Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that lower court's reasoning on evidence evaluation is not a violation of substantive law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding the division of a shared property. The appellant argued the lower court made contradictory findings and failed to consider specific evidence, but the court determined these claims pertained solely to the evaluation of evidence. Consequently, the court ruled that the lower court's clear presentation of its evidentiary findings did not constitute a legal violation warranting reversal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, 8, 19 K.Pol.D.; An appeal based on the evaluation of evidence or the lack of specific mention of documents is inadmissible unless the lower court's reasoning is contradictory or insufficiently stated, failing to establish a violation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1746 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1746/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., το γένος Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο της Δήμητρα Μπελούμπαση.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... χας Ψ1, 2. ...του Ψ1 και 3. ...θυγ. Ψ1 οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βογιατζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-1-1977 και 29-1-1979 αγωγές του αρχικού ενάγοντος Χ1 που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11.747/1979 μη οριστική, 4666/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4960/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-11-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισσάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 8-1-2009 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων, την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του , στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Για την διαμόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη , με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πώς η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Δυνάμει του υπ' αριθμ. ...παραχωρητηρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στον απώτατο κοινό δικαιοπάροχο των διαδίκων Σ1, κατά τα αναφερόμενα στο εν λόγω παραχωρητήριο: "χώρος βραχώδης και αμμώδης, κείμενος κατά την επαρχία Αττικής, του Δήμου....εις θέσιν παρά τον δεύτερο όρμον του ακρωτηρίου ....
Καταμέτρησης του κτήματος 19,40+22.50 κατ' ανατολάς Β.Μ. 73,65, δυσμάς 72,30, άρκτον 70,50, μεσημβρίαν 57,25, ήτοι στρέμματα βασιλ. Τέσσαρα και 18%..., όρια αυτού κατ' ανατολάς με ρεύμα και θάλασσα, δυσμάς με βράχη, άρκτον δρόμον και μεσημβρίαν με θάλασσαν". Στη συνέχεια ο Σ1, με το υπ' αριθμ. ...συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Φωτίου Μέρμηγκα, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και παρέδωσε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, μετά της επ' αυτού οικοδομής, που είχε ανεγείρει, η οποία αποτελούνταν από δύο ισόγεια δωμάτια με ένα μαγειρείο, στον Π1, πατέρα του αρχικώς ενάγοντος Χ1.
Οι ως άνω συγκύριοι, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Σωκράτη Κορδαντωνοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, συμφώνησαν τα εξής: "Δια προσυμφώνου μεταξύ των γενομένου της ογδόης Σεπτεμβρίου τρέχ. Έτους, όπερ επισημοποιούσι δια του παρόντος, συνεφωνήθησαν μεταξύ των τα εξής σχετικώς του εν τω ...της περιφέρειας ...
οικοπέδου των, του παραχωρηθέντος παρά του Δημοσίου και ανήκοντος αυτής εξ ημισείας και εξ αδιαιρέτου Α)έκαστος εξ αυτών αναγνωρίζει όσας οικοδομάς επί του εν λόγω οικοπέδου οικοδόμησεν ο έτερος, καθιστώσι δε και αναγνωρίζουσι αμοιβαίως αυτούς ιδιοκτήτας και κυρίους των εν λόγων οικοδομών, των γνωστών ως ανηκουσών εις έκαστον εξ αυτών.
Το υπόλοιπον του γηπέδου θέλει εξακολουθήσει να μένει κοινόν εξ ημισείας και εξ αδιαιρέτου, αλλ' εν περιπτώσει διανομής ή άλλης τινός τακτοποιήσεως θέλει καταλογιστεί εις το μερίδιον εκάστου το εμβαδόν των οικοδομών του. Αι εν λόγω οικοδομαί είναι αι ακόλουθοι: 1) τα αρχικώς επί του λοφίσκου του ακρωατηρίου οικοδομηθέντα δύο δωμάτια, του μεν προς ανατολάς μετά των κατόπιν παραπλεύρως οικοδομηθέντων δύο δωματίων, ανηκόντων εις τον κ.
Π1, του δε προς δυσμάς μετά της υδαταποθήκης (στέρνας) ανήκοντος εις τον Σ1. 2) Κάτω εις το οικόπεδον της παραλίας ένα μικρόν μαγειρείον μετά συνεχόμενης αποθήκης και σταύλου, ανηκόντων εις τον Σ1 ως και το αντίκρυ δωμάτιον, χρησιμοποιούμενον δια το προσωπικόν του και τα τρία νέα δωμάτια τα οικοδομηθέντα παρ' αυτού, τελευταίον εις το άκρον του μανδροτοίχου του γηπέδου, 3) ένα μικρόν μαγειρείον μετά δωματίου υπηρεσίας, ευρισκομένου παραπλεύρως του μαγειρείου του Σ1, ανηκόντων εις τον Π1 και 4) μία μεγάλη οικία εκ πέντε δωματίων και της περιοχής της, συνισταμένης, κειμένης προς μεσημβρίαν των επί του λόφου οικοδομηθέντων δύο δωματίων ανήκουσα εις τον Σ1 .
Β) Ο Σ1 πωλεί και μεταβιβάζει εις την κυριότητα του Π1 το άνω εκτεθέν δωμάτιον, το εις αυτόν ανήκον εκ των αρχικώς οικοδομηθέντων μετά της επ' αυτού στέρνας, αντί τιμήματος δραχμών πεντακοσίων, εις το οποίον ποσόν συμπεριλαμβάνεται πάσα αξίωσης του Σ1 λόγω δαπανών του προς περιμάνδρωσιν του γηπέδου, του ανήκοντος αυτοίς.
Γ) παραπλεύρως του εν τη προηγουμένη παραγράφω εκτεθέντος δωματίου, του περιερχομένου ήδη εις την κυριότητα του Π1, προετοιμάζει ούτος οικοδομήν μικράς αποθήκης, ίσως και ενός άλλου δωματίου, η ιδιοκτησία των οποίων οικοδομών από τούδε αναγνωρίζεται ότι ανήκει εις αυτόν. Δ) Εάν ποτέ ο Π1 ήθελε αποφασίσει να οικοδομήσει εν δωμάτιον προς χρήσιν τραπεζαρίας επί του ακρωτηρίου του γηπέδου, υποχρεούται να θέσει την προς μεσημβρίαν οικοδομήν του γραμμήν ουχί πέραν της σχετικής παραλλήλου της μεγάλης οικίας του Σ1 , την δε προς ανατολάς πλευράν τουλάχιστον εις δέκα πέντε μέτρων απόστασιν από την δυτικήν πλευράν της οικίας Σ1 .
Του λοιπού δε απαγορεύεται εις τον Σ1 να επεκτείνει την οικοδομήν της μεγάλης οικίας ου προς δυσμάς, ούτε να ανεγείρει άλλην οικοδομήν ενώπιον των επί του ακρωτηρίου οικημάτων του Π1, ίνα μη παρεμποδίσει εις αυτόν την θέσιν της θαλάσσης. Ε) Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν, οποτεδήποτε ο κ. Π1 ήθελεν αποφασίσει να οικοδομήσει το προαναφερόμενον δωμάτιον /τραπεζαρίας/ επί της άνω μνημονευθείσης παραλλήλου γραμμής, συγκατατίθεται ο κ.
Σ1 να κατεδαφίσει το υπάρχον αναγκαίον του και μεταφερθεί, ανεγειρόμενον δαπάναις του κ. Π1, εις το όπισθεν παλαιόν βόθρον, του παλαιού κοινού αναγκαίου". Με το ως άνω συμβόλαιο οι συμβαλλόμενοι σαφώς συμφώνησαν ότι διανέμουν τμήματα του κοινού ακινήτου και συγκεκριμένα αυτά στα οποία είχαν ανεγείρει τις οικοδομές τους, με την περιοχή της μεγάλης οικίας (πέντε δωματίων) του Σ1 καθώς και αυτό στο οποίο θα οικοδομούσε ο Π1, τα οποία περιήλθαν στην αποκλειστική τους κυριότητα, παρέμεινε δε κοινό το υπόλοιπο ασκεπές τμήμα του οικοπέδου τους.
Η εν λόγω συμφωνία τους είναι διατυπωμένη με σαφήνεια και ακρίβεια, δεν δημιουργείται κενό ή αμφιβολία περί των δηλώσεων βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας, όπως ισχυρίζεται αβάσιμα η εκκαλούσα. Στη συνέχεια, περί το έτος 1920, οι ως άνω συγκύριοι, διαχώρισαν ατύπως το ακίνητο σε δύο ίσου εμβαδού τμήματα, ήτοι σε βόρειο και νότιο και το μεν βόρειο, το επί του λοφίσκου του ακρωατηρίου, στο οποίο βρίσκονταν οι οικοδομές που ανήκαν στον Π1, το έλαβε αυτός στην νομή του, το δε νότιο, προς την παραλία, στο οποίο βρίσκονταν οι οικοδομές που ανήκαν στον Σ1 το έλαβε αυτός στη νομή του.
Καθένα από τα ως άνω τμήματα είχε συνολική επιφάνεια 2009 τ.μ., ενώ δεν κατασκευάστηκε ποτέ στο κοινό όριό τους, ήτοι στη νοητή γραμμή από ανατολάς προς δυσμάς, που διαχωρίζει αυτό σε βόρειο και νότιο, οποιουδήποτε τύπου περίφραξη. Για κάθε τμήμα υπήρχε ξεχωριστή είσοδος και συγκεκριμένα ο μεν Π1 είχε είσοδο από το βόρειο όριο του τμήματός του, όπου υπήρχε ο παλαιός δρόμος ..., ο δε Σ1 από το ανατολικό όριο του τμήματός του, πέραν του οποίου εκτείνονταν ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου.
Τα εν λόγω τμήματα αποτυπώνονται με σαφήνεια στο από 27-5-1981 σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα αρχιτέκτονα - μηχανικού ..., το οποίο συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Ειδικότερα το αρχικώς κοινό ακίνητο εμφαίνεται με τα στοιχεία 1-2-15-14-12-13-1, έχει πλευρές βόρεια υπό τα στοιχ. 2-1, όπου υπάρχει τοίχος που διαχωρίζει το οικόπεδο από το δρόμο, δυτικά υπό τα στοιχεία 2-18-15, μήκους 72,30 μ.
όπου υπάρχει βραχώδες έδαφος, νότια υπό τα στοιχεία 15-14, μήκους 57,25 μ. και διαχωρίζει το οικόπεδο από τον αιγιαλό και ανατολικά υπό τα στοιχεία 14-12-13-1, μήκους 31,75+22,50+15,70=69,95 μ., πέραν του οποίου εκτείνεται γήπεδο 3.897 τ.μ., το οποίο παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στο Ψ1, δικαιοπάροχο των εναγομένων, με το υπ' αριθμ. ....
παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών. Τα δύο δε τμήματα, στα οποία στη συνέχεια είχε χωριστεί το όλο ακίνητο, με τις οικοδομές που υπήρχαν σ' αυτά κατά το έτος 1981, εμφαίνονται το μεν βόρειο υπό τα στοιχεία 12-13-1-2-30-12, το δε νότιο υπό τα στοιχεία 12-14-15-30-12. Επίσης, ως διαχωρισμένο σε βόρειο και νότιο τμήμα, εμφαίνεται το ως άνω ακίνητο και στο από 27-5-1937 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ..., το οποίο συντάχθηκε από αυτόν κατόπιν της υπ' αριθμ. 30032/610/18-5-1937 διαταγής της Δ.Δ.Κ., στο οποίο, εκτός από την προαναφερθείσα αποτύπωση του επιδίκου ακινήτου, αναφέρεται ότι ο Π1 κατέχει επιπλέον της εκτάσεως που εξαγόρασε από τον Σ1 βάσει του 24382 παραχωρητηρίου 367,50 τ.μ.
και οι κληρονόμοι του Σ1 κατέχουν επιπλέον της εκτάσεως του ιδίου παραχωρητηρίου 3.897 τ.μ. και αυθαιρέτως από το έτος 1926 6.800 τ.μ. Ως διαχωρισμένο σε βόρειο και νότιο αποτυπώνεται το ίδιο ακίνητο και στο από 12-4-1968 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου ...., μάρτυρος των εναγομένων, ο οποίος απωτύπωσε, κατόπιν εντολής του Ψ1, τις ως άνω ιδιοκτησίες, καθώς και όμορη αυτής, την οποία είχε αποκτήσει ο εντολέας του από το Ελληνικό Δημόσιο με το υπ' αριθμ. ...
παραχωρητήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας δε καταθέτει ότι, τις αποτυπώσεις αυτές τις παρακολουθούσε και ο Π1, χωρίς να εκφράσει αντιρρήσεις. Οι ανωτέρω νεμήθηκαν ο καθένας το τμήμα που έλαβε στην κατοχή του, με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου, κατοικώντας στις οικίες τους και χρησιμοποιώντας τον πέριξ αυτών χώρο μέχρι του θανάτου τους.
Ειδικότερα, αρχικά πέθανε ο Σ1 και στη συνέχεια ο Π1, πατέρας του αρχικώς ενάγοντος, το έτος 1937. Τον εν λόγω θανόντα (Π1) κληρονόμησε ο αρχικώς ενάγων Χ1 δυνάμει των από 14-2-1925 δύο ιδιογράφων διαθηκών, οι οποίες δημοσιεύθηκαν με τα υπ' αριθμ. 56/27-3-1937 και 57/27-3-1937 πρακτικά του Πρωτοδικείου Πειραιώς και κηρύχθηκαν κυρίες με τις υπ' αριθμ. 713/1937 και 714/1937 αντίστοιχα αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου, ο οποίος αναμείχθηκε στην κληρονομία του και συνέχισε να νέμεται το ως άνω τμήμα που είχε λάβει ο πατέρας του, έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής και συγκεκριμένα συνέχισε να κατοικεί στην οικία, οικοδόμησε σ' αυτό πρόσθετα δωμάτια τα οποία εκμίσθωνε, επέβλεπε και συντηρούσε το εν λόγω τμήμα.
Το υπόλοιπο νότιο τμήμα, μετά το θάνατο του Σ1, περιήλθε λόγω κληρονομικής διαδοχής στη θυγατέρα του ..., η οποία αναμείχθηκε στην κληρονομία του και συνέχισε να το νέμεται με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, χρησιμοποιώντας τις οικοδομές για να κατοικεί και τον περιβάλλοντα χώρο του, μέχρι τις 15-6-1942, οπότε με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Αντωνίου Ρωσσώνη, που μεταγράφηκε νόμιμα το μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή στον Ψ1, σύζυγο της πρώτης των εναγομένων και πατέρα των λοιπών. Ο ανωτέρω συνέχισε να νέμεται το ίδιο νότιο τμήμα, μέχρι τις 23-2-1946 με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, έκτοτε δε και μέχρι τις 10-9-1974 που πέθανε, με διάνοια κυρίου και συγκεκριμένα το επέβλεπε κατεδάφισε τα παλαιά κτίσματα που υπήρχαν και διατήρησε μόνο τη μεγάλη οικία, στην οποία παραθέριζε με την οικογένειά του....." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση των εναγομένων, εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί κτήσης ίδιας συγκυριότητας αυτών στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με κληρονομική διαδοχή, καθώς και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία και ακολούθως, απέρριψε την ένδικη περί διανομής αγωγή του αρχικού ενάγοντα, στη δικονομική θέση του οποίου, εξαιτίας του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης θανάτου του, υπεισήλθε η και ήδη αναιρεσείουσα, θυγατέρα του, ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που ως προς την εν λόγω αγωγή, είχε εκφέρει την ίδια κρίση, Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι όλοι οι δικαιοπάροχοι των διαδίκων νεμήθηκαν ο καθένας το εδαφικό τμήμα του κοινού ακινήτου, που περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητά του και, ειδικότερα, εκείνο στο οποίο είχαν ανεγείρει τις (χωριστές) οικοδομές τους, με την περιοχή της μεγάλης οικίας (πέντε δωματίων) του Σ1, καθώς και αυτό στο οποίο θα οικοδομούσε ο Π1, χρησιμοποιώντας τον πέριξ αυτών χώρο μέχρι τον επισυμβάντα θάνατό τους, περαιτέρω δε, με το να δεχθεί την αμέσως πιο πάνω ένσταση των αναιρεσιβλήτων ως ουσιαστικά βάσιμη, παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με το να μη προσφύγει σ'αυτούς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προπαρατέθηκαν, δεν διαπίστωσε έστω και έμμεσα, κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς το σαφές περιεχόμενο των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλόμενων μερών στο ...
συμβόλαιο, που προμνημονεύθηκε.`
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 390 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν.
Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη απ' αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (Ολ ΑΠ 8/2005, 848/1981, 111/1981).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί μη ύπαρξης κοινού των διαδίκων ακινήτου, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την από 18-1-2007 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας και εφαρμογής τίτλων και διαγραμμάτων των τεχνικών συμβούλων της αναιρεσείουσας ...
και ..., αγρονόμων, τοπογράφων μηχανικών και μία πρόσφατη επίγεια φωτογραφία του επίδικου ακινήτου, που η τελευταία επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του, με τις προτάσεις της της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους αγωγικού της ισχυρισμού, ότι το εν λόγω ακίνητο ανήκει από κοινού στους διαδίκους, κατά την ανήκουσα στον καθένα απ' αυτούς ιδανική μερίδα.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού , από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "απ' όλα ανεξαρτήτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς η αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε . Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψει αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των διαδίκων Σ1 και Π1 συμφώνησαν, με βάση το προμνημονευόμενο ... συμβόλαιο, να διανείμουν τμήματα του κοινού ακινήτου τους και να διατηρήσουν κοινό το υπόλοιπο ασκεπές τμήμα του οικοπέδου τους και περαιτέρω να δεχθεί τη μη ύπαρξη κοινού ακινήτου για διανομή, διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη διανομή του κοινού ακινήτου, τα όρια αυτού, καθώς και την προς βορράν είσοδο (μοναδική μέχρι το έτος 1960) του τελευταίου και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού όλες οι περιλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, -δηλαδή του περιεχομένου του ... συμβολαίου, την έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και του συνοδεύοντος αυτήν τοπογραφικού διαγράμματος, καθώς και της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης ...-, το από τις οποίες πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθώς και σε αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα της αναιρεσείουσας.
Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί των ορίων του κοινού οικοπέδου, καθώς και τα ειδικότερα, μνημονευόμενα σ' αυτόν αποδεικτικά στοιχεία που η ίδια επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του που οδηγούν σε διαφορετική κρίση, είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη, εφόσον οι πιο πάνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν είναι αυτοτελείς, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ενώ τα αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν "πράγματα", με την ίδια πιο πάνω έννοια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-11-2007 αίτηση της ... για αναίρεση της 4960/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ