε κάτι που του υπαγόρευσαν άλλοι, ενδεχομένως οι οικείοι του, καθόσον δεν προκύπτει ούτε ότι υπέστη ψυχική επίθεση, κατά την οποία μια ιδέα υποβάλλεται σε ένα άτομο, ούτε υπάρχει περίπτωση αυθυποβολής, όπου το ίδιο άτομο υποβάλλει τον εαυτό του σε μια εκδοχή ή ένα "σενάριο" υποθετικών/φανταστικών γεγονότων, υιοθετώντας το τελικά.

Όσα καταθέτει ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ως προς το πρόσωπο του δράστη, τον τόπο και το βασικό χρονικό πλαίσιο των πράξεων, ειδάλλως θα είχε γίνει αντιληπτό από τους ειδικούς. Το γεγονός πως εμφανίζει δυσκολίες στον προσδιορισμό του ακριβούς χρόνου, είναι απολύτως συμβατό με την ηλικία του, επειδή στα παιδιά η αριθμολόγηση είναι πλαστή, ο χρόνος είναι αχανής, εγγράφεται μόνο σωματικά και προσδιορίζεται βιωματικά.

Παράλληλα, η εξαιρετική αντιληπτική ικανότητα, που τον χαρακτηρίζει, δεν αναιρεί τη δρομολόγηση και ολοκλήρωση της θεμελιακής αυτοπροστατευτικής εσωτερικής/ψυχικής διεργασίας της απώθησης/απόσβεσης, σύμφωνα με την οποία αυτός απωθεί ακούσια στο υποσυνείδητό του το δυσάρεστο γεγονός που τον τραυμάτισε, για να αποφύγει τον πόνο και να διατηρήσει την ψυχική του ισορροπία.

Ακόμα και ο παιδοψυχίατρος Ζ. Γ., που παρέστη ως τεχνικός σύμβουλος του κατηγορουμένου κατά την πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε η ψυχολόγος Γ. Σ., δεν θεωρεί τον ανήλικο Π. υποβόλιμο (ως χαρακτήρα εν γένει), αλλά ψυχοσυναισθηματικά πιεσμένο. Υποστηρίζει ότι υπάρχει περίπτωση ο Π.ς να κατονομάζει, υποσυνείδητα (καθοδηγούμενος από τις ερωτήσεις της μητέρας του), ως δράστη της κακοποίησής του τον Κ., στην περίπτωση που ο πραγματικός δράστης είναι πιο σημαντικό πρόσωπο γι' αυτόν (όπως οι στενοί συγγενείς του), εκτίμηση που βασίζεται στην καταγεγραμμένη στο DVD αρχική αντίσταση και άρνησή του ότι ο κατηγορούμενος του προξένησε κάτι κακό.

Θεωρεί ότι οι ερωτήσεις κλειστού τύπου που δέχεται από τη μητέρα του δεν διασφαλίζουν το αξιόπιστο των απαντήσεων. Έχει την άποψη πως ο τρόπος που διενεργήθηκε η πραγματογνωμοσύνη από την κ.Γ. δεν επέτρεψε να διαπιστωθεί αν υπήρξε ψυχικός τραυματισμός του παθόντος ανηλίκου σε προγενέστερο χρόνο. Η αντίσταση που επέδειξε κατά τη συνομιλία με τη μητέρα του και η επίμονη άρνησή του να κατονομάσει τον κατηγορούμενο ως δράστη της κακοποίησης που υπέστη δεν θεωρεί ότι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ψυχολογικά μόνον με τη δυσφορία που προκαλεί η ανάκληση δυσάρεστων βιωμάτων σε κακοποιημένα παιδιά.

Χαρακτηρίζει πάντως την αναφορά του παθόντος ανηλίκου ως προς τον τόπο όπου υπέστη την κακοποίηση όχι επινοημένη αλλά αξιόπιστη. Θεωρεί επίσης ότι η μία φορά άσκηση σεξουαλικής βίας δεν μπορεί να διασπαστεί σε περισσότερες, ενώ το αντίστροφο είναι δυνατό, εντασσόμενο στην ψυχογενή διαδικασία της υποσυνείδητης απώθησης.

Εκτιμά τέλος εάν οι πράξεις αυτές είχαν λάβει χώρα στο οικιακό συγκρότημα της οικογένειας Σ., ο μικρός θα δυσφορούσε αφόρητα και θα ήταν εξαιρετικά δυσχερές να αισθάνεται άνετα στην καθημερινή επαφή του με τον χώρο δράσης της απεχθούς αυτής συμπεριφοράς.

9. Οι οικείοι του κατηγορουμένου επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του, δηλώνουν ότι η εν λόγω εξοχική οικία ανήκει στην οικογένειά τους και βρίσκεται εντός αγροκτήματος, όπου υπήρχαν διάφορες καλλιέργειες και οικόσιτα ζώα (πχ κουνέλια, σκυλιά). Απασχολούνταν εκεί ο μικρότερος αδελφός του κατηγορουμένου Σ., αυτός είχε στην αποκλειστική κατοχή του τα κλειδιά της αγροικίας, τα οποία ποτέ δεν ήρθε ο αδελφός του μαζί με τον Π. να του ζητήσει. Δεν είδαν ποτέ τον κατηγορούμενο με τον Π. μόνους στο κτήμα, ότι ο κατηγορούμενος αδερφός του δεν έβγαλε ποτέ αντικλείδι για το εξοχικό, καθόσον δεν υπήρχε αντικειμενικά τέτοια δυνατότητα, επειδή το λουκέτο της εξώπορτας έχει κλειδί που δεν αντιγραφόταν. Αντίθετα οι συγγενείς και οι οικείοι του ανήλικου παθόντα επιβεβαιώνουν όσα αναφέρει η μηνύτρια αναφορικά με το είδος των σχέσεων που είχε διαμορφωθεί μεταξύ αυτής του κατηγορουμένου και του παθόντα.

Αξιολογώντας τα προαναφερόμενα καταλήγουμε στις εξής διαπιστώσεις ως προς αποδεικτέο αντικείμενο:

1. Ο ανήλικος Β. Π. υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης με δράστη τον κατηγορούμενο και τόπο όπου διαδραματίστηκε αυτή ήταν η εξοχική οικία της οικογενείας του κατηγορουμένου στην περιοχή .... Αμφότερα συνιστούν σταθερές αναφορές του ανηλίκου στις καταθέσεις του, οι οποίες κρίνονται από τους ειδικούς ως αληθείς, έχοντας βιωματικό χαρακτήρα.

Αυτή η έλλειψη καθοδήγησης, που διαπίστωσαν οι λειτουργοί της ψυχικής υγείας, εγκαθιδρύει την πεποίθηση πως ούτε ο δράστης (που υποδεικνύει με συνέπεια ο παθών) αλλά ούτε και η εξοχική κατοικία στα ... (την οποία αναφέρει σταθερά ως σκηνή του δράματος) επινοήθηκαν από τον ανήλικο ή υπήρξαν προϊόντα καθοδήγησης.

Μόνον ο τεχνικός σύμβουλος του κατηγορουμένου θεωρεί πιθανή την καθοδήγηση του ανηλίκου, την οποία διακρίνει από την υποβολιμότητα, χωρίς πάντως να προσδιορίζει και τη διαφορά τους. Ο ίδιος όμως χαρακτηρίζει τις αναφορές του παθόντος ως προς τον τόπο τέλεσης αξιόπιστες. Οι διαφοροποιήσεις εξάλλου που παρατηρούνται μεταξύ των καταθέσεων του ανηλίκου εξηγούνται πειστικά από την δυσκολία χωροχρονικού προσανατολισμού και τη λειτουργία της απώθησης, καταστάσεις απολύτως συμβατές με την ηλικία του αλλά και τη βαρύτητα του τραύματος που υπέστη.

Θα προκαλούσε εντύπωση και ευλόγως θα αντιμετωπιζόταν ως υποβολιμαία η σταθερή επανάληψη των ίδιων ακριβώς περιστατικών. Δεν αναιρείται συνεπώς η βάσιμη πεποίθηση ότι ο ανήλικος, όταν διηγήθηκε την "ιστορία" του, είπε την αλήθεια εκμυστηρευόμενος τη βιωματική του εμπειρία χωρίς να εμπλουτίζει την αφήγησή του με φαντασιακά στοιχεία.

2.Οι πράξεις έχουν τελεστεί εξακολουθητικά, κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του 2013 μέχρι την 28 Ιανουαρίου 2014, σύμφωνα με όσα καταθέτει ο ανήλικος σε συνδυασμό και με τις υπηρεσιακές υποχρεώσεις του κατηγορουμένου, θεωρούμενης, όσον αφορά το χρόνο τέλεσης της τελευταίας πράξης, ως πιο αξιόπιστης της πρώτης από τις καταθέσεις του παθόντος, λόγω της χρονικής εγγύτητάς της με τα επίμαχα περιστατικά και της πολύ καλής λειτουργίας της βραχυχρόνιας μνήμης.

Συγκεκριμένα εντός του εν λόγω χρονικού διαστήματος και σε ημερομηνίες που δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν με ακρίβεια, o κατηγορούμενος αξιοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις, τις οποίες το θύμα δεν μπορούσε να υπερνικήσει λόγω της ανηλικότητάς του και της υποδεέστερης σωματικής του διάπλασης, υποχρέωσε τον ανήλικο παθόντα δύο φορές, να καθίσει με τη βία πάνω στα πόδια του, με το πρόσωπό του να βλέπει την πλάτη του και να ανεχθεί την πράξη της παρά φύση ασέλγειας.

Για να κάμψει την αντίστασή του άσκησε την μεν πρώτη φορά, άμεση σωματική βία επ' αυτού (κτυπήματα με τσιμπίδα και με τα χέρια), την δε τελευταία ψυχολογική βία (απειλή διακοπής των σχέσεων με τη μητέρα του σε περίπτωση αντίστασης). Ο απειλούμενος κίνδυνος της άμεσης εγκατάλειψης της μητέρας του, κρίνεται πολύ σημαντικός για τον ανήλικο, οποίος την υπεραγαπούσε, γεγονός που γνώριζε o κατηγορούμενος και το αξιοποίησε για την επίτευξη του στόχου του (την κάμψη δηλαδή της αντίστασής του).

Στο μεσοδιάστημα εξάλλου του εν λόγω χρονικού διαστήματος ο ανήλικος υπέστη από τον κατηγορούμενο και την ασελγή πράξη της εισδοχής του δακτύλου στον πρωκτό του. Για την πράξη όμως αυτή δεν αποδεικνύεται ότι ασκήθηκε σωματική βία, αλλά πιθανόν να υπήρξε αιφνιδιασμός του εκ μέρους του κατηγορουμένου.

Επίσης δεν αποδεικνύεται ότι τελέστηκε και άλλη πράξη παρά φύση ασέλγειας (ταυτιζόμενη χρονικά με την εισδοχή του δακτύλου στον πρωκτό), καθόσον οι σχετικές με αυτήν αναφορές του παθόντος ανηλίκου είναι αντικρουόμενες και δεν παρέχουν την αναγκαία αποδεικτική βεβαιότητα ως προς τα αντικειμενικά της στοιχεία.

3.Ο κατηγορούμενος αξιοποίησε την ισχυρή σχέση ψυχικής εξάρτησης που είχε, αναπτυχθεί όχι μόνο μεταξύ αυτού και του ανήλικου (ο οποίος έβλεπε στο πρόσωπό του την ελλείπουσα πατρική φιγούρα) αλλά και με την μητέρα του τελευταίου, η οποία τον αντιμετώπιζε ως τον άνθρωπο με τον οποίο μπορούσε να δημιουργήσει νέα οικογένεια και αναδεικνύοντας την εμπιστοσύνη με την οποία τον περιέβαλε, ευλόγως του ανέθετε προσωρινά την επίβλεψη του ανηλίκου σε δημόσιο αλλά και σε ιδιωτικό επίπεδο. 4.

Η εκδοχή της υπεράσπισης ότι από τις αρχικές συνομιλίες του ανηλίκου με τη μητέρα και τη θεία του, αποδεικνύεται ότι οι επόμενες καταθέσεις του παιδιού είναι αποτέλεσμα υποβολής και πλύσης εγκεφάλου, με σκοπό να ενοχοποιηθεί ο κατηγορούμενος και να συγκαλυφθεί ο πραγματικός δράστης, ουδόλως επιβεβαιώνεται από το λοιπό αποδεικτικό υλικό.

Επισημαίνεται ιδιαίτερα ότι το επίμαχο ψηφιακό υλικό, του οποίου την ύπαρξη γνώριζαν μόνο οι δύο αδελφές Σ., προσκομίστηκε αυτοβούλως, πολύ αργότερα από την αρχική καταγγελία της πράξης, παρότι είναι προφανές ότι δεν περιέχει κάποιο στοιχείο, επιπρόσθετο όσων είχε καταθέσει προανακριτικά ο ανήλικος.

Το μόνο που διαπιστώνεται είναι η πίεση που υπέστη για να μιλήσει, παρέχοντας έτσι στοιχεία αμφισβήτησης της αξιοπιστίας των καταγγελιών. Η συμπεριφορά αυτή κάθε άλλο αποδεικνύει την ύπαρξη σχεδίου κατασυκοφάντησης του κατηγορουμένου αλλά μάλλον αναδεικνύει την πεποίθηση της μηνύτριας ως προς την αλήθεια των καταγγελιών.

Ακόμα και αν η μηνύτρια επεδίωκε κάτι τέτοιο, η εκδίκηση θα μπορούσε να γίνει και με άλλους τρόπους και όχι εμπλέκοντας στο σχέδιό της, σε μια τέτοια περιπέτεια με σοβαρές κοινωνικές και ψυχολογικές προεκτάσεις, τον ανήλικο γιο της, κατακερματίζοντας την προσωπικότητά του αλλά και διακινδυνεύοντας την επιτυχία του σχεδίου της, δεδομένου ότι εύκολα θα μπορούσε να αποκαλυφθεί η αναλήθεια των λεγομένων του από τους ειδικούς (πραγματογνώμονες ψυχολόγους κλπ).

Ο ισχυρισμός τέλος πως η απόδοση των πράξεων στον κατηγορούμενο έγινε ώστε να καλυφθεί ο πραγματικός δράστης - μέλος της οικογενείας (περίπτωση την οποία προβάλλει και ο τεχνικός σύμβουλος του κατηγορουμένου), πέραν της παντελούς έλλειψης οποιουδήποτε σχετικού αποδεικτικού στοιχείου ή ψυχολογικού ευρήματος, αντιφάσκει κραυγαλέα με την λογική, αφού αρκούσε απλώς να σιωπήσουν και το περιστατικό θα είχε αποκρυβεί.

Ουδεμία παραπλάνηση των αρχών θα ήταν αναγκαία ως προς το πρόσωπο δράστη, αν δεν προηγούνταν η καταγγελία της πράξης από τη μηνύτρια.

5. Οι ισχυρισμοί των οικείων του κατηγορουμένου ως προς την ανυπαρξία επισκέψεων του κατηγορουμένου με τον ανήλικο παθόντα στην εξοχική τους κατοικία στα ... και τη μεταξύ αυτών σχέση, ουδόλως πειστικοί κρίνονται καθώς όχι μόνο δεν ενισχύονται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο (στοιχεία για την κλειδαριά - κάποια βεβαίωση για την ύπαρξη και τη λειτουργία καμερών ασφαλείας), αλλά αποδομούνται πλήρως από τις καταθέσεις των οικείων του ανηλίκου παθόντος, αλλά και εξ όσων ο τελευταίος με απολύτως αξιόπιστο τρόπο καταθέτει δύο φορές". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο, στη συνέχεια, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Ενώ ήταν στρατιωτικός, δηλαδή Επικελευστής του ΠΝ και υπηρετούσε στην ...", στον παραπάνω τόπο και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, τέλεσε περισσότερα του ενός συρρέοντα μεταξύ τους εγκλήματα που τιμωρούνται κατά τον νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές ως εξής:

1.Με δύο πράξεις, ο επακριβής χρονικός προσδιορισμός των οποίων δεν κατέστη, δυνατός, κείμενες πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από Σεπτέμβριο του 2013 έως 28 Ιανουαρίου 2014 και οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σωματική βία και με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου εξανάγκασε άλλον σε ανοχή παρά τη θέλησή του ασελγούς πράξης.

Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, αφού μετέβη στην εξοχική κατοικία που διατηρούσε στα ..., μαζί με τον ανήλικο Β. Π. (γεννηθέντα την 20-2-2005), τέκνο της Σ. Κ.ς, με την οποία διατηρούσε ερωτικό δεσμό: (α)υποχρέωσε με τη βία τον εν λόγω ανήλικο να καθίσει πάνω στα πόδια του, με την πλάτη του προς το πρόσωπό του, με αξιοποίηση των υπερτέρων σωματικών του δυνάμεων, τις οποίες το θύμα δεν μπορούσε να υπερνικήσει λόγω της υποδεέστερης σωματικής του διάπλασης και της ανηλικότητάς του και με εναντίον του καταφορά κτυπημάτων με τσιμπίδα, εξανάγκασε αυτόν (Β.) να ανεχθεί ασελγή πράξη που ήταν η διά της βίας, από τον κατηγορούμενο, εισαγωγή του εν στύσει πέους του στο απευθυσμένο του παθόντος και (β) αφού υποχρέωσε με τη βία τον εν λόγω ανήλικο να καθίσει πάνω στα πόδια του, με την πλάτη του προς το πρόσωπό του, με αξιοποίηση των υπερτέρων σωματικών του δυνάμεων, τις οποίες το θύμα δεν μπορούσε να υπερνικήσει λόγω της υποδεέστερης σωματικής του διάπλασης και της ανηλικότητάς του, απείλησε αυτόν (ανήλικο Β.

ότι θα διέκοπτε (ο κατηγορούμενος) τη σχέση που είχε με τη μητέρα του σε περίπτωση αντίστασης αυτού (ανηλίκου) στην ενέργεια ασελγούς πράξης που αμέσως μετά ακολούθησε, γεγονός, (διακοπή σχέσης) που ενείχε για το θύμα σπουδαίο και άμεσο κίνδυνο αποστέρησης της προστασίας του κατηγορουμένου τον οποίον είχε υποκαταστήσει στη συνείδησή του ως πραγματικό πατέρα που τον στήριζε (τον Β.) συναισθηματικά λόγω της φυσικής απουσίας του βιολογικού του πατέρα και έτσι τον εξανάγκασε να ανεχθεί ασελγή πράξη που ήταν η διά της βίας, από τον κατηγορούμενο, εισαγωγή του εν στύσει πέους του τελευταίου στο απευθυσμένο του παθόντος.

2. Με τρεις πράξεις, ο επακριβής χρονικός προσδιορισμός των οποίων δεν κατέστη δυνατός, κείμενες πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από Σεπτέμβριο του 2013 έως 28 Ιανουαρίου 2014 και οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, χωρίς να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 351Α ΠΚ, ενήργησε ασελγή πράξη με πρόσωπο το οποίο δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη και παραπλάνησε αυτό ώστε να υποστεί ασελγή πράξη.

Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, αφού μετέβη στην εξοχική κατοικία που διατηρούσε στα ..., μαζί με τον ανήλικο Β. Π. (γεννηθέντα την 20-2-2005) ο οποίος δεν είχε συμπληρώσει τα 12 έτη, τέκνο της Σ. Κ., με την οποία διατηρούσε ερωτικό δεσμό: (α) υποχρέωσε με τη βία τον εν λόγω ανήλικο να καθίσει πάνω στα πόδια του, με την πλάτη του προς το πρόσωπό του, με αξιοποίηση των υπερτέρων σωματικών του δυνάμεων, τις οποίες το θύμα δεν μπορούσε να υπερνικήσει λόγω της υποδεέστερης σωματικής του διάπλασης και της ανηλικότητάς του και κατόπιν εξαναγκασμού αυτού με καταφορά εναντίον του κτυπημάτων με τσιμπίδα, ενήργησε με αυτόν (Β.) ασελγή πράξη που ήταν η, διά της βίας, από τον κατηγορούμενο, εισαγωγή του εν στύσει πέους του στο απευθυσμένο του παθόντος, (β) αφού υποχρέωσε με τη βία τον εν λόγω ανήλικο να καθίσει πάνω στα πόδια του, με την πλάτη του προς το πρόσωπο του με αξιοποίηση των υπερτέρων σωματικών του δυνάμεων, τις οποίες το θύμα δεν μπορούσε να υπερνικήσει λόγω της υποδεέστερης σωματικής του διάπλασης και της ανηλικότητάς του και κατόπιν εξαναγκασμού αυτού με καταφορά εναντίον του κτυπημάτων με τσιμπίδα, ενήργησε με αυτόν (Β.) ασελγή πράξη που ήταν η, διά της βίας, από τον κατηγορούμενο, εισαγωγή του εν στύσει πέους του στο απευθυσμένο του παθόντος,(β) αφού υποχρέωσε με τη βία τον εν λόγω ανήλικο να καθίσει πάνω στα πόδια του, με την πλάτη του προς το πρόσωπο του, με αξιοποίηση των υπερτέρων σωματικών του δυνάμεων, τις οποίες το θύμα δεν μπορούσε να υπερνικήσει λόγω της υποδεέστερης σωματικής του διάπλασης και της ανηλικότητάς του, τον παραπλάνησε ασκώντας ψυχολογική βία που συνίστατο σε απειλή διακοπής της σχέσης που είχε (ο κατηγορούμενος) με τη μητέρα του σε περίπτωση αντίστασης αυτού (ανηλίκου)στην ενέργεια ασελγούς πράξης που αμέσως μετά ακολούθησε και έτσι τον εξανάγκασε να υποστεί ασελγή πράξη που ήταν η διά της βίας, από τον κατηγορούμενο, εισαγωγή του εν στύσει πέους του τελευταίου στο απευθυσμένο του παθόντος και (γ)ενώ ο ως άνω ανήλικος βρισκόταν στην τουαλέτα του εν λόγω οικήματος, ενήργησε επ' αυτού ασελγή πράξη εισάγοντας ο κατηγορούμενος, ηθελημένα, με αιφνίδια κίνηση, το δάκτυλο του χεριού του στον πρωκτό του παθόντος.

3. Με τρεις πράξεις, ο επακριβής χρονικός προσδιορισμός των οποίων δεν κατέστη δυνατός, κείμενες πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από Σεπτέμβριο του 2013 έως 28 Ιανουαρίου 2014 και οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενήργησε ασελγή πράξη με ανήλικο που δεν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, τον οποίο του είχαν εμπιστευτεί για να τον επιβλέπει και να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, καθόσον διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τους οικείους του.

Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, αφού μετέβη στην εξοχική κατοικία που διατηρούσε στα ..., μαζί με τον ανήλικο Β. Π. ο οποίος δεν είχε συμπληρώσει τα 14 έτη(γεννηθέντα την 20-2-2005), τέκνο της Σ. Κ., με την οποία διατηρούσε ερωτικές σχέσεις και συνεπεία αυτού του γεγονότος αυτή (Σ.) είχε εμπιστευθεί σ' αυτόν, προσωρινά, την φύλαξη και επίβλεψη του εν λόγω ανηλίκου: (α)υποχρέωσε με τη βία τον εν λόγω ανήλικο να καθίσει πάνω στα πόδια του, με την πλάτη του προς το πρόσωπό του, με αξιοποίηση των υπερτέρων σωματικών του δυνάμεων, τις οποίες το θύμα δεν μπορούσε να υπερνικήσει λόγω της υποδεέστερης σωματικής του διάπλασης και της ανηλικότητάς του και κατόπιν εξαναγκασμού αυτού με καταφορά εναντίον του κτυπημάτων με τσιμπίδα, ενήργησε με αυτόν (Β.) ασελγή πράξη που ήταν η, διά της βίας από τον κατηγορούμενο, εισαγωγή του εν στύσει πέους του στο απευθυσμένο του παθόντος, (β)αφού υποχρέωσε με τη βία τον εν λόγω ανήλικο να καθίσει πάνω στα πόδια του, με την πλάτη του προς το πρόσωπο του, με αξιοποίηση των υπερτέρων σωματικών του δυνάμεων, τις οποίες το θύμα δεν μπορούσε να υπερνικήσει λόγω της υποδεέστερης σωματικής του διάπλασης και της ανηλικότητάς του και ασκώντας επί του συγκεκριμένου ανηλίκου ψυχολογική βία που συνίστατο σε απειλή διακοπής της σχέσης που είχε (ο κατηγορούμενος) με τη μητέρα του ανήλικου Β.

σε περίπτωση αντίστασης του τελευταίου στην ενέργεια ασελγούς πράξης που αμέσως μετά ακολούθησε, ενήργησε επ' αυτού ασελγή πράξη που ήταν η διά της βίας, από τον κατηγορούμενο, εισαγωγή του εν στύσει πέους του στο απευθυσμένο του παθόντος και (γ) ενώ ο ως άνω ανήλικος βρισκόταν στην τουαλέτα του εν λόγω οικήματος, ενήργησε επ' αυτού ασελγή πράξη εισάγοντας ο κατηγορούμενος, ηθελημένα, με αιφνίδια κίνηση, το δάκτυλο του χεριού του στον πρωκτό του παθόντος".

Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων που του αποδίδονται, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 336 παρ. 1 και 339 παρ.1 και 342 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου, στερώντας την απόφαση του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά περιγράφεται και αιτιολογείται η άσκηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος σωματικής βίας και αναφερόμενων απειλών σε βάρος του ανηλίκου τέκνου (που γεννήθηκε στις 20.2.2005), εκμεταλλευόμενος την υπέρτερη σωματική του δύναμη και γνωρίζοντας ότι αυτό δεν συναινεί, το εξανάγκασε και το παραπλάνησε να υποστεί επανειλημμένα βιασμούς (με εισδοχή του πέους του σε στύση στον πρωκτό του ανηλίκου) και ασελγείς πράξεις (με εισδοχή του δακτύλου του στον πρωκτό του ανηλίκου), που κατέτειναν στη διέγερση και στην ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του, ενώ ταυτόχρονα προσέβαλε σοβαρά το κοινό αίσθημα της αιδούς, των ηθών και την αγνότητα της παιδικής ηλικίας του.

Ενώ, τέλος, με τις ίδιες πράξεις, προέβη και σε κατάχρηση ανηλίκου σε ασέλγειες, προσβάλλοντας, παράλληλα, τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί με την σύντροφο του (μητέρα του ανηλίκου), κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, λόγω της προσωπικής σχέσης τους, εξαιτίας της οποίας αυτή του εμπιστευόταν το ανήλικο της, το οποίο αυτός συνόδευε μόνος του στην εξοχική κατοικία του στην περιοχή ....

Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ, προβαλλόμενοι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.

ΙΙ.Η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής ή απαλλακτικής ή όποιας άλλης κρίσεώς του.

Ειδικότερη αναφορά των αποδεικτικών μέσων (όπως τα ονόματα των μαρτύρων κλπ) δεν είναι αναγκαία, όπως δεν είναι αναγκαία και η αναφορά των περιστατικών που προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων των αποδεικτικών μέσων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτου και όχι ορισμένα μόνον από αυτά.

Η κατά το άρθρο 178 του ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά στα κυριότερα μόνον από αυτό, χωρίς να αποκλείει άλλα. Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, είναι όμως και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και συνιστά μαρτυρία, η οποία δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ειδικότερα μάλιστα όταν προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο αυτής (αιτιολογίας) ότι λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο και η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος.

Επίσης, με τον όρο "μάρτυρες" περιλαμβάνονται τόσο οι μάρτυρες κατηγορίας όσο και οι μάρτυρες υπεράσπισης. Ενώ, τέλος, στην περίπτωση της μη αναγραφής στην απόφαση του αποδεικτικού μέσου της απολογίας του κατηγορουμένου, θεωρείται ότι αυτή λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, όταν προκύπτει με βεβαιότητα, από το περιεχόμενο της αιτιολογίας, ότι αυτός εξέθεσε τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς αρνούμενος την ενοχή του.

Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, αναγράφονται στο προοίμιο του σκεπτικού τα ακόλουθα "Στην υπό κρίση υπόθεση από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, την ανάγνωση των καταθέσεων των μαρτύρων που δεν κλητεύθηκαν, την επισκόπηση των φωτογραφιών, την ανάγνωση των εγγράφων και των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης που αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας καθώς και την εκκαλουμένη απόφαση με αριθμό 64/17-7-2015 του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιά, σε συνδυασμό και με την όλη συζήτηση της υπόθεσης, προέκυψαν τα εξής τα ακόλουθα" :

Από την επισκόπηση δε, στη συνέχεια και του αιτιολογικού της απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη, τόσο, η κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, που θεωρείται και αυτή μάρτυρας και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη μνεία του αποδεικτικού αυτού μέσου, όσο και της απολογίας του κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν παρών και το δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό του τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς που προέβαλε, αρνούμενος τις κατηγορίες σε βάρος του (σελ. 71-72).

Ενώ, τέλος, στην έννοια των "μαρτύρων" που διαλαμβάνονται στο προοίμιο του σκεπτικού, θεωρούνται τόσο οι μάρτυρες κατηγορίας όσο και οι μάρτυρες υπεράσπισης.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος και ο σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠοινΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠοινΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία.

Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Η σχετική δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η έννοια του "παθόντος", που κατά το άρθρο 118 παρ.1 ΠΚ έχει δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως στα όχι αυτεπάγγελτα αλλά κατ' έγκληση διωκόμενα εγκλήματα (36, 50 ΚΠοινΔ), δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την έννοια του αδικηθέντα και ζημιωθέντα που ασκεί πολιτική αγωγή και στο ποινικό δικαστήριο.

Συνεπώς, νομιμοποιείται ενεργητικά σε άσκηση πολιτικής αγωγής οπωσδήποτε ο παθών, αλλά και κάθε άμεσα αδικηθείς και ζημιωθείς από το διωκόμενο σε βάρος συγκεκριμένου κατηγορουμένου αδίκημα, όχι όμως και ο έμμεσα αδικηθείς και ζημιωθείς. Δηλαδή πρέπει η εισαγόμενη πολιτική αξίωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως να έχει άμεση σχέση και δη αιτιώδη συνάφεια με την κατηγορία για την οποία ο κατηγορούμενος διώχθηκε και δικάζεται, τούτο δε κρίνεται κατά τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό χαρακτηρισμό, όπως διατυπώνονται στο κλητήριο θέσπισμα ή στην κλήση του κατηγορουμένου και σύμφωνα με το προστατευόμενο έννομο αγαθό.

Έτσι για να προσδιορισθεί ποίος ο αμέσως ζημιούμενος και αν έχει έννομο συμφέρον και νομιμοποιείται ενεργητικά σε άσκηση πολιτικής αγωγής, αναζητείται ποίο είναι το συμφέρον και το έννομο αγαθό που προστατεύει η συγκεκριμένη ποινική διάταξη που παραβιάστηκε από τον κατηγορούμενο για την οποία δικάζεται.

Όταν παθών είναι ανήλικος, την πολιτική αγωγή για αυτόν, ασκούν και οι δύο γονείς του από κοινού, ως ενασκούντες τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου, κατά το άρθρο 1510 του ΑΚ και σε περίπτωση διαφωνίας τους αποφασίζει, κατά το άρθρο 1512 ΑΚ, το πρωτοδικείο, ενώ σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή διάσπασης της έγγαμης σχέσεως, την πολιτική αγωγή και την εκπροσώπηση του ανηλίκου έχει εκείνος στον οποίο έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση η γονική μέριμνα ή η επιμέλεια του ανηλίκου και σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων ο τυχόν διορισθείς ειδικός επίτροπος του άρθρου 1517 ΑΚ.

Όμως σε επείγουσες περιπτώσεις και κινδύνου από την αναβολή, (π.χ. λόγω απουσίας στο εξωτερικό του ενός γονέα ή διάστασης ή αδιαφορίας αυτού ή δυσκολίας ανεύρεσής του), την ως άνω δήλωση και παράσταση πολιτικής αγωγής, όπως και την έγκληση, υποβάλλει μόνος ο έτερος γονέας, ακόμα και όταν στρέφεται κατά του άλλου γονέα (ΑΠ 118/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ.ε' ΚΠΔ, το κεφάλαιο της αποφάσεως για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα εξετάζεται από το Εφετείο και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως, εξετάζει και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως που αφορά τις πολιτικές απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως, όχι μόνο όταν απουσιάζει ο πολιτικώς ενάγων, αλλά και όταν εμφανίζεται αυτός ενώπιον του Εφετείου υπό την ιδιότητα του μάρτυρα, χωρίς να παραιτείται με σχετική δήλωσή του της πολιτικής αγωγής και δίχως να επαναλαμβάνει την περί παραστάσεώς του ως πολιτικώς ενάγοντος δήλωση που έκανε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Το Εφετείο στην περίπτωση αυτή ερευνώντας το κεφάλαιο αυτό, αποφαίνεται για τη βασιμότητά του, χωρίς να δικαιούται μόνο να αυξήσει το ποσό που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως (ΑΠ 459/2014). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των έγγραφων της δικογραφίας και ειδικότερα, της παρεμπίπτουσας αναβλητικής απόφασης 23/2017 του ίδιου δικαστηρίου (που εκδόθηκε σε προγενέστερη δικάσιμο σε σχέση με την προσβαλλόμενη 63/2017 απόφαση), εμφανίστηκε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η Κ.

Σ. του Ι., ως ασκούσα αποκλειστικά τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Π. (δεδομένου ότι ο πατέρας του αδυνατούσε να την ασκήσει), η οποία δήλωσε ότι παρίσταται, ως και πρωτοδίκως, για λογαριασμό του, ως πολιτικώς ενάγουσα κατά του κατηγορουμένου και ζήτησε να επιδικαστεί σε αυτήν το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ, με επιφύλαξη, το οποίο επιδικάστηκε και πρωτόδικα, σαν χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη το ανήλικο τέκνο της από τις προαναφερόμενες πράξεις του κατηγορουμένου και ότι διορίζει πληρεξούσια δικηγόρο της, την δικηγόρο Ελένη Πατρικοπούλου.

Περαιτέρω, από τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφαση 64/2015 του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς προκύπτει, επίσης, ότι ενώπιον του εμφανίστηκε η ίδια και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα, με την ιδιότητα της ως ασκούσα την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της, κατά του κατηγορουμένου, αιτούμενη απ' αυτόν το ίδιο ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ, με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία έχει υποστεί το τέκνο της από τις πιο πάνω πράξεις του κατηγορουμένου.

Εξάλλου από το διατακτικό της ίδιας απόφασης προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υποχρέωσε τον κατηγορούμενο να καταβάλει στην πολιτικώς ενάγουσα, με την ιδιότητα της ως ασκούσα την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της, το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί από την πράξη του κατηγορουμένου.

Επομένως προκύπτει σαφώς ότι τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, παρέστη, παραδεκτά, ως πολιτικώς ενάγων το ανήλικο τέκνο, σε βάρος του οποίου τελέστηκαν οι αξιόποινες πράξεις, το οποίο λόγω της ανηλικότητας του εκπροσωπήθηκε από την μητέρα του, σ' αυτήν δε και επιδικάστηκε η χρηματική ικανοποίηση που ζήτησε.

Η αιτίαση του κατηγορουμένου σύμφωνα με την οποία προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο εκ του λόγου ότι δεν ήταν νομότυπη η παράσταση πολιτικής αγωγής, είναι αβάσιμη. Και τούτο γιατί ενώπιον και των δύο Δικαστηρίων η μητέρα του ανηλίκου παραστάθηκε με την ιδιότητα της ασκούσας αποκλειστικά τη γονική μέριμνα στην ανήλικο και όχι ατομικό.

Εξάλλου, το γεγονός της αδυναμίας εκπροσώπησης του ανηλίκου τέκνου και από τον πατέρα του (Χ. Β.) επιβεβαίωσε και ο ίδιος (πατέρας) κατά την εξέτασή του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δηλώνοντας ότι δεν ήταν αντίθετος με την παράσταση της πρώην συζύγου του ως πολιτικώς ενάγουσας για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, καθόσον, ο ίδιος ήταν κρατούμενος στις φυλακές ...

κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης δίκης. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα, σε σχέση με την παράσταση πολιτικής αγωγής είναι αβάσιμοι.

ΙV. Κατά το άρ. 189 του Ν. 2287/1995 (ΣΠΚ) τον Πρόεδρο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, όταν απουσιάζει, κωλύεται ή δεν υπάρχει, αναπληρώνουν κατά σειρά αρχαιότητας οι αντιπρόεδροι και αν κωλύονται ή δεν υπάρχουν, το κατά βαθμό ή αρχαιότητα επόμενο μέλος του Δικαστηρίου. Εξάλλου, κατά το άρ. 191 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, τα μέλη του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, όταν απουσιάζουν, κωλύονται ή δεν υπάρχουν, αναπληρώνουν μέχρι δύο το πολύ στρατιωτικοί δικαστές Α ή Β.

Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο που δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος, νομίμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, συγκροτήθηκε από τους: "Δικαστές: Α. Ν., Αναθεωρητή Β', Αντιπρόεδρο, (ο οποίος αναπληρώνει τον Πρόεδρο και τους αρχαιότερους Αντιπροέδρους, που κωλύονται, σύμφωνα με το άρθρο 189 ΣΠΚ) Τ.

Α., Π. Σ. και Γ. Ζ., Αναθεωρητές Γ', και Χ. Α., Στρατιωτικό Δικαστή Α (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. πρωτ. 1423/30-3-2017 Πράξη του Προέδρου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου προκειμένου ν' αναπληρώσει τους Αναθεωρητές που κωλύονται, σύμφωνα με το άρθρο 191 παρ. 1 ΣΠΚ) μέλη, τον Εισαγγελέα Β. Φ., Αναθεωρητή Γ', Αντεισαγγελέα, ο οποίος αναπληρώνει τον Εισαγγελέα που κωλύεται, κατ' άρθρο 190 παρ.1 ΣΠΚ".

Από το γεγονός δε ότι, μετά τα πιο πάνω στοιχεία του Αντιπροέδρου σημειώνεται η φράση "ο οποίος αναπληρώνει τον Πρόεδρο και τους αρχαιοτέρους αντιπροέδρους που κωλύονται, σύμφωνα με το άρ. 189 ΣΠΚ", δεν δημιουργείται καμιά ακυρότητα, ούτε συνακόλουθα ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. A' του ΚΠΔ, προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως.

Και τούτο γιατί η μη αναγραφή στην απόφαση του τρόπου αναπλήρωσης, τόσο του προέδρου όσο και των μελών του πιο πάνω δικαστηρίου, δεν επιτάσσεται από την πιο πάνω διάταξη ή άλλη διάταξη του ΣΠΚ, όπως αντιθέτως τούτο συμβαίνει κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν.1756/1988 (Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών), σύμφωνα με το οποίο οι αναπληρωτές των δικαστών των κοινών πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων ορίζονται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το οικείο δικαστήριο (ΑΠ 1113/2002, ΑΠ 834/1998).

Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι από τις πιο πάνω πλημμέλειες επήλθε απόλυτη ακυρότητα, λόγω μη νόμιμης συνθέσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. V. Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και στην πληρωμή της δαπάνης της παρασταθείσης πολιτικώς ενάγουσας με την προαναφερόμενη ιδιότητά της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-11-2017 αίτηση - δήλωση του Θ. Κ. του Θ., για αναίρεση της αποφάσεως 63/2017 του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δαπάνη της παρασταθείσης πολιτικώς ενάγουσας (με την προαναφερόμενη ιδιότητά της) που ανέρχεται στα πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Οκτωβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ