Legislator Case Law & Legislation
1745/2019 AI generated

Supreme Court quashes lower court conviction for unpaid social security contributions due to lack of specific reasoning regarding defendant's role.

Case Number 1745/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled a criminal conviction for failure to pay social security contributions because the lower court failed to provide specific reasoning regarding the defendant's legal obligation. The defendant argued the judgment lacked sufficient justification for holding him personally liable as a director rather than just an employer. Consequently, the case was remitted for retrial before a new panel of judges to address these procedural defects.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473, 474, 510, 519 of the Code of Civil Procedure; Article 1 of Law 86/1967: A criminal conviction for non-payment of social security contributions is void if the judgment fails to specifically establish the defendant's legal obligation to withhold and remit the contributions, thereby requiring a retrial.

Keywords

AI generated
social security contributions criminal conviction annulment lack of specific reasoning employer liability retrial procedure Code of Civil Procedure legal obligation establishment

Cited Legislation

AI generated
Articles 473, 474 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 86/1967
Article 510 of the Code of Civil Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1745 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1745/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μαγγίνα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθ.260/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Στυλιανό Δαρέλλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. ΓΤ 2160/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.9.2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1295/19.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 12-09-2019, αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. ΓΤ 2160/28-6-2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, η οποία μετατράπηκε προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε την 24-07-2019 και η ένδικη αναίρεση ασκήθηκε την 12-09-2019 με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (της εικοσαήμερης προθεσμίας ανασταλείσας κατά το χρονικό διάστημα από 1η έως 31ης Αυγούστου, κατ' άρθρα 473 παρ. 2, 3, 4, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, όπως ίσχυαν πριν τον Ν. 4620/2019, εφαρμόζονται όμως στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα άρθρα 585 και 589 παρ. 2 του νέου ΚΠοινΔ, αφού η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε πριν την 1-7-2019), περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ). Είναι επομένως τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατ' ουσίαν.

Κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 86/1967, όπως ισχύει, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας, οποιασδήποτε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών.

Κατά δε την παρ. 2 του άνω άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, προκειμένου να τις αποδώσει στους πιο πάνω Οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός, από τότε που έγιναν απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των άνω εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, που κυρώθηκε με το ν. 21 13/1952, οι εισφορές πρέπει να καταβληθούν από τον υπόχρεο μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο, ο οποίος έχει.

κατά τα άνω, ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα εγκλήματα της μη καταβολής των εισφορών αυτών (εργοδοτικών - εργατικών) συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του α.ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, που παρέχουν εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους.

Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου α.ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, με την δε παράγραφο 4 του άρθρου 115 του ν. 2556/1994, όπως ισχύουν κάθε φορά, που αναφέρονται στην ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα για την καταβολή των φόρων που οφείλουν στο Δημόσιο τα πρόσωπα αυτά, εφαρμόζονται, κατ' αναλογίαν, και για την καταβολή των οφειλομένων στο ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών.

Περαιτέρω, ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/2012 προστέθηκε παράγραφος 7 στο άρθρο 1 του α.ν. 86/1967, η οποία ορίζει: "Για εργοδότες μη φυσικά πρόσωπα, που δεν καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ή των φορέων ή κλάδων ή λογαριασμών των οργανισμών των οποίων τις εισφορές εισπράττει ή συνεισπράττει το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ως αυτουργοί των αδικημάτων του παρόντος άρθρου θεωρούνται: α) Στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, οι πρόεδροι των Α.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω".

Συνεπώς, επί νομικού προσώπου φερομένου ως εργοδότου εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, πρέπει να προσδιορίζεται και η μορφή του νομικού προσώπου και αν πρόκειται για εταιρεία και η εταιρική της μορφή καθώς και η θέση και ιδιότητα που έχει ο κατηγορούμενος κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών στο οικείο ασφαλιστικό Οργανισμό, χωρίς να αρκεί ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχειρήσεως (ΑΠ 45/2018, ΑΠ469/2017) Εξάλλου, για ασφαλιστικές εισφορές που έχουν γεννηθεί μέχρι τις 11-4-2012 και οφείλουν ανώνυμες εταιρίες, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνο ο διευθύνων σύμβουλος αυτής.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα, από την αποδεικτική διαδικασία, πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Κατ' ακολουθίαν τούτων, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, απόφασης πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο, ως άνω, αξιοποίνων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας του ασφαλισμένου στους εν λόγω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (ΟλΑΠ 1/1996, ΑΠ 20/2017), ως και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη από την άσκηση επιχείρησης, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης (ΑΠ 45/2018, ΑΠ 473/2015), καθόσον έτσι δημιουργείται ασάφεια ως προς τη νομική υποχρέωση τούτου (ήτοι του αναφερομένου, απλώς, ως εργοδότη) για καταβολή των εισφορών και δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 360/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν, ως Εφετείο, Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθμό ΓΤ 2160/2019 απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: ? "Ο εκκαλών - κατηγορούμενος καταδικάστηκε πρωτοδίκως, δυνάμει της εκκαλουμένης υπ' αριθ. 85410/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για την πράξη της μη έγκαιρης καταβολής (παρακράτησης) εργατικών εισφορών, που οφείλονται στο ... (ως καθολικό διάδοχο του ...) για την απασχόληση από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία S....

ΑΕ με ΑΜΕ ...212 και έδρα στη ..., προσωπικού με σχέση εξαρτημένης εργασίας κατά την περίοδο 1.4.11 - 31.10.11, υπό την ιδιότητα "υπεύθυνου" της εργοδότριας εταιρίας. Ενόψει δε του ότι, όπως διευκρινίστηκε από τον εξετασθέντα ενόρκως μάρτυρα κατηγορίας Α. Α., οι οφειλές 4/11 αφορούν στο δώρο Πάσχα έτους 2011, που ήταν καταβλητέες εντός διμήνου και δη, έως 1.7.11 και οι λοιπές οφειλές αφορούν στις αναλογούσες εισφορές επί των αποδοχών των εργαζομένων της περιόδου 5/11-10/11 που ήταν καταβλητέες μετά πάροδο 30 η μέρων από κάθε μήνα απασχόλησης, έπεται ότι ο αληθής χρόνος τελέσεως της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξεως είναι από 1 .7.2011 έως 1.12.2011, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις στην αρχή της παρούσας υπό στοιχ.

I και όχι "28.7.2011, 17.11.2011, 02.12.2011", όπως αναγράφεται εσφαλμένως στην αποδοθείσα σε βάρος του κατηγορία και πρέπει συνεπώς να κατ' ορθότερον ο χρόνος τελέσεως της εν λόγω πράξεως κατά τα προδιαληφθέντα. Πέραν τούτου, ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί ιδιότητα "εργοδότη" στο πρόσωπο του και, συνεπώς, όφειλε να καταβάλει στο ταμείο το υπ' αυτού παρακρατηθέν ποσό των 17.169,44 ευρώ ως εργατικές εισφορές, εντός του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος, για το υπ' αυτού απασχοληθέν προσωπικό, το οποίο, όμως, δεν έπραξε.

Ισχυρίζεται δε δια του συνηγόρου υπερασπίσεώς του ότι συντρέχει περίπτωση εξαλείψεως του αξιοποίνου της αποδιδόμενης σε βάρος του πράξεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 106η του Πτωχευτικού Κώδικα, ως ίσχυσε πριν την 11.4.2012, που τροποποιήθηκε με το ν. 4072/12, διότι με την υπ' αυτού προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 688/16.6.2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή αίτηση της οφειλέτιδος εταιρίας περί άμεσης επικυρώσεως συμφωνίας εξυγίανσης μεταξύ της εταιρίας και της πλειοψηφίας των πιστωτών της, η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως στο ΓΕΜΗ.

Όμως, ενόψει των, ως άνω, νομικών σκέψεων υπό στοιχ. II, ο εν λόγω υπερασπιστικός ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, αφού η επικαλούμενη από τον κατηγορούμενο απόφαση (688/14) δεν εκδόθηκε κατά το χρονικό διάστημα 15-9-2011 μέχρι 11-4-2012, που ίσχυσε η ευμενέστερη διατύπωση του άρθρου 106 αλλά μετά τη γενόμενη τροποποίηση του στις 11.4.12, με αποτέλεσμα οι έννομες συνέπειες της αποφάσεως αυτής να διέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 106η του Πτωχευτικού Κώδικα ως ίσχυσαν από 11.4.12 και εντεύθεν.

Υπό τις άνω περιστάσεις κρίνεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σε βάρος του πράξη της μη καταβολής εργατικών εισφορών για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, αφού, έχοντας απασχολήσει αυτή την χρονική περίοδο στην άνω εταιρία προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο ανωτέρω Ταμείο, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία και εντός διμήνου για το δώρο Πάσχα 4/11, το συνολικό ποσό των 17.169,44 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις υπ' αυτού παρακρατηθείσες ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ), με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, εντούτοις δεν το έπραξε.

Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης, ως άνω, σε βάρος του πράξης, αναγνωριζομένων όμως στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, διότι κρίνεται ότι η εργοδότρια εταιρία περιήλθε σταδιακά σε δεινή οικονομική κατάσταση από το 2009 και εντεύθεν, λόγω της ύφεσης, που επιτάθηκε λόγω δραστικών αλλαγών στην αγορά αυτοκινήτου, όπου δραστηριοποιείτο (για παράδειγμα, επήλθε αλλαγή στην εμπορική πολιτική των εισαγωγέων αυτοκινήτων, που μείωσαν τις πιστώσεις και τις προμήθειες των αντιπροσώπων και απαιτούσαν πληρωμή των παραγγελιών μετρητοίς, ενώ κατά τα έτη 2010 έλαβε χώρα ακύρωση συμβάσεων συνεργασιών της εταιρίας με τις εισαγωγικές εταιρίες των οχημάτων VOLKSWAGEN AUDI, SKODA, SEAT, FIA Τ), σε συνδυασμό με την αύξηση των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών της κατά πελατών της, όπως έγινε δεκτό με την υπ' αριθ. 688/14 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αποτέλεσμα να βρεθεί σε αδυναμία εκπληρώσεως των επίμαχων, ως άνω, υποχρεώσεών της.".

Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Από 1.7.2011 έως 1.12.2011, με την ιδιότητα του ως ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ της επιχειρήσεως με A.M.Ε.: ...212 S.... ΑΕ που εδρεύει στη Τ. Κ: ... στην οδό ... με ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ απασχολώντας κατά την μισθολογική περίοδο από 01-04-2011 έως 31-10-2011 στην επιχείρηση αυτή, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας- προσωπικό, το οποίο υπάγεται στην ασφάλιση του .... "...." ως καθολικού διαδόχου του συγχωνευθέντος δια απορροφήσεως δυνάμει του άρθρου 58 του Ν. 3655/08 Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων υπεισελθόν σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού, δηλαδή σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης, που υπάγεται στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, προς το οποίο είχε την υποχρέωση να καταβάλλει, για την ασφάλιση του ως άνω προσωπικού, εισφορές, μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μηνός, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, τέλεσε τις κατωτέρω αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις: Αν και παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) αυτών που εργάσθηκαν (απασχολήθηκαν) στην επιχείρηση του, ποσού 17.169,44 Ευρώ με σκοπό να τις αποδώσει στον ως άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε αυτές σε αυτόν, μέσα σε έναν μήνα από τότε που αυτές κατέστησαν απαιτητές, καθιστάμενος με τον τρόπο αυτό τιμωρητέος για υπεξαίρεση.".

Με τις παραδοχές, όμως αυτές, το ως άνω Δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, υπάρχει ασάφεια, αφού δεν διευκρινίζεται στην απόφαση αν ο αναιρεσείων ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο (1/7/2011 έως 1/12/2011) διευθύνων σύμβουλος της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας, ώστε να ανακύπτει νομική υποχρέωσή του να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδει αυτές μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της επιχείρησης προς το ΙΚΑ.

Μόνη δε η αναφερόμενη στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ιδιότητα του κατηγορουμένου -αναιρεσείοντος ως εργοδότη της επιχείρησης με την επωνυμία ".... ΑΕ" δεν καθιστά αυτόν, χωρίς καμία άλλη διευκρίνιση της θέσης του στην εταιρεία, υπόχρεο για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών (ΑΠ 1378/2016).

Σημειώνεται ότι ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται αναφορά ότι η ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία κατά τον ανωτέρω χρόνο μη καταβολής των εργατικών εισφορών τελούσε σε καθεστώς διάλυσης ή συγχώνευσης και ότι τυγχάνουν εφαρμογής άλλες διατάξεις για την πληρωμή των ανωτέρω εισφορών.

Προσέτι ναι μεν η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της μη καταβολής εργατικών εισφορών στο ... για το χρονικό διάστημα από 1-7-2011 μέχρι 11-11-2011 έχει υποπέσει σε παραγραφή, λόγω παρόδου οκτώ ετών από την τέλεση της πράξεως μέχρι σήμερα, πλην όμως ενόψει της αναφοράς στην προσβαλλόμενη απόφαση του συνολικού ύψους των μη καταβληθεισών για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα εργατικών εισφορών και όχι των κατά μήνα μη καταβληθεισών εργατικών εισφορών καθίσταται αδύνατη η οριστική παύση της ποινικής δίωξης για το εν λόγω χρονικό διάστημα.

Επομένως, κατά παραδοχή του σχετικού με την ανωτέρω πλημμέλεια, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ., βάσιμου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).?

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. ΓΤ 2160/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2019.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ