Supreme Court dismisses appeal against lower court's invalidation of wills due to lack of mental capacity. Appeal rejected for inadmissible grounds and unreviewable evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Regional Court of Evia's decision invalidating public and private wills. The appellant argued the lower court erred in assessing the testator's mental state, but the Court found the appeal grounds inadmissible as they relied on evidence not properly raised or constituted mere unreviewable evaluation of documents. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 562(2), 571, 577, 559(12), 559(17), 559(20) of the Code of Civil Procedure; Appeals based on evidence not properly raised or constituting unreviewable assessment of documents are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1745 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1745/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 12η Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Νικολάου και της Παναγιώτας, κατοίκου Ερυθρών Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Κουνιάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) …..και 7) Χ. Κ. του Δ. και Δ., κατοίκων απάντων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γεωργούση, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 174/2020 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 174/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 20/2018 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, με την οποία είχε απορριφθεί αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας δημόσιας διαθήκης και ιδιόγραφων διαθηκών, λόγω έλλειψης συνείδησης των πράξεων του διαθέτη και ψυχικών και διανοητικών διαταραχών τούτου που περιόριζαν τη λειτουργία της βούλησης του κατά το χρόνο συντάξεώς τους.
Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ, θα ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).
Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1275/2018, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015).
Όπως δε προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το απαράδεκτο που καθιερώνεται από αυτήν αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση αναίρεσης είναι η συνδρομή εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος.
Το έννομο συμφέρον αυτού θεμελιώνεται στη βλάβη του ηττημένου διαδίκου από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης. Τέτοια βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του και επομένως η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικο του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη.
Το έννομο συμφέρον κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση και πρέπει να υφίσταται για κάθε ένα από τους λόγους αναίρεσης, εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αντίστοιχος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος. (ΑΠ 10/2019, ΑΠ 1320/2017, ΑΠ 342/2009).
Επί πλέον, από τις διατάξεις των άρθρων 127 ΑΚ και 63 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το 18° έτος της ηλικίας του, είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τότε ανίκανου παραστάντος στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων κατ' άρθρο 1510 ΑΚ την γονική μέριμνα αυτού γονέων του και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με τη συμμετοχή του ενήλικου διαδίκου (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1154/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά την εκτίμησή του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη 174/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιώμενος ότι το Εφετείο, που την εξέδωσε, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απέρριψε την έφεσή του ως προς όλους τους εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσίβλητους, χωρίς να λάβει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα θεμελιωτικά της ιστορικής βάσεως της αγωγής πραγματικά περιστατικά και αφήνοντας αδίκαστο αίτημά του.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον αναιρεσείοντα : α) κατά την 5.2.2020, οπότε συζητήθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας η έφεσή του κατά της 20/2018 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών που είχε απορρίψει την αγωγή του, ο έβδομος των αναιρεσιβλήτων, Χ. Κ. του Δ. και της Δέσποινας, εκπροσωπούμενος πρωτοδίκως ως ανήλικος από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτού γονείς του, ως γεννηθείς στις 23.2.2001, είχε συμπληρώσει το 18° έτος της ηλικίας του, όντας 18 ετών, 11 μηνών και 12 ημερών, πλην όμως, ως εφεσίβλητος, κατά παράβαση των διατάξεων ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, των άρθρων 127,1510 ΑΚ, 63,64 και 68 ΚΠολΔ δεν παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ως έδει, αλλά εκπροσωπούμενος από τους ως άνω γονείς του, οπότε δεν υφίστατο παθητική νομιμοποίησή του, β) η πέμπτη αναιρεσίβλητη Δ.
Ψ., του Δ. και της Μαρίας, σύζυγος Δ. Κ., όπως προκύπτει από την αρχή του δικογράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν παραστάθηκε ατομικά, αλλά μόνο για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της, Χ. Κ. και Ν. Κ., ενώ η έφεση του αναιρεσείοντος στρέφονταν και κατά της ίδιας ατομικά, οπότε το αίτημα της εφέσεώς του, να γίνει δεκτή και να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ως προς την συγκεκριμένη αναιρεσίβλητη παρέμεινε αδίκαστο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, είναι απαράδεκτος ως προς όλες τις φερόμενες παραβιάσεις των αριθμών 1, 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, για την επίκληση τους προς αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον ακόμη και στην περίπτωση που οι ως άνω διάδικοι θεωρηθούν δικονομικά απόντες στην κατ' έφεση δίκη, εξαιτίας της υποστηριζόμενης μη προσήκουσας παράστασής τους ενώπιον του Εφετείου, από μόνο το γεγονός αυτό δεν υφίσταται δικονομική ή άλλου είδους βλάβη ο αναιρεσείων, την οποία άλλωστε δεν συγκεκριμενοποιεί ούτε επικαλείται ότι υπέστη, εφόσον οι συγκεκριμένοι αναιρεσίβλητοι, κληθέντες να παραστούν ως εφεσίβλητοι κατά την εκδίκαση της στρεφόμενης και κατ' αυτών εφέσεως και μη παριστάμενοι νομίμως κατά την εκδίκασή της, δικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 524 παρ.4 ΚΠολΔ σαν να ήταν παρόντες, με συνέπεια οι τυχόν δυσμενείς επιπτώσεις από την ερημοδικία τους να μην αφορούν στον αναιρεσείοντα, αλλά στους ίδιους.
Άλλωστε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η προκειμένη υπόθεση αφορά στην αιτούμενη από τον αναιρεσείοντα ακύρωση δημόσιας και ιδιόγραφων διαθηκών, εξαιτίας της επικαλούμενης από τον ίδιο έλλειψης συνείδησης των πράξεων του διαθέτη και ψυχικών και διανοητικών διαταραχών τούτου που περιόριζαν τη λειτουργία της βούλησής του κατά το χρόνο συντάξεώς τους, ήτοι για ζήτημα που αναφέρεται σε άπαντες τους τετιμημένους με τις ως άνω διαθήκες αναιρεσίβλητους, ζήτημα το οποίο και μόνο κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος.
Τα παραπάνω δε ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι : α) ως προς τον έβδομο αναιρεσίβλητο, ο οποίος, κατά το χρόνο της συζήτησης της εφέσεως του αναιρεσείοντος είχε ενηλικιωθεί, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος και επειδή στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, και πράγματι προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ότι ο ισχυρισμός περί της μη προσήκουσας παράστασης του ως άνω αναιρεσίβλητου δεν προτάθηκε νόμιμα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, ενώ ο ίδιος γνώριζε την ηλικία αυτού από το χρόνο της άσκησης της αγωγής του, όπως διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως και συνεπώς δεν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε συντρέχει άλλος από τους αναφερόμενους στο ως άνω άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ λόγους για την κατ' εξαίρεση προβολή του το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, β) ως προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι η μη αναγραφή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αυτή παρίσταται ενώπιον του Εφετείου και ατομικά για λογαριασμό της και όχι μόνο ως ασκούσα μαζί με το σύζυγο της την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους, οφείλεται σε προφανή παραδρομή κατά την καθαρογραφή της, ενώ αυτή παραστάθηκε και ατομικά κατά τη συζήτηση της εφέσεως, ως τετιμημένη και η ίδια με τις προσβαλλόμενες διαθήκες, όπως προκύπτει από τις κατατεθειμένες ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, η διαθήκη, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 αρ.3 του ίδιου Κώδικα, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίηση της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική η διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους.
Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση, υψηλός πυρετός, επενέργεια τοξικής ουσίας κ.λ.π.) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησής του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου, αφού αρκεί η σε μεγάλο βαθμό σύγχυση της συνείδησης και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, στην οποία υπάγονται οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως είναι η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, η παράνοια και οι οργανοψυχικές παθήσεις, που οφείλονται σε παθολογοανατομίες αλλοιώσεις του εγκεφάλου ή άλλες εγκεφαλικές διαταραχές, όπως είναι οι ψυχώσεις της γεροντικής ηλικίας, όπως η γεροντική άνοια, όταν από αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.ά.
Και στις δύο όμως πιο πάνω περιπτώσεις, για να κριθεί ένα πρόσωπο ανίκανο για τη σύνταξη διαθήκης, απαιτούνται δύο επιπλέον προϋποθέσεις: 1) η παρεμπόδιση του ελευθέρου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη εξαιτίας της διαταραχής και 2) η αποφασιστική επιρροή της βούλησής του, δηλαδή η σημαντική μείωση της ικανότητας αντικειμενικού ελέγχου της πραγματικότητας από το διαθέτη.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 131 παρ.1 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 16 ν.2447/1996, σύμφωνα με την οποία "η δήλωση βουλήσεως είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του", προκύπτει, ότι η προαναφερόμενη ακυρότητα υφίσταται και σε κάθε δήλωση βουλήσεως που πραγματοποιήθηκε υπό το κράτος των ανωτέρω καταστάσεων.
Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, προς σύνταξη έγκυρης διαθήκης ο διαθέτης πρέπει να έχει ικανότητα προς τούτο, υπάρχουσα κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και καθ' όλη τη διάρκειά της. Δηλαδή η συνδρομή της ανικανότητας στις παραπάνω μορφές κρίνεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευση της ή η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί επιρροή.
Αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή για βαριά ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη, τότε δεν είναι αναγκαία η απόδειξή της κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αφού αυτή τεκμαίρεται λόγω της διάρκειάς της. Διαθήκη που συντάσσεται από τέτοιο ανίκανο προς σύνταξη διαθήκης πρόσωπο είναι αυτοδικαίως άκυρη και θεωρείται εξ αρχής μη γενομένη (άρθρα 1718, 180 ΑΚ), και καθένας, που έχει έννομο συμφέρον, και τέτοιο έχει ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος του διαθέτη, στον οποίο λόγω της ακυρότητας της διαθήκης περιέρχεται η κληρονομιά του, μπορεί να ζητήσει με αγωγή να αναγνωριστεί ότι η εν λόγω διαθήκη είναι άκυρη.
Η ικανότητα προς σύνταξη διαθήκης, κατά τεκμήριο υφίσταται και συνεπώς αυτός, που επικαλείται το αντίθετο του τεκμηρίου βαρύνεται με την απόδειξή του (ΑΠ 558/2021, ΑΠ 536/2021, ΑΠ 1181/2020, ΑΠ 405/2019, ΑΠ 553/2016). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011).
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Οι παραπάνω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 893/2020, ΑΠ 462/2019).
Επιπροσθέτως λόγοι αναίρεσης ιδρύονται : α) από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (περ. γ). Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ'αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ /2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που μ επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019) και β) από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν παραβιάστηκαν από το δικαστήριο της ουσίας οι ορισμοί του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).
Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του, γ) από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις που εντοπίζονται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης χωρίς να αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία με το αναιρετήριο καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η πλημμέλεια, (πλην των προαναφερομένων) από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς να αναφέρεται ότι οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις της εντοπίζονται στο διατακτικό της, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, χωρίς να αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της (Ολ.
ΑΠ 13/1995, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 860/2017). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011).
Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ.
εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 612/2020, ΑΠ 433/2020). Στην προκειμένη περίπτωση με την 174/2020 απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Στις 14-6-2012 απεβίωσε στη Θήβα ο θείος του ενάγοντος Γ.
Κ. - Ί. του Π. και της Άννας, ο οποίος ήταν άγαμος και άτεκνος. Ο ως άνω αποβιώσας κατέλιπε την υπ' αριθμό ... δημόσια διαθήκη του που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Θήβας Αγγελική Παπαϊωάννου - Σαρρή και η οποία νόμιμα δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμό ... πρακτικό δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας.
Με τη διαθήκη αυτή ο διαθέτης εγκατέστησε ως κληρονόμους του τον ενάγοντα και τους εναγόμενους καθώς επίσης και τους μη διάδικους Α. Κ. του Π. ο οποίος τυγχάνει αδελφός του, τα ανήψια του Σ. Κ. του Ν., Ά. Κ. του Ν. και την Έ. συζ. Α. Β., το γένος Δ. Τ.. Πιο συγκεκριμένα, ο ανωτέρω διαθέτης εγκατέστησε ως κληρονόμο του τον αδελφό του Α.
Κ.: α) Σε μία κατοικία που βρίσκεται στο υπ' αριθμό ... και φέρει αριθμό 138 και β) σε μία κατοικία που βρίσκεται στο υπ' αριθμό ... Επιπλέον, με την ίδια ως άνω διαθήκη: 1) Ο πρώτος και η δεύτερη των εναγομένων εγκαταστάθηκαν ως κληρονόμοι: α) Σε έναν αγρό, εμβαδού 4.000,00 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." Ταχίου Θηβών και β) σε έναν αγρό, εμβαδού 2.000,00 τ.μ.
που βρίσκεται στη θέση "..." Ταχίου Θηβών 2) Η πέμπτη εναγόμενη και τα ανήλικα τέκνα της Χ. και Ν. (τα οποία εκπροσωπούνται στη δίκη από την πέμπτη εναγόμενη- μητέρα τους καθώς επίσης και από τον έκτο εναγόμενο - πατέρα τους) εγκαταστάθηκαν ως κληρονόμοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, σε έναν αγρό εμβαδού 27.000,00 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." Αμπελοχωρίου Θηβών. 3) Η πέμπτη εναγόμενη εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος σε έναν αγρό, εμβαδού 18.000,00 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." Ταχίου Θηβών. 4) Η τρίτη και ο τέταρτος των εναγομένων εγκαταστάθηκαν ως κληρονόμοι σε δύο αγρούς, εμβαδού 10.000,00 τ.μ.
και 5.000,00 τ.μ. αντίστοιχα, που βρίσκονται στη θέση "..." Αμπελοχωρίου Θηβών καθώς επίσης και σε ένα οικόπεδο, εμβαδού 504,00 τ.μ., που βρίσκεται στη Θήβα. Τέλος, με την ίδια ως άνω διαθήκη ο διαθέτης όρισε ο ενάγων και οι ανηψιές του Ά. Κ. και Σ. Κ. καθώς επίσης και η Έ. Β.- Τ. να λάβουν το ποσό των διακοσίων ευρώ έκαστος ενώ σε σχέση με την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία του που θα υπήρχε κατά το χρόνο του θανάτου του, εγκατέστησε ως κληρονόμους του τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων σε ανταπόδοση των φροντίδων τους προς το πρόσωπο του.
Ακολούθως, ο ανωτέρων διαθέτης συνέταξε την από 17-3-2012 ιδιόγραφη διαθήκη (η οποία νόμιμα δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμό 176/2012 πρακτικό δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας) με την οποία κατέλιπε: α) στον αδελφό του Α. Κ. τις δύο κατοικίες που βρίσκονται στην περιοχή του Συνοικισμού Θήβας, β) στους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων τα χωράφια του που βρίσκονται στη θέση "..." Ταχίου Θήβας, γ) στην πέμπτη των εναγομένων και τα ανήλικα τέκνα της Χ.
και Ν. έναν αγρό, εμβαδού 27.000,00 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." Αμπελοχωρίου, δ) στην πέμπτη των εναγομένων έναν αγρό, εμβαδού 18.000,00 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." Ταχίου, ε) στους τρίτη και τέταρτο των εναγομένων τα χωράφια εμβαδού 10.000,00 τ.μ. και 5.000,00 τ.μ., που βρίσκονται στη θέση "..." Αμπελοχωρίου, στ) στην τρίτη εναγόμενη ένα οικόπεδο που βρίσκεται στη Θήβα, ζ) σε καθέναν από τους ενάγοντα και τα έτερα ανήψια του Ά.
Κ. και Σ. Κ. καθώς επίσης και την Έ. Β.-Τ. το χρηματικό ποσό των διακοσίων ευρώ. Τέλος, με την παραπάνω ιδιόγραφη διαθήκη όρισε ότι η υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία του που θα υπήρχε κατά το θάνατο του θα περιερχόταν στους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων. Περαιτέρω, ο διαθέτης φέρεται ότι κατέλιπε και την από 4-5-2012 ιδιόγραφη διαθήκη (η οποία νόμιμα δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμό 153/21-6-2012 πρακτικό δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας) με την οποία εγκατέστησε ως μοναδικό κληρονόμο του τον ενάγοντα σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του.
Επιπλέον, ο ίδιος ως άνω διαθέτης φέρεται ότι κατέλιπε και την από 16-5-2012 ιδιόγραφη διαθήκη (η οποία νόμιμα δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμό 189/26-7-2012 πρακτικό δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας) με την οποία εγκατέστησε εκ νέου ως μοναδικό κληρονόμο του τον ενάγοντα σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του.
Τέλος, ο ανωτέρω διαθέτης φέρεται ότι κατέλιπε και την από 8-6-2012 ιδιόγραφη διαθήκη του (η οποία νόμιμα δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμό ... πρακτικό δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας) με την οποία υποχρέωσε τον ενάγοντα να πάρει τα χρήματα που θα υπήρχαν κατά το θάνατο του για να πληρώσει τις γυναίκες που τον φρόντιζαν.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θήβας την από 26-11-2012 και με αριθμό κατάθεσης 632/ΤκΠ/ 28-11-2012 αγωγή σε βάρος του ενάγοντος με την οποία ζήτησαν: α) Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα λόγω πλαστότητας των από 4-5-2012, από 16-5-2012 και από 8-6-2012 ιδιόγραφων διαθηκών με κατανομαζόμενο πλαστογράφο τους τον εναγόμενο της παραπάνω αγωγής και νυν ενάγοντα και β) να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμά τους επί της κληρονομιάς του ανωτέρω διαθέτη βάσει της προαναφερόμενης υπ' αριθμό ...
δημόσιας διαθήκης και βάσει της παραπάνω από 17-3-2012 ιδιόγραφης διαθήκης. Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμό 18/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θήβας με την οποία κρίθηκε ότι οι ως άνω τρεις προσβαλλόμενες ιδιόγραφες διαθήκες είναι πλαστές καθόσον γράφηκαν και υπογράφηκαν από τρίτο πρόσωπο και όχι από τον διαθέτη και κατόπιν τούτου η αγωγή έγινε δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα των παραπάνω διαθηκών.
Η ως άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοσή της υπ' αριθμό 90/2019 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η έφεση που είχε ασκήσει ο εναγόμενος της παραπάνω αγωγής και ήδη ενάγων. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ενάγων δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής κατά το μέρος που αυτή αφορά στην αναγνώριση της ακυρότητας των προαναφερόμενων τριών ιδιόγραφων διαθηκών εφόσον αναγνωρίσθηκε τελεσιδίκως η ακυρότητα αυτών λόγω πλαστότητας και, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε σε όμοια κρίση, ορθά εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με τον πρώτο λόγο του δικογράφου της κρινόμενης έφεσης θα πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.
Ακολούθως, σε σχέση με την κατάσταση της διανοητικής υγείας του διαθέτη και της εξ αυτού του λόγου ικανότητας του για σύνταξη της προαναφερόμενης δημόσιας διαθήκης και της από 17-3-2012 ιδιόγραφης διαθήκης, αποδεικνύεται ότι ο διαθέτης, ηλικίας 85 ετών κατά το χρόνο της κατάρτισης τους, είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και ήταν ικανός για τη σύνταξη των παραπάνω διαθηκών κατά το χρόνο που καθεμία από αυτές καταρτίστηκε καθόσον το επέτρεπε τούτο η διανοητική του κατάσταση, γεγονός που προκύπτει από τις εμπεριεχόμενες στην ως άνω δημόσια διαθήκη βεβαιώσεις της συντάξασας αυτή συμβολαιογράφου και των τριών μαρτύρων και συνέπραξαν στην κατάρτισή της οι οποίοι βεβαίωσαν ότι η διανοητική κατάσταση του διαθέτη επέτρεπε τη σύνταξη της διαθήκης.
Επιπλέον, η Σ. Κ., η οποία τυγχάνει αδελφή του ενάγοντος και εξετάστηκε με επιμέλεια του τελευταίου ως μάρτυρας κατά τη συζήτηση της προαναφερόμενης από 26-11-2012 και με αριθμό κατάθεσης 632/ΤκΠ/28-11-2012 αγωγής των εναγομένων κατά του ενάγοντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θήβας, κατέθεσε με σαφήνεια ότι η διανοητική κατάσταση της υγείας του διαθέτη ήταν καλή κατά το χρόνο κατάρτισης των ως άνω διαθηκών αφού ο διαθέτης μπορούσε να συνεννοείται άνετα με τον κοινωνικό περίγυρο του, να διατυπώνει ευχερώς τις σκέψεις του, να λύνει σταυρόλεξα και, γενικότερα, είχε πλήρη επίγνωση των πρατομμένων αναφέροντας μάλιστα χαρακτηριστικά ότι "τα είχε τετρακόσια" (βλ.
τα υπ' αριθμό ... πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θήβας). Το ίδιο ως άνω συμπέρασμα ενισχύεται και από το περιεχόμενο της από 17-3-2012 ιδιόγραφης διαθήκης από το οποίο προκύπτει ότι ο διαθέτης ενθυμούνταν λεπτομερώς τα περιουσιακά στοιχεία του και διέθεσε κατά τρόπο συγκεκριμένο καθένα από αυτά στους κληρονόμους του.
Εξάλλου, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στις προτάσεις που κατέθεσε ο ενάγων αμυνόμενος κατά της προαναφερόμενης από 26-11-2012 και με αριθμό κατάθεσης 632/ΤκΠ/28-11-2012 αγωγής που είχαν ασκήσει οι εναγόμενοι σε βάρος του, δεν γίνεται καμία αναφορά περί της τυχόν κακής διανοητικής κατάστασης του διαθέτη αλλά, αντίθετα, ο ενάγων υπολάμβανε ότι ο διαθέτης ήταν πλήρως ικανός για τη σύνταξη διαθήκης χαρακτηρίζοντας μάλιστα αυτόν ως "ευφυέστερο πάντων"(βλ.
τις από 13-2-2014 προτάσεις που κατέθεσε ο ενάγων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θήβας προς απόκρουση της ανωτέρω προγενέστερης αγωγής των εναγομένων). Περαιτέρω, το ανωτέρω συμπέρασμα δεν αναιρείται από την επικαλούμενη από τον ενάγοντα υπ' αριθμό 36/2012 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θήβας (με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η από 30-11-2011 μήνυση που είχε υποβάλει ο διαθέτης κατά του πρώτου εναγομένου) στην οποία αναφέρεται ότι η πνευματική κατάσταση του διαθέτη δεν ήταν πάντα καλή λόγω γήρατος αφού το στοιχείο τούτο είναι γενικό και αόριστο και ως εκ τούτου δεν επαρκεί για να θεμελιώσει τυχόν κρίση περί ανικανότητας του διαθέτη για σύνταξη των παραπάνω διαθηκών.
Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι μετά την υποβολή της από 14-3-2012 αίτησης του ενάγοντος, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θήβας υπέβαλε προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Θήβας την από 14-3-2012 και με αριθμό κατάθεσης 157/ΕκΜ/14-3-2012 αίτηση με την οποία ζήτησε να τεθεί ο διαθέτης σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης επειδή αδυνατούσε να επιμεληθεί του εαυτού του και της περιουσίας του λόγω και της διαρκούς πτώσης των νοητικών ικανοτήτων και της δυσκολίας σύνθετης έκφρασης (όπως αναφέρεται στην εν λόγω αίτηση) και επ' αυτής εκδόθηκε, κατά τη διάταξη του άρθρου 781 παρ. 1 ΚΠολΔ, η από 14-3-2012 προσωρινή διαταγή της δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας με την οποία διορίστηκε ως προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης του διαθέτη ο ενάγων μέχρι τη συζήτηση της ανωτέρω αίτησης η οποία, όμως, ουδέποτε συζητήθηκε αφού ο διαθέτης απεβίωσε.
Ωστόσο, μόνο το γεγονός της έκδοσης της ως άνω προσωρινής διαταγής δεν αποδεικνύει άνευ ετέρου την επικαλούμενη κακή διανοητική κατάσταση του διαθέτη και πολύ περισσότερο δεν υποδηλώνει ανικανότητά του για σύνταξη των επίμαχων διαθηκών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, αφενός μεν επειδή ο διαθέτης δεν κλήθηκε ούτε και έλαβε μέρος κατά της συζήτηση της προσωρινής διαταγής αλλά ούτε και προκύπτει ότι έλαβε γνώση με οποιονδήποτε τρόπο της σχετικής διαδικασίας που κινήθηκε αποκλειστικά με ενέργειες του ενάγοντος, αφετέρου δε επειδή στην ως άνω υποβληθείσα αίτηση γίνεται λόγος για σταδιακή μείωση των διανοητικών λειτουργιών του διαθέτη όχι εξαιτίας κάποιας νόσου αλλά λόγου της ηλικίας του, γεγονός που είναι φυσιολογικό αλλά δεν επαρκεί για να χαρακτηριστεί ο διαθέτης ως ανίκανος για τη σύνταξη των ανωτέρω διαθηκών....Επιπλέον..." συνεχίζει το Εφετείο, "στην από 1-3-2012 ιατρική γνωμάτευση της ειδικής νευρολόγου Έ.
Π. - Μ. (η οποία μνημονεύεται στην προαναφερόμενη αίτηση για την υποβολή του διαθέτη σε κατάστασης δικαστικής συμπαράστασης) αναγράφεται ότι ο διαθέτης έπασχε από ανοϊκή συνδρομή που είχε ως αποτέλεσμα τη μέτρια έκπτωση των νοητικών λειτουργιών του με διαταραχή προσανατολισμού αλλά παρά ταύτα είχε αυτογνωσία αναγνωρίζοντας ότι οι ανώτερες νοητικές λειτουργίες του και η μνήμη του είχαν εκπέσει, στοιχεία που δεν καταδεικνύουν ανικανότητα του διαθέτη για τη σύνταξη των πιο πάνω διαθηκών.
Τέλος, το συμπέρασμα περί της ικανότητας του διαθέτη για τη σύνταξη των επίμαχων διαθηκών δεν αναιρείται αλλά, αντίθετα, ενισχύεται και από το περιεχόμενο της επικαλούμενης από τον ενάγοντα με ημερομηνία 2-5-2012 έκθεσης κοινωνικής έρευνας της κοινωνικής λειτουργού Δ. Γ. στην οποία, αν και αναφέρεται ότι ο διαθέτης έπασχε από άνοια, απώλεια- αδυναμία μνήμης και εμφάνιζε περιορισμένη όραση με συνέπεια να έχει περιορισμένη ικανότητα αυτόνομης διαβίωσης, εντούτοις εμφανίζεται ως πρόσωπο που είχε πλήρη επίγνωση της κατάστασής του και της αδυναμίας του που είχε επέλθει λόγω του γήρατος και ανησυχούσε σχετικά με τα πρόσωπα που θα τον φρόντιζαν αλλά και για την τύχη της περιουσίας του μετά το θάνατο του και, συνεπώς, είχε πλήρη συνείδηση των πράξεων του και κατ' επέκταση ήταν ικανός να συντάξει τις ως άνω διαθήκες...".
Στη συνέχεια των παραδοχών του αυτών το Τριμελές Εφετείο Ευβοίας απέρριψε ως αβάσιμη κατ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 20/2018 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει ομοίως ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή του ίδιου για αναγνώριση ακυρότητας των επίδικων, δημόσιας και ιδιόγραφων διαθηκών, λόγω έλλειψης συνείδησης των πράξεων του διαθέτη και ψυχικών και διανοητικών διαταραχών τούτου που περιόριζαν τη λειτουργία της βούλησής του κατά το χρόνο συντάξεώς τους.
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσής του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, συλλήβδην πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 11, 12, 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος, κατά την εκτίμησή του, ότι αυτή με το να δεχθεί, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο κατάρτισης των επίδικων διαθηκών είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και ήταν ικανός για τη σύνταξή τους κατά το χρόνο που κάθε μία εξ αυτών καταρτίσθηκε, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1718, 1719 περ. 3 και 180 ΑΚ, επί πλέον δε προσέδωσε αυξημένη (πλήρη) αποδεικτική ισχύ στη βεβαίωση της συμβολαιογράφου και των παρισταμένων μαρτύρων κατά τη σύνταξη της ως άνω δημόσιας διαθήκης, περί της ικανότητας του διαθέτη για τη σύνταξή της, καθώς και στην κατάθεση της μάρτυρα αδελφής του και στις απόψεις του ίδιου ως διαδίκου στα πλαίσια προηγούμενης δίκης, ενώ τα ως άνω πρόσωπα δεν διαθέτουν ιατρικές γνώσεις, και δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα που ο ίδιος προσκόμισε και επικαλέσθηκε, μη διαλαμβάνοντας στις παραδοχές της το πλήρες περιεχόμενο της 36/2012 Διάταξης του Εισαγγελέα Πλημ/κών Θηβών, που απέρριψε μήνυση του διαθέτη κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου ως αβάσιμη, στην οποία περιλαμβάνονταν η κατάθεση του μάρτυρα Ι.
Π., ότι η πνευματική κατάσταση του διαθέτη δεν ήταν πάντοτε καλή λόγω γήρατος, ούτε το πλήρες περιεχόμενο της από 1.3.2012 ιατρικής γνωμάτευσης της ειδικής νευρολόγου Έ. Π. - Μ., της από 2.5.2012 έκθεσης κοινωνικής έρευνας της κοινωνικής λειτουργού Δ. Γ. και της προσωρινής διαταγής για τη θέση του διαθέτη σε δικαστική συμπαράσταση, αλλά αναφέρθηκε σε επιλεκτικά μέρη τούτων, καταλήγοντας με τον τρόπο αυτό σε λανθασμένο συμπέρασμα περί της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη κατά την κατάρτιση των επίδικων διαθηκών.
Το Τριμελές Εφετείο Ευβοίας με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης των επίδικων διαθηκών, δημόσιας και ιδιόγραφε " ο διαθέτης δεν παρουσίαζε έλλειψη συνείδησης των πράξεών του ούτε ψυχικές και διανοητικές διαταραχές που περιόριζαν τη λειτουργία της βούλησής του, αλλά αντίθετα είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα για τη σύνταξή τους, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1718, 1719 περ.3 και 180 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι οι προσβαλλόμενες διαθήκες (δημόσια και ιδιόγραφη) δεν είναι άκυρες εξαιτίας ελλείψεως δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη κατά το χρόνο της σύνταξής τους.
Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο Ευβοίας, αφού δέχθηκε κατ' αρχήν ότι ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής κατά το μέρος που αυτή αφορά στην αναγνώριση της ακυρότητας των από 4.5.2012, 16.5.2012 και 8.6.2012 ιδιόγραφων διαθηκών, εφόσον αναγνωρίσθηκε τελεσιδίκως με την 90/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου η ακυρότητα αυτών λόγω πλαστότητας, χωρίς η παραδοχή του αυτή να προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης, στη συνέχεια, σε σχέση με την κατάσταση της διανοητικής υγείας του διαθέτη και της εξ αυτού του λόγου ικανότητας του για σύνταξη πλέον μόνο των ως άνω προσβαλλόμενων από 15.3.2012 δημόσιας διαθήκης και από 17-3-2012 ιδιόγραφης διαθήκης, διέλαβε στις παραδοχές του :
I) ότι ο διαθέτης, ηλικίας 85 ετών κατά το χρόνο της κατάρτισης της, είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και ήταν ικανός για τη σύνταξή τους, καθόσον το επέτρεπε τούτο η διανοητική του κατάσταση, γεγονός που προκύπτει από τις εμπεριεχόμενες στην 10.551/15.3.2012 δημόσια διαθήκη βεβαιώσεις της συντάξασας αυτήν συμβολαιογράφου και των τριών μαρτύρων και συνέπραξαν στην κατάρτισή της οι οποίοι βεβαίωσαν ότι η διανοητική κατάσταση του διαθέτη επέτρεπε τη σύνταξη της διαθήκης, το περιεχόμενο της οποίας είναι όμοιο με την σχεδόν κατά τον ίδιο χρόνο συνταχθείσα από 17.3.2012 ιδιόγραφη διαθήκη, II) ότι η εξετασθείσα ως μάρτυρας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θήβας, αδελφή του αναιρεσείοντος, στα πλαίσια της προηγούμενης αγωγής που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι σε βάρος του για την ακυρότητα λόγω πλαστότητας των ως άνω ιδιόγραφων διαθηκών, κατέθεσε με σαφήνεια ότι η διανοητική κατάσταση της υγείας του διαθέτη ήταν καλή κατά το χρόνο κατάρτισης των μεταγενεστέρων της προσβαλλόμενης ιδιόγραφων διαθηκών, οι οποίες κρίθηκαν τελεσίδικα πλαστές, αναφέροντας ότι ο διαθέτης μπορούσε να συνεννοείται άνετα με τον κοινωνικό περίγυρο του, να διατυπώνει ευχερώς τις σκέψεις του, να λύνει σταυρόλεξα και, γενικότερα, είχε πλήρη επίγνωση των πραττομένων, επί πλέον δε και ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων αμυνόμενος κατά της ως άνω σε βάρος του προηγούμενης αγωγής σε ουδεμία αναφορά προέβη περί της τυχόν κακής διανοητικής κατάστασης του διαθέτη αλλά, αντίθετα, υπολάμβανε ότι ο διαθέτης ήταν πλήρως ικανός για τη σύνταξη διαθήκης χαρακτηρίζοντας μάλιστα αυτόν ως "ευφυέστερο πάντων", III) ότι από το περιεχόμενο των ίδιων των προσβαλλόμενων διαθηκών προκύπτει, ότι ο διαθέτης ενθυμούνταν λεπτομερώς τα περιουσιακά στοιχεία του και διέθεσε κατά τρόπο συγκεκριμένο καθένα από αυτά στους κληρονόμους του,
ΙV) ότι η αναφορά, στην απορριφθείσα ως αβάσιμη, με την 36/2012 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θήβας, από 30.11.2011 μήνυση που είχε υποβάλλει ο διαθέτης κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου, ότι η πνευματική κατάσταση του διαθέτη δεν ήταν πάντα καλή λόγω γήρατος δεν επαρκεί για να θεμελιώσει τυχόν κρίση περί ανικανότητας του διαθέτη για σύνταξη της προσβαλλόμενης διαθήκης, καθόσον το στοιχείο αυτό είναι γενικό και αόριστο, V) ότι, μόνο το γεγονός της έκδοσης, κατόπιν της από 14.3.2012 αιτήσεως του αναιρεσείοντος περί θέσεως του διαθέτη σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης, προσωρινής διαταγής της δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας με την οποία διορίστηκε ο ίδιος ως προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης του διαθέτη ο ενάγων μέχρι τη συζήτηση της ανωτέρω αίτησης, η οποία, όμως, ουδέποτε συζητήθηκε, αφού ο διαθέτης απεβίωσε, δεν αποδεικνύει άνευ ετέρου την επικαλούμενη κακή διανοητική κατάσταση του διαθέτη και πολύ περισσότερο δεν υποδηλώνει ανικανότητά του για σύνταξη των επίμαχων διαθηκών, καθόσον ο διαθέτης δεν κλήθηκε ούτε και έλαβε μέρος κατά της συζήτηση της προσωρινής διαταγής αλλά ούτε και προκύπτει ότι έλαβε γνώση με οποιονδήποτε τρόπο της σχετικής διαδικασίας που κινήθηκε αποκλειστικά με ενέργειες του αναιρεσείοντος, επί πλέον δε στην αίτηση αυτή γίνεται λόγος για σταδιακή μείωση των διανοητικών λειτουργιών του διαθέτη όχι εξαιτίας κάποιας νόσου αλλά λόγου της ηλικίας του, γεγονός που είναι φυσιολογικό αλλά δεν επαρκεί για να χαρακτηριστεί ο διαθέτης ως ανίκανος για τη σύνταξη των ανωτέρω διαθηκών και VI) ότι στην από 1-3-2012 ιατρική γνωμάτευση της ειδικής νευρολόγου Έ.
Π. - Μ. αναγράφεται ότι ο διαθέτης έπασχε από ανοϊκή συνδρομή που είχε ως αποτέλεσμα τη μέτρια έκπτωση των νοητικών λειτουργιών του με διαταραχή προσανατολισμού αλλά παρά ταύτα είχε αυτογνωσία αναγνωρίζοντας ότι οι ανώτερες νοητικές λειτουργίες του και η μνήμη του είχαν εκπέσει, στοιχεία που δεν καταδεικνύουν ανικανότητα του διαθέτη για τη σύνταξη των πιο πάνω διαθηκών, αλλά αντίθετα ενισχύουν το συμπέρασμα περί της ικανότητας αυτού για τη σύνταξη των επίδικων διαθηκών, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της από 2-5-2012 έκθεσης κοινωνικής έρευνας της κοινωνικής λειτουργού Δ.
Γ. στην οποία, αν και αναφέρεται ότι ο διαθέτης έπασχε από άνοια, απώλεια- αδυναμία μνήμης και εμφάνιζε περιορισμένη όραση με συνέπεια να έχει περιορισμένη ικανότητα αυτόνομης διαβίωσης, εντούτοις εμφανίζεται ως πρόσωπο που είχε πλήρη επίγνωση της κατάστασής του και της αδυναμίας του που είχε επέλθει λόγω του γήρατος και ανησυχούσε σχετικά με τα πρόσωπα που θα τον φρόντιζαν αλλά και για την τύχη της περιουσίας του μετά το θάνατο του.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως ως προς το μέρος του, με το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβίαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επιπλέον, ο ως άνω λόγος κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτος, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος : α) ως προς το μέρος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον, όπως σαφώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει αναμφιβόλως από τις αιτιολογίες της, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ανωτέρω επίδικου ζητήματος συνεκτιμώντας τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει αναλυτικά στην απόφασή του, κατά τα λοιπά δε και απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί μη λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκόμισε και επικαλέσθηκε αυτός αφορούν σε απόψεις και επιχειρήματα του ίδιου σχετικά με την εκτίμησή τους, ήτοι πλήττουν την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, β) ως προς το μέρος του με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας ελεύθερα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, όλα τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει σε κάποιο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε από το νόμο αλλά εκτίμησε ανελέγκτως τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα.
Απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης και κατά το μέρος του με το οποίο καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω αοριστίας, καθόσον στο αναιρετήριο γίνεται μόνο μνεία της παραβίασης του αριθμού αυτού και δεν καθορίζονται οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ούτε και σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα των διατάξεων αυτών, ως έδει, για να είναι ορισμένος, αλλά και κατά το μέρος του με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι επίσης απαράδεκτος γιατί οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί παραμόρφωσης από το Εφετείο των προαναφερομένων προσκομισθέντων και επικληθέντων από τον ίδιο εγγράφων δεν αφορούν σε "διαγνωστικό λάθος" αυτών, αλλά στην πραγματικότητα αναφέρονται σε, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου των επικαλούμενων αποδεικτικών μέσων, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο ίδιος θεωρεί ορθό.
Δηλαδή οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν σε παράπονα αναγόμενα στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των εγγράφων. Τα παραπάνω ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός, όσον αφορά την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι και αβάσιμος γιατί το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως ότι οι επίδικες (δημόσια και ιδιόγραφη) διαθήκες δεν είναι άκυρες λόγω έλλειψης συνείδησης των πράξεων του διαθέτη και ψυχικών και διανοητικών διαταραχών τούτου που περιόριζαν τη λειτουργία της βούλησής του κατά το χρόνο συντάξεώς τους, όπως υποστήριζε ο αναιρεσείων, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά η κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 7.9.2020 αίτηση αναιρέσεως του Π. Κ. του Ν. για αναίρεση της 174/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδάφ.6 ΚΠολΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.9.2020 αίτηση του Π. Κ. για αναίρεση της 174/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ