Supreme Court dismisses bank's appeal on debt cap calculation error regarding loan contract multipliers.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The lower court correctly applied Article 39 of Law 3259/2004 to limit the debt cap, rejecting the bank's argument that the appeal raised a valid ground for reversal. The court ruled that the bank's claim of a calculation error regarding the debt multiplier was unfounded and that the appellate court did not err in its legal interpretation or evidence assessment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 39 of Law 3259/2004; Art. 42 of Law 2912/2001: The Supreme Court held that the appellate court did not err in applying the statutory cap on debt limits, as the specific conditions for invoking the appeal regarding the calculation of the debt multiplier were not met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1746 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1746/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ε. Β. του Κ., 2. Δ. Β. του Ε., 3. Α. Β. του Ε. και 4. Κ. Β. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάρι Αναστασάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1884/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 3622/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-6-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 13-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με το άρθρο 30 παρ.1 του ν.2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ορίζεται ότι: "1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31/12/2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.
Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000.
Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού". Με το άρθρο δε 39 παρ.1, 2 και 12 του νεωτέρου ν. 3259/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 4-8-2004, ορίζεται ότι : "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1).
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου ... (παρ. 2α) ... Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως (ο νόμος αυτός) ισχύει" (παρ. 12). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πιστώσεως ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004, βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ.1 του ν.2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν.2912/2001, και περιορίσθηκε μόνο το οριζόμενο ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής και δεν καταργήθηκαν οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείσθηκαν από τη ρύθμιση εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου.
Το ως άνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και στη συνέχεια με τη διάταξη του αρθρ. 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει παραλλήλως προς το ν. 3259/2004, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται αναλόγως κατά τα λοιπά και μετά τη νέα ρύθμιση του ν. 3259/2004, σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου 39 του νόμου τούτου.
Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη, τόσο με τη γραμματική διατύπωση των εν λόγω διατάξεων, όσο και με σκοπό και τη βούληση του νομοθέτου, εγκειμένων, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του νεωτέρου ως άνω νόμου, στην βελτίωση των ισχυουσών ρυθμίσεων με τον περιορισμό της επιβαρύνσεως των οφειλετών από πολλαπλάσια χρέη σε σχέση με την αρχική οφειλή τους, λόγω του συνδυασμού υψηλών επιτοκίων και συχνότητος ανατοκισμού των ληξιπροθέσμων οφειλών, όχι δε και στη μεταβολή προς το χειρότερο της υφισταμένης ευνοϊκοτέρας ρυθμίσεως ως προς τον συντελεστή πολλαπλασιασμού (2 αντί 3) του αρθρ. 39 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αυτός ισχύει, αν οι σχετικές συμβάσεις δανεισμού ή πιστώσεων είχαν συναφθεί ή το οριστικό κλείσιμο του αλληλοχρέου λογαριασμού είχε συμβεί από 1.1.1991 και έως 31.12.2000 (Α.Π.345/2013, 842/2012, 1449/2012, 1379/2012, 912/2011, 26/2010).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου εννοίας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική δίκη μέρος των, τα εξής : "Δυνάμει των από 18.10.1991 και 19.2.1991 συμβάσεων δανείου, που συνήψαν οι ενάγοντες με την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία ακολούθως συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την εναγόμενη, έλαβαν από αυτήν δάνεια ποσού 8.000.000 δραχμών ή 23.477,62 ευρώ και 10.000.000 δραχμών ή 29.347,03 αντίστοιχα.
Τα δάνεια αυτά συμφωνήθηκε να αποπληρωθούν με το σύστημα της σύνθετης τοκοχρεωλυσίας σε προθεσμία 15 ετών, αρχής γενομένης την 15.11.1991 και 15.5.1991 αντίστοιχα, με σταθερό επιτόκιο 25% και 24% αντίστοιχα και με καταβολή 30 ισόποσων μηνιαίων δόσεων..., προς εξόφληση δε των ανωτέρω δανείων οι ενάγοντες, όπως συνομολογείται από την εναγόμενη, προέβησαν σε συνολικές καταβολές ποσού 51.035,60 ευρώ για την πρώτη ως άνω σύμβαση δανείου και ποσού 73.406,20 ευρώ για τη δεύτερη...
κατά την 4.8.2004, ημερομηνία εφαρμογής του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, η οφειλή των εναγόντων από τις επίδικες συμβάσεις είχε διαμορφωθεί στα ποσά των 30.693,74 ευρώ και 30.874,30 ευρώ αντίστοιχα... Εξάλλου, μετά την ισχύ του Ν. 3259/2004, οι ενάγοντες, με τις από 6.9.2004 αιτήσεις τους προς την εναγόμενη, ζήτησαν την αναπροσαρμογή της οφειλής τους από τις επίδικες δανειακές συμβάσεις.
Επ' αυτών η εναγομένη απάντησε με τα ως άνω υπ' αριθ. 7701 και 7702/3.12.2004 έγγραφα, δυνάμει των οποίων το ύψος της οφειλής των εναγόντων, αφού αυτή αναπροσαρμόστηκε με πολλαπλασιασμό των αρχικών κεφαλαίων με συντελεστή (3) και αφαίρεση των γενομένων υπό των εναγόντων καταβολών, ανερχόταν πλέον στα ποσά των 19.397,26 ευρώ και 14.635,08 ευρώ αντίστοιχα.
Ωστόσο, ο ανωτέρω υπολογισμός (πολλαπλασιασμός με το συντελεστή (3) επί του ληφθέντος κεφαλαίου) προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 39§1 ν. 3259/2004 και σε αυτή του άρθρου 42§ 1 ν. 2912/2001, διότι, με βάση όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και όπως δεν αμφισβητείται από την εναγόμενη, η εκταμίευση των δανείων έλαβε χώρα εντός της τρίτης περιόδου, όπως αυτή καθορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 42 ν. 2912/2001, ήτοι στο διάστημα μεταξύ 31.12.1990 και 31.12.2000, και συγκεκριμένα στις 6.11.1991 και 5.3.1991 αντίστοιχα.
Η διάταξη δε του άρθρου 42 του Ν. 2912/2001 εξακολουθεί να ισχύει και δεν καταργήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, με την οποία περιορίστηκε το πολλαπλάσιο, των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με το άρθρο 41 παρ. 1 και 2 του ν. 2912/2001, μόνο ως προς τα ανώτατα όρια, ήτοι του τετραπλασίου της απαιτήσεως που οριζόταν με τον παραπάνω νόμο και δεν καταργήθηκαν οι διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού...
πρέπει να αναγνωριστεί στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η χορήγηση των δανείων έλαβε χώρα το 1991, ότι ως συντελεστής πολλαπλασιασμού της "βάσης οφειλής" έπρεπε να χρησιμοποιηθεί το (2) και όχι το (3). Επομένως η οφειλή των εφεσίβλητων, με βάση τον ορθό τρόπο υπολογισμού διαμορφώνεται ως εξής: α) για την υπ' αριθ. 21847/1991 σύμβαση δανείου, 23.477,62 ευρώ (αρχικό κεφάλαιο πίστωσης) Χ συvτελεστή (2) = 46.955,24 ευρώ μείον 51.035,60 ευρώ (που αντιστοιχεί στο σύνολο των γενόμενων καταβολών) = 4.080,36 ευρώ, οπότε προκύπτει ότι οι ενάγοντες- εφεσίβλητοι κατέβαλαν αχρεωστήτως στην ενάγουσα εκκαλούσα το εν λόγω ποσό, β) για την υπ' αριθ. 21468/1991 σύμβαση δανείου, 29.347,03 (αρχικό κεφάλαιο πίστωσης) Χ
συvτελεστή (2) = 58.694,06 ευρώ μείον 73.406,01 ευρώ (που αντιστοιχεί στο σύνολο των γενόμενων καταβολών) = -14.711,95 ευρώ, οπότε προκύπτει ότι οι εφεσίβλητοι κατέβαλαν αχρεωστήτως στην εκκαλούσα το εν λόγω ποσό.
Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι κατέβαλαν αχρεωστήτως στην εκκαλούσα το συνολικό ποσό των 18.792,31 (4.080,36 + 14.711,95) ευρώ, κατά το οποίο η τελευταία πλούτισε χωρίς νόμιμη αιτία με αντίστοιχη ζημία τους και το οποίο πρέπει να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να τους καταβάλλει νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι και την ολοσχερή εξόφληση... Δεν έσφαλε συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω νομικών διατάξεων καθώς επίσης και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και έκανε δεκτή την αγωγή. Είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εκκαλούσα με την έφεσή της, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, ερμήνευσε την διάταξη του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 και δεν την παραβίασε μη προβαίνοντας στην εφαρμογή της, αφού δεν συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις της. Επομένως, ο, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., μοναδικός λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίον το Εφετείο δεχόμενο το αίτημα των αναιρεσιβλήτων περί διπλασιασμού και όχι τριπλασιασμού της οφειλής υπέπεσε στην εκ της ως άνω διατάξεως αναιρετική πλημμέλεια, διότι έκρινε εσφαλμένως ότι το πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίσθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 και 2 του ν. 2912/2001 περιορίσθηκε με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004 μόνον ως προς τα ανώτατα όρια, ενώ οι λοιποί συντελεστές, διπλάσιο ή τριπλάσιο αναλόγως του χρόνου συνάψεως της συμβάσεως δανείου, ως διαβαθμίσεις των οφειλών δεν κατηργήθησαν, τυγχάνει αβάσιμος, όπως και η αίτηση στο σύνολό της, αφού δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως. Κατά συνέπεια, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-6-2012 αίτηση της εταιρείας, με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3622/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ