Legislator Case Law & Legislation
1746/2007 AI generated

1746/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1746/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-4-2002, 10-6-2002, 10-2-2003 και 30-9-2003 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 759/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8341/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Απριλίου 2006 αίτησή τους και τους από 26 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

1746/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Keywords

AI generated
traffic accident dangerous overtaking hit-and-run road safety concerns excessive speed extreme speeding offence
AI generated
1208/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.
2081/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
746/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Α. Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δαούτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
1012/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:473/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3926/2009 προδικαστική και 5291/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2012 αίτησή της.
2337/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 4 αναιρεσίβλητη Υ1 απεβίωσε στις ... σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ...ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου Πατρέων ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής α) Σ1 σύζυγος Ψ1, β) ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1746 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1746/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2 , οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Γκότζη.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Ψ1 , 2. Ψ2 και 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-4-2002, 10-6-2002, 10-2-2003 και 30-9-2003 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 759/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8341/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Απριλίου 2006 αίτησή τους και τους από 26 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα: "Στις 9.12.2001 ο Ζ1 οδηγούσε το ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" με αριθμό κυκλοφορίας ....

ΙΧΕ αυτοκίνητό του, στη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας, της έχουσας τέσσερις λωρίδες ανά κατεύθυνση Λεωφόρου .... στην περιοχή ..... με κατεύθυνση από Αθήνα προς Πειραιά. Την 05.15 ώρα ενώ πλησίαζε στο ύψος του οικοδομικού αριθμού ..... δεν επέδειξε τη σύνεση και την τεταμένη προσοχή που απαιτεί ο νόμος (άρθρο 12 παρ. 1 ΚΟΚ) για την αποτροπή κινδύνου και τη μη παρεμβολή εμποδίων από τους οδηγούς χρήστες των οδών, αλλά απεναντίας, διαπιστώνοντας την ύπαρξη μεγέθους εμποδίων (δεμάτων με ενδύματα) στην πορεία του, πραγματοποίησε αιφνίδιο ελιγμό προς τ'αριστερά για την αποφυγή των πιο πάνω εμποδίων, αλλάζοντας λωρίδα κυκλοφορίας, χωρίς να θέσει σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης (φλας) και χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει τούτο ακινδύνως για τα ομορρόπως κινούμενα και ακολουθούντα οχήματα, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 21 παρ.

παρ. 1, 2 και 23 Ν. 2094/1992 (ΚΟΚ), με αποτέλεσμα ν'αποκλείσει την πορεία του πίσω απ'αυτόν και ομορρόπως κινούμενου, στην αριστερή λωρίδα της Λεωφόρου, μ'αριθμό κυκλοφορίας Κ1 ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του ενάγοντος Ψ2 οδηγούμενο την ώρα εκείνη από την επίσης ενάγουσα Ψ1 θυγ. Ψ2, που προσέκρουσε με την μπροστινή δεξιά πλευρά του οχήματος της στην πίσω αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του Ζ1 .

Στη συνέχεια το αυτοκίνητο του Ψ2 εκτράπηκε της πορείας του προς τ'αριστερά και αφού προσέκρουσε στις προστατευτικές μπάρες ασφάλειας επανήλθε στο οδόστρωμα και ακινητοποιήθηκε σε λοξή πορεία μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης από τ'αριστερά λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου, ενώ το αυτοκίνητο του Ζ1 συνεχίζοντας την ανέλεγκτη πορεία του, εκτράπηκε αυτής από τ'αριστερά προς τα δεξιά με πλαγιολίσθηση και αφού διέσχισε ολόκληρο το προς παραλία ρεύμα καθόδου ακινητοποιήθηκε ακυβέρνητο στο άκρο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος της Λεωφόρου με μέτωπο προς Αθήνα.

Αμέσως, μετά την πρώτη σύγκρουση, ο Π1, οδηγώντας το ασφαλισμένο στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ, αυτοκίνητο της συγκυριότητας αυτού και του ..... κατά ποσοστά 60% και 40% αντιστοίχως, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου ..... ομορρόπως και πίσω από το αυτοκίνητο του Ψ2, δεν επέδειξε σύνεση και τεταμένη προσοχή και δεν τηρούσε την από τον ΚΟΚ επιβαλλόμενη αρκετή απόσταση (ασφαλείας) από το προπορευόμενο του δικού του αυτοκίνητο (άρθρο 19 παρ. 7 ΚΟΚ), με αποτέλεσμα να προσκρούσει με το μπροστινό δεξιό τμήμα του οχήματος του στο πίσω δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του Ψ2 η οδηγός του οποίου (Ψ1), ενώ το όχημα της είχε ακινητοποιηθεί με λοξή πορεία προς τον άξονα της οδού και συγκεκριμένως το μισό στην αριστερή και το άλλο μισό στη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας, με μέτωπο προς το πεζοδρόμιο, δεν είχε λάβει κανένα προειδοποιητικό μέτρο για τα λοιπά αυτοκίνητα και δεν είχε θέσει σε λειτουργία τους δείκτες στάθμευσης (άρθρα 34 παρ. 9 και 81 αρ. 15 ΚΟΚ).

Στον ίδιο τόπο και χρόνο δέκα λεπτά αργότερα περίπου, από τις πιο πάνω διαδοχικές συγκρούσεις και ενώ στο μεταξύ διάστημα η οδηγός Ψ1 έθεσε σε λειτουργία τους προειδοποιητικούς δείκτες στάθμευσης του αυτοκινήτου της (αλάρμ) και προειδοποιούσε με σήματα τους διερχόμενους οδηγούς, αδυνατώντας μόνο να τοποθετήσει την ενδεικτική της στάθμευσης τριγωνική πινακίδα, γιατί το πόρτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου της όπου βρισκόταν η πινακίδα εξαιτίας των αλλεπάλληλων συγκρούσεων και των συνεπακόλουθων ζημιών του δεν ήταν δυνατό ν'ανοίξει, ο Χ1 , οδηγώντας την ασφαλισμένη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία "METROLIFE ΑΕΓΑ" με αριθμό κυκλοφορίας Κ2 δίκυκλη μοτοσικλέτα της κυριότητας του Χ2 ομορρόπως προς εκείνο του Ψ2 στη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου .....

με ταχύτητα υπερβολική ενόψει των συνθηκών του δρόμου, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τα ακινητοποιημένα στο οδόστρωμα αυτοκίνητα, μολονότι ο φωτισμός (τεχνητός) ήταν επαρκής (από 9-12-2001 έκθεση απλής αυτοψίας της Τροχαίας Αττικής) και όλοι οι πιο πάνω εμπλακέντες οδηγοί βρίσκονταν στο οδόστρωμα και δεν τροχοπέδησε, ούτε επιχείρησε οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό αν και το ελεύθερο τμήμα του οδοστρώματος ήταν επαρκές γι'αυτό.

Απεναντίας συνέχισε την ανεξέλεγκτη και ανεπίτρεπτη πορεία του -προς το σημείο του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου του Ψ2 και επέπεσε σ'αυτό με το μπροστινό τμήμα της μοτοσικλέτας, κτυπώντας το στο πίσω δεξιό μέρος του. Στη συνέχεια εκτινάχτηκε πάνω απ'αυτό και προσγειώθηκε στο οδόστρωμα. Απ' όλα τα πιο πάνω περιστατικά προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι για την πρώτη σύγκρουση μεταξύ Ψ1 και Ζ1 ως προς τον οποίο δεν εισήχθη η από 22-4-2002 αγωγή, αποκλειστικώς υπαίτιος υπήρξε ο τελευταίος, ενόψει των προαναφερόμενων παραβάσεων του ΚΟΚ.

Για τη δεύτερη σύγκρουση μεταξύ Ψ1 και Π1 υπάρχει συνυπαιτιότήτα των δύο αυτών οδηγών, το ποσοστό της οποίας και για όσες παραβάσεις του ΚΟΚ τους αποδίδονται πιο πάνω, ανέρχεται σε 70% για την Ψ1 και 30% για τον Π1 . Τέλος, για την πρόσκρουση της μοτοσικλέτας του Χ2 στο ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του Ψ2 αποκλειστικώς υπαίτιος είναι ο οδηγός της την ημέρα εκείνη, Χ1 , που παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 12 του ΚΟΚ, κατά τον προεκτιθέμενο τρόπο, ενώ η μη τοποθέτηση του προειδοποιητικού τριγώνου, που ήταν αδύνατο να εξαχθεί από το μπλοκαρισμένο πορτ-μπαγκάζ του ακινητοποιηθέντος οχήματος, όπως ήδη έχει αναφερθεί, δεν ήταν αυτή που προκάλεσε την πρόσκρουση της μοτοσικλέτας στο αυτοκίνητο, ορατό από ικανή απόσταση, υπό τον επαρκή φωτισμό της Λεωφόρου, με τα φώτα στάθμευσης τούτου σε λειτουργία, τους εμπλακέντες οδηγούς στο οδόστρωμα και με ελεύθερο τμήμα της οδού επαρκές για αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κρίνοντας ότι αποκλειστικώς υπαίτιος της συγκρούσεως και του εντεύθεν τραυματισμού του με το οδηγούμενο από την πρώτη των αναιρεσίβλητων Ψ1 θυγ. Ψ2 αυτοκίνητο, είναι ο ίδιος ο αναιρεσείων Χ1 , οδηγός της Κ2 δίκυκλης μοτοσυκλέτας, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρινούσης εκκαλουμένης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η από 30-9-2003 αγωγή των αναιρεσειόντων.

Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή ως προς το ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου αναφορικά με την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος, που τραυματίσθηκε και αυτό.

Ειδικότερα: 1) δεν διευκρινίζει ποιά ήταν η υπερβολική ταχύτητα με την οποία έβαινε η Κ2 δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσείων κατά τη στιγμή της συγκρούσεως αυτής με το σταματημένο επί της Λεωφόρου ..... Κ1 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε η πρώτη αναιρεσίβλητη, 2) δεν προσδιορίζει ποιός θα ήταν ο αποφευκτικός της συγκρούσεως ελιγμός του αναιρεσείοντος, χωρίς επιπλέον να διασαφηνίζεται ποιά ήταν η κατά το χρόνο της ένδικης σύγκρουσης θέση στη Λεωφόρο των λοιπών προηγουμένως συγκρουσθέντων οχημάτων, 3) δεν εξειδικεύει ποιά, κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, η θέση των επί της Λεωφόρου εμποδίων (δεμάτων με ενδύματα) και αν τα εμπόδια αυτά δυσχέραιναν την κίνηση της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσείων και 4) ενώ κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσείων έβαινε επί της δεύτερης από αριστερά λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου .....

δεν επεξηγεί το λόγο για τον οποίο η μοτοσυκλέτα αυτή προσέκρουσε στο πίσω δεξιό μέρος του αυτοκινήτου των αναιρεσίβλητων, το οποίο ήταν σταθμευμένο μισό στην αριστερή και το άλλο μισό στη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας, με μέτωπο προς το πεζοδρόμιο. Ενόψει των ανωτέρω ασαφειών και ανεπαρκειών στις αιτιολογίες, δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και συνεπώς κρίνονται βάσιμοι οι μοναδικοί λόγοι αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, όπως παραδεκτά (άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔικ) συμπληρώνονται από τον εισηγητή αρεοπαγίτη με την παρούσα εισηγητική έκθεση του.

Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος, δηλαδή κατά τις απορριπτικές, της από 20-7-2004 έφεσης και της από 25-11-2003 αγωγής των αναιρεσειόντων, διατάξεις της που αφορούν τους εδώ διαδίκους, και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, δυνάμενο να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, όπως στο σκεπτικό αναφέρεται, την 8341/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εξακοσίων σαράντα (1640) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ