Greek Supreme Court dismisses appeal on labor dispute grounds regarding evidence admissibility and employee status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece rejected the company's appeal against the labor court's decision regarding an employee's status and overtime claims. The appellant argued that the lower court failed to consider witness testimonies and relied on self-issued attendance records without proper signatures. The court held that the appellate court correctly evaluated the evidence and that irregular documents issued by the employee do not constitute grounds for reversal in labor disputes.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338-340, 346, 559(11), 352(1)-(2), 670, 671(1) of the Code of Civil Procedure; In labor disputes, courts must consider all evidence presented, including irregular documents issued by the employee, and failure to do so does not constitute a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1746 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1746/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΜΕΣΟΓΕΙΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στο Χολαργό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μακρή. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-4-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 620/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3637/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 9-9-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη.
Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 42/2002). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 352 παρ.1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δικαστική ομολογία που παρέχει πλήρη απόδειξη είναι μόνον εκείνη του διαδίκου που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την δίκη ή του εντεταλμένου δικαστού.
Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε τη θέση απλού εργαζομένου και όχι διευθυντικού της στελέχους, όπως η αναιρεσείουσα υποστήριξε, χωρίς να λάβει υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα προσαγόμενα με επίκληση από αυτήν αποδεικτικά μέσα, καθώς και ομολογία του αναιρεσιβλήτου περί της φύσεως της εργασιακής σχέσης.
Ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη την ομολογία του αναιρεσιβλήτου που προέκυπτε από την περιεχόμενη στην αγωγή του περιγραφή της εργασιακής του σχέσης και δη ότι εργάστηκε με απόλυτη επιτυχία σε επιτελικές θέσεις μεγάλων εταιριών στο χώρο της ελληνικής αγοράς αυτοκινήτων, μεταξύ των οποίων αρχικά ως πωλητής στην ".....
ΟΕ, TOYOTA", στη συνέχεια ως διευθυντής καταστήματος στη "RENAULT ..... ΟΕ", στη συνέχεια ως Διευθυντής καταστήματος της "MAZDA ΔΡΟΜΕΑΣ ΟΕ" και πριν προσληφθεί από την αναιρεσείουσα ως προϊστάμενος πωλήσεων και των τριών καταστημάτων της "TOYOTA ΒΑΣΙΛΗΑΣ ΑΕ". Ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος της αναιρεσείουσας του ζήτησε να παραιτηθεί από την εξέχουσα θέση που κατείχε και ότι τα καθήκοντα του στην ίδια συνίσταντο στον πλήρη "εν λευκώ" χειρισμό όλου του κλάδου πωλήσεως μεταχειρισμένων αυτοκινήτων.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο κατέληξε, έλαβε υπόψη τόσο τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και τα νομίμως επικαλούμενα από τους διαδίκους και προσκομισθέντα έγγραφα και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα.
Ενώ, από τα παραπάνω εκτιθέμενα στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου δεν προκύπτει ομολογία αυτού προς το σκοπό αποδοχής των ως άνω αμφισβητούμενων και επιβλαβών γι` αυτόν πραγματικών περιστατικών, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, στην πραγματικότητα δε με τα ως άνω αναφερόμενα πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ. 25/2003).
Αντίθετα δεν είναι πράγματα ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη ή γενικά άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε τη θέση απλού εργαζομένου και όχι διευθυντικού στελέχους παρέλειψε δε να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ο οποίος είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ότι σύμφωνα με ομολογία του αναιρεσιβλήτου που προέκυπτε από την περιγραφή στην αγωγή του της εργασιακής του σχέσης με την αναιρεσείουσα ότι η εν λόγω εργασιακή σχέση υπαγόταν στην εξαίρεση που ορίζει η διάταξη του άρθρου 2 εδ.
α' της Διεθνούς Συνδιάσκεψης της Ουάσινγκτων. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι "πράγμα" κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως. Ο ίδιος λόγος κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτος ως παντελώς αόριστος, αφού πλην της επικλήσεως των αριθμών 12 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, ουδεμία πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται, η οποία να μπορεί να στηρίξει λόγο αναιρέσεως από τις ως άνω διατάξεις Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως υπό την επίκληση του ίδιου πιο πάνω άρθρου (559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ.) προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να ερευνήσει πράγματα που στοιχειοθετούν την προβαλλόμενη, τόσο με την έφεση όσο και με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας, ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής και συγκεκριμένα ότι ο αντίδικος άσκησε την από 17-3-2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η ίδια να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης που θα εκδοθεί επί της κρινόμενης αγωγής του.
Ότι μετά την έκδοση προσωρινής διαταγής υπέρ του, επανήλθε στην εταιρία αρνούμενος να προσφέρει οποιαδήποτε υπηρεσία. Ακολούθως την 17-3-2003 άσκησε την από 17-3-2003 αγωγή του εις βάρος της αναιρεσείουσας με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας καθώς και μισθούς υπερημερίας, από την οποία όμως στη συνέχεια παραιτήθηκε με την από 18-4-2003 εξώδικη δήλωση του με την οποία δήλωσε σ' αυτήν ότι παραιτείται οικειοθελώς.
Όμως, όπως προέκυψε από τις μαρτυρικές καταθέσεις o αντίδικος δεν είχε εκφράσει κανενός είδους παράπονο σχετικά με τις αποδοχές του παρά μόνο το Μάρτιο του έτους 2003 οπότε και έλαβε χώρα η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού τα παραπάνω δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ.
με όσα δε πιο πάνω αναφέρονται πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.). Επειδή από το άρθρο 2 εδαφ. α' της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας της Ουάσιγκτων, που κυρώθηκε με το Ν. 2269/1920, κατά την οποία το νόμιμο καθ` ημέρα και εβδομάδα ωράριο εργασίας των μισθωτών δεν εφαρμόζεται επί προσώπων που κατέχουν θέση εποπτείας και διεύθυνσης ή εμπιστευτική προκύπτει ότι δεν υπόκεινται στις περί χρονικών ορίων διατάξεις του νόμου οι υπάλληλοι μεγάλων επιχειρήσεων, οι οποίοι λόγω των εξαιρετικών προσόντων και της προς αυτούς εμπιστοσύνης του εργοδότη, ασκούν καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης των υποθέσεων της επιχειρήσεως του εργοδότη ή σημαντικού τομέα αυτής, κατά τρόπον ώστε να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως και να διακρίνονται σαφώς από τους άλλους υπαλλήλους.
Ειδικότερα, ασκούν έναντι των άλλων υπαλλήλων πολλά από τα δικαιώματα του εργοδότη, όπως είναι το δικαίωμα πρόσληψης και απόλυσης του προσωπικού της επιχειρήσεως ή η ανάληψη ποινικών ευθυνών για την τήρηση των εργατικών νόμων, επέχουν έναντι αυτού θέση εργοδότη και συνήθως αμείβονται με μισθό σημαντικά ανώτερο από εκείνον με τον οποίο αμείβονται οι άλλοι υπάλληλοι.
Τα πρόσωπα αυτά, αφού δεν υπόκεινται στα ισχύοντα όρια για το χρόνο παροχής της εργασίας, δεν δικαιούνται αμοιβή και προσαυξήσεις για υπερεργασιακή ή υπερωριακή απασχόληση. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στις 20-8-1998 μεταξύ των διαδίκων, ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα η οποία διατηρεί επιχείρηση πώλησης καινούργιων και μεταχειρισμένων αυτοκινήτων μάρκας ΤΟΥΟΤΑ στη ....., για να εργαστεί ως υπεύθυνος πωλήσεων.
Με την ειδικότητα αυτή εργάστηκε μέχρι 7-3-2003 με μηνιαίο μισθό 695.358 δρχ. (μικτά) για το έτος 1998, 715.358 δρχ. για το έτος 1999, 687.822 δρχ. για το έτος 2000, 613.931δρχ. για το έτος 2001, 2255.00 ευρώ για το έτος 2002 και 2118,65 ευρώ για το έτος 2003. Τα καθήκοντα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ήταν έμπειρος πωλητής με 15ετή προϋπηρεσία σε μεγάλες επιχειρήσεις στο χώρο της ελληνικής αγοράς του αυτοκινήτου, ήταν η εκτίμηση και η αγορά μεταχειρισμένων αυτοκινήτων για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, η εύρεση πελατών, ο διακανονισμός χρηματοδότησης μέσω Τραπεζών, η χορήγηση εγγύησης στα πωλούμενα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα ύστερα από τεχνικό έλεγχο και η εύρεση συνεργατών εμπόρων αυτοκινήτων σε όλη την Ελλάδα.
Στη συνέχεια δέχτηκε ότι η κατά τα ανωτέρω διαμορφωθείσα εργασιακή σχέση του αναιρεσιβλήτου, με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και λογικής, δεν μπορεί να τον κατατάξει στην κατηγορία των "διευθυνόντων υπαλλήλων" δηλαδή υπαλλήλων που προσιδιάζουν στον κύριο της επιχείρησης, παρά το γεγονός ότι ελάμβανε αποδοχές κατά πολύ ανώτερες από αυτές του μέσου προσωπικού και δεν τηρούσε τα χρονικά όρια εργασίας των λοιπών εργαζομένων.
Και τούτο, γιατί κατά την εκτέλεση των προαναφερομένων καθηκόντων του δεν διέθετε τέτοιου βαθμού ανεξαρτησία, ώστε να επηρεάζει αποφασιστικά τις κατευθύνσεις της αναιρεσίβλητης Επιχείρησης, ούτε εκπροσωπούσε την τελευταία στις συναλλαγές της με τους τρίτους κατά τρόπο αποφασιστικό, ούτε ταυτιζόταν με αυτή.
Δεν αποδείχτηκε τέλος ότι ασκούσε επί του υπόλοιπου προσωπικού δικαιώματα που αρμόζουν στον εργοδότη όπως λ.χ. προσλήψεις απολύσεις εποπτεία κ.λ.π.. Ενόψει αυτών το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν κατείχε διευθυντική θέση στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας και απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση η οποία καθ' όμοιο τρόπο είχε ερμηνεύσει την ως άνω διάταξη.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Επειδή, από τα άρθρα 670 και 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, στα οποία ορίζεται ότι οι διάδικοι μέχρι το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τ` αποδεικτικά τους μέσα και δεν εκδίδεται απόφαση για διεξαγωγή απόδειξης και ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν έχουν τις προϋποθέσεις του νόμου, προκύπτει σαφώς ότι κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη και έγγραφα άκυρα που δεν έχουν συνταχθεί κατ` αποδεικτικό τύπο, ακόμη και αν έχουν εκδοθεί από τον επικαλούμενο αυτά διάδικο, όχι όμως και πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί ο νόμος που απέβλεψε στην ταχεία και χωρίς τυπικούς περιορισμούς αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας στις διαφορές από εξαρτημένη εργασία, δεν έφθασε μέχρι το σημείο να συγχωρήσει και τη χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών μέσων.
Τα εικονικά όμως αποδεικτικά μέσα δεν ανήκουν ούτε στην κατηγορία των πλαστών, ούτε στην κατηγορία των μη γνησίων εγγράφων. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση των αρ. 8, 10 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αληθώς όμως μόνο από τον αριθμ. 11α, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του, περί πραγματοποίησης από τον αναιρεσίβλητο υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας, σε παράνομα αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη και έγγραφα που αυτός (αναιρεσίβλητος) προσκόμισε και εμφάνισε ως δήθεν σημειώματα παρουσίας-παρουσιολόγια, τα οποία είχε εκδώσει ο ίδιος, δεν έφεραν δε την υπογραφή της ίδιας, αλλά είχαν κατασκευαστεί και είχαν υπογραφεί μόνο από αυτόν, ο οποίος είχε χρησιμοποιήσει την σφραγίδα της.
Ο λόγος αυτός, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού στις υποθέσεις της διαδικασίας των εργατικών διαφορών, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και όταν ακόμη έχουν εκδοθεί από τον επικαλούμενο αυτά διάδικο, επιτρέπεται η χρησιμοποίηση τέτοιων εγγράφων, χωρίς να ιδρύεται κάποιος λόγος αναιρέσεως από τις ως άνω επικαλούμενες διατάξεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-4-2007 αίτηση αναιρέσεως της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΜΕΣΟΓΕΙΩΝ Α.Ε." κατά της υπ' αριθμ. 3637/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ