1746/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚυριότητα αγρών κατά τον Οθωμανικό Νόμο «περί γαιών» της 7 Ραμαζάν 1274. Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
Legislator headnote
AI generated1746/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κτήση του δικαιώματος της εξουσιάσεως με δεκαετή κατοχή και καλλιέργεια, αναγνωρίσθηκε και από το άρθρο 2 του με αριθμ. 2468 Δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, καθώς και από το άρθρο 50 του Ν. 2052/1920, εφόσον η δεκαετία της κατοχής συμπληρώθηκε μέχρι τις 20 Μαΐου 1917.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1746 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Κυριότητα αγρών κατά τον Οθωμανικό Νόμο «περί γαιών» της 7 Ραμαζάν 1274. Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
Αριθμός 1746/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Τ. συζ. Χ., το γένος Β. Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Μηλιαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 239/1998 μη οριστική, 201/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 33/2004 μη οριστική, 236/2006 μη οριστική και 181/2008 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/1/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 20/12/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Παραδεκτά φέρεται για συζήτηση η από 12.1.2009 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 181/2008 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων μετά την έκδοση και κατάθεση στη γραμματεία του τελευταίου αντιγράφου της 517/2009 θετικής γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ., σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2298/1998, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 παρ.3 του ν. 2579/1998 και ίσχυε μέχρι την κατάργησή της με το άρθρο 13 παρ.9 του ν. 3790/2009 από τις 8.8.2009 και εφεξής, έχει δε εφαρμογή στην εξεταζόμενη υπόθεση.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα επί των γαιών ιδιωτικής φύσης δικαιώματα, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 147/1914, η κυριότητα των αγρών, οι οποίοι είναι δημόσιες γαίες, ανήκει στο Δημόσιο, η δε παραχώρηση αυτών σε ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση τίτλου (τοπίου) με τον οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 78 του ίδιου Νόμου, σε συνδυασμό προς το άρθρο 8 των οδηγιών περί εγγράφων τοπίων της 7 Σαμπάν 1276, προκύπτει ότι για την κτήση του δικαιώματος αυτού της εξουσιάσεως (μονίμου εγκαταστάσεως), αρκεί μόνη η πραγματική κατάσταση της επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, κατοχής και καλλιέργειας της δημόσιας γαίας, στην οποία αναφέρεται το δικαίωμα αυτό από τον εξουσιάζοντα, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι αυτή είναι κατά τη φύση και τον προορισμό της καλλιεργήσιμη και δεν πρόκειται για άλλης φύσης δημόσια γαία και δεν απαιτείται να εκδοθεί στο όνομα αυτού και τίτλος (ταπί) ο οποίος έχει απλώς χαρακτήρα αποδεικτικό.
Η κτήση του δικαιώματος της εξουσιάσεως με δεκαετή κατοχή και καλλιέργεια, αναγνωρίσθηκε και από το άρθρο 2 του με αριθμ. 2468 Δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, καθώς και από το άρθρο 50 του Ν. 2052/1920, εφόσον η δεκαετία της κατοχής συμπληρώθηκε μέχρι τις 20 Μαΐου 1917.
Με το άρθρο 49 του Ν. 2052/1920 ορίσθηκε περαιτέρω ότι όποιος έχει το δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτά δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του κτήματος, το δε Δημόσιο δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5, το δικαίωμα όμως αυτό του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει των άρθρων 101-104 του Δ/τος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του Ν. 1540/1938 περιήλθε αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών στους κατά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού συνιδιοκτήτες κατά τα 4/5 του ακινήτου.
Επίσης, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος β.ρ. Δικαίου, των ν. 12 πανδ. (18.7), ν. 14 παρ.8 πανδ.(11.7), ν.69 πανδ. (29.2), οποίες έχουν εφαρμογή όταν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρ.92 ΕισΝΑΚ), οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι που ορίζει ο ν.2310/1920 "περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής), εκτός από τους οικείους, δηλαδή τα τέκνα που τελούσαν υπό την πατρική εξουσία κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά με μονομερή δήλωση της βουλήσεως τους για αποδοχή αυτής (υπεισέλευση στην κληρονομία).
Η δήλωση αυτή, που αποτελεί μη απευθυντέα δικαιοπραξία, εκφράζεται είτε ρητώς (εγγράφως ή προφορικώς), είτε σιωπηρώς, συναγόμενη από τις πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση ανάμιξης στην κληρονομία και απόκτηση αυτής, χωρίς να απαιτείται πανηγυρικός τύπος γι' αυτήν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή κάποιας καταλυτικής ή παρακωλυτικής ενστάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε ότι, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο, δηλαδή έκταση εμβαδού 3.472,27 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "Μπρέσα" της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Μονοδενδρίου Ιωαννίνων και συνορεύει γύρω-γύρω με ιδιοκτησία Φ.
Π., με δημόσια δασική έκταση, με επαρχιακή οδό Ιωαννίνων-Μονοδενδρίου και με ιδιοκτησία αφών Ν. . Ανήκε κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας στην κατηγορία των "δημόσιων γαιών" και ένα τμήμα αυτής εμβαδού 1427,17 τ.μ. ήταν αγρός που εξουσιαζόταν από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, ενώ το υπόλοιπο τμήμα αυτής εμβαδού 2045,10 τ.
μ. ήταν δημόσιο δάσος, που ανήκε κατά κυριότητα στο Οθωμανικό Δημόσιο. Συγκεκριμένα το τμήμα της επίδικης εκτάσεως, που εικονίζεται στο συνημμένο στην πραγματογνωμοσύνη από Φεβρουαρίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Π. με περιμετρικά στοιχεία 72-Α-Β-Γ-99-92...117...42-41-40-72 εμβαδού 1427,17 τ.μ.
και συνορεύει με επαρχιακή οδό Ιωαννίνων-Μονοδενδρίου, με δημόσια έκταση με ιδιοκτησία Φ. Π. και τμήμα του επιδίκου (δάσος) ήταν κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας αγρός, τον οποίο κατείχε και καλλιεργούσε από το 1900 και επί δέκα τουλάχιστον συνεχή έτη μέχρι τις 20-5-1917 η απώτατη δικαιοπάροχος της ενάγουσας Π.
συζ. Μ. Θ.. Μετά το θάνατο αυτής κατά το έτος 1943 ο αγρός αυτός περιήλθε λόγω κληρονομικής διαδοχής στο γιο της Μ. Θ., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομιά της μητέρας του και εξακολούθησε να νέμεται και να κατέχει αυτόν με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη συνεχώς μέχρι το έτος 1995 που το μεταβίβασε και συγκεκριμένα το χρησιμοποιούσε για βόσκηση του ποιμνίου του, το έσπερνε με τριφύλλι και ξύλευε τα δένδρα που υπήρχαν στον αγρό.
Αυτός μεταβίβασε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή τον αγρό αυτό με το υπ1 αριθ. .../21-7-1995 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ζαγορίου Σταματίας-Γούλα-Ντούγια- που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ζαγορίου (στον τόμο 43 με α.α. ...) σε συνδυασμό με την .../31-3-1997 πράξη διορθώσεως του άνω συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σαρρή, που μεταγράφηκε επίσης νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ζαγορίου (στον τόμο 47 και α.α. ...) στη θυγατέρα του και άμεσο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Π.
σύζ. Β. Γ.. Αυτή συνέχισε να νέμεται και να κατέχει τον αγρό αυτόν με τα ίδια προσόντα μέχρι τις 3-11-1995, όταν μεταβίβασε κατά κυριότητα αυτόν δυνάμει του υπ' αριθ. .../3-11-1995 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ζαγορίου Σταματίας Γούλα-Ντούγια, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Ζαγορίου (στον τόμο 44 με α.α. ...) σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. .../31-3-1997 πράξη διορθώσεως του ανωτέρω συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σαρή που μεταγράφηκε επίσης νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ζαγορίου (στον τόμο 47 και αυξ.
αριθμό ...) στην ενάγουσα θυγατέρα της, η οποία συνέχισε έκτοτε να νέμεται αυτόν με διάνοια κυρίου κατά τα ανωτέρω. Κατ' ακολουθίαν των όσων εκτέθηκαν η απώτερη δικαιοπάροχος της ενάγουσας Π. συζ. Μ. Θ. είχε αποκτήσει κατά τα άρθρα 3 και 78 του Οθωμανικού νόμου "Περί γαιών", δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως μόνο στο προπεριγραφόμενο τμήμα της επίδικης έκτασης, εμβαδού 1427,17 τ.μ.
αφού τούτο ήταν καλλιεργήσιμος αγρός και αυτή τον κατείχε και τον καλλιεργούσε χωρίς δικαστική αμφισβήτηση επί δέκα τουλάχιστον συνεχή έτη μέχρι την 20-5-1917 και εν συνεχεία με την εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις Νέες χώρες απέκτησε, σύμφωνα με το άρθρο 49 του ν. 2052/1920 και δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του αγροτικού αυτού ακινήτου, ακολούθως δε περιήλθε σ' αυτήν και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου ποσοστού του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τα άρθρα 101 έως 104 του διατάγματος της 11/12-11-1929 και έτσι αυτή έγινε αποκλειστική κυρία του τμήματος τούτου.
Το δικαίωμα κυριότητας αυτής μεταβιβάσθηκε στον απώτερο δικαιοπάροχο και στη συνέχεια στην άμεση δικαιοπάροχο της ενάγουσας καθώς και στην ίδια κατά τον εκτεθέντα τρόπο και έτσι η ενάγουσα έγινε κυρία του ιδίου τμήματος του επιδίκου τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), δεδομένου ότι το εν λόγω τμήμα ακινήτου ήταν μετά την 20-5-1917 επιδεκτικό χρησικτησίας και αυτή μαζί με τους δικαιοπαρόχους παππού και μητέρα της, το νεμόταν με διάνοια κυρίου επί είκοσι τουλάχιστον έτη από της κατά την 23-2-1946 εισαγωγής του Αστικού Κώδικα μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Εξάλλου από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το υπόλοιπο του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 2045,10 τ. μ, ήταν κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας δάσος και συγκεκριμένα δασική έκταση καλυπτόμενη από βλάστηση δένδρων δρυός και λοιπών φυλλοβόλοι πλατύφυλλων κυρίως γαύρου με άτομα σφενδάμου, κρανιάς και λεπτοκαρυάς, δενδρώδους μορφής, από την οποία καλύπτεται και μέχρι σήμερα.
Συνεπώς, το εν λόγω τμήμα, ως δημόσιο δάσος ανήκε κατά κυριότητα στο Τουρκικό δημόσιο και έτσι μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου κατά το έτος 1913 περιήλθε στην κυριότητα του διαδόχου αυτού αιτία πολέμου Ελληνικού Δημοσίου (αρθρ. 2 του Ν. 147/1914 και Ν. 262/1914). Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και ιδίως το ότι τα προαναφερόμενα τμήματα της επίδικης έκτασης ήταν επί Τουρκοκρατίας το μεν πρώτο, εμβαδού 1427,17 τ.μ., καλλιεργούμενος αγρός, το δε δεύτερο, εμβαδού 2045,10 τ.μ., δάσος αποδεικνύεται τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ε.
Ρ. και Π. Μ., οι οποίοι από τη γέννηση τους (1923 και 1930 αντίστοιχα) κατοικούν μόνιμα στην περιοχή και έχουν προσωπική αντίληψη για την καλλιέργεια της πρώτης επίδικης έκτασης από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, όσο (και κυρίως) από την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης πραγματογνώμονας Φ. Μ.. Η εν λόγω πραγματογνώμονας προέβη στην ερμηνεία των φωτογραφικών που τέθηκαν υπόψη της οι οποίες είναι έγκυρες, έχουν ληφθεί από δημόσιους φορείς και απεικονίζουν την κατάσταση της περιοχής όπου βρίσκεται το επίδικο κατά τα έτη 1945 και 1983.
Όπως δε αναφέρει στην έκθεση της από την ερμηνεία των αεροφωτογραφιών προκύπτει ότι η μεν έκταση με στοιχεία 72-Α-Β-Γ-99...104-107-37-35-72 είχε το 1945 τη μορφή δάσους, η δε έκταση με στοιχεία 72-Α- V Β-Γ-99-92...117...42-41-40...72 παρουσιαζόταν το έτος 1945 ως γυμνή από δασική βλάστηση και πιθανόν να καλλιεργείτο. Από την ίδια έκθεση προκύπτει ότι στο δυτικό όριο και στη βόρεια πλευρά της τελευταίας έκτασης υπάρχει τοιχοποιία από ξηρολιθιά.
Άλλωστε το ότι μόνο το τμήμα του επιδίκου που εικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Π., όπως συμπληρώθηκε από τη δασολόγο Μ. Γ. με στοιχεία 72-Α-Β-Γ-99-92...117...42-41-40...72 έκτασης 1427,17 τ.μ. ήταν ανέκαθεν αγροτική έκταση επιβεβαιώνεται και από το από 1964 έγγραφο του Νομαρχιακού Ταμείου Ιωαννίνων από το οποίο προκύπτει ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας έλαβε αποζημίωση για τμήμα του αγροτικού του ακινήτου εκτάσεως 460 τ.μ.
το οποίο απαλλοτριώθηκε κατά το έτος 1964 κατά τη διάνοιξη της Επαρχιακής οδού Άνω Πεδινής-Βίτσας-Μονοδενδρίου-Χαράδρας Βίκου. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η 7-4-1997 ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της εφεσίβλητης είναι βάσιμη κατά το μέρος που αφορά την παραπάνω έκταση των 1.427,17 τ.μ και, αφού έκανε εν μέρει δεκτή την έφεση της τελευταίας, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και αναγνώρισε την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη κυρία της εκτάσεως αυτής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις που αφορούν την κτήση κυριότητας του επίδικου ακινήτου εκ μέρους των ως άνω (απώτατης και απώτερου) δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, ενώ δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και με βάση τα οποία οι ανωτέρω απώτατη και απώτερος δικαιοπάροχοι της ενάγουσας απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου των 1.427,17 τ.
μ με τους επικαλούμενους στην αγωγή τρόπους και, συνακόλουθα, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες και εφάρμοσε.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι ο πρώτος, από τον αριθ.1, και ο δεύτερος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα.
ΙΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αληθώς αποδίδει πλημμέλεια μόνο από τον αριθ. 11 περ.
γ' (και όχι και από τον αριθ. 12) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που προσκόμισε με επίκληση για την απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι και η ως άνω έκταση των 1.427,17 τ.μ ήταν ανέκαθεν δασική και συγκεκριμένα την από 25-9-1997 έκθεση αυτοψίας της δασολόγου Μ.
Γ.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το παραπάνω έγγραφο. Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από το εν λόγω έγγραφο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς τη φύση της επίδικης εκτάσεως ως δασικής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας του εγγράφου αυτού.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν.3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.1.2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 181/2008 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ