Supreme Court dismisses second appeal request as inadmissible due to prior unexamined appeal and rejects procedural grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's second appeal request, ruling it inadmissible because the first appeal had not yet been examined. The appellant argued that the lower court relied on unread documents and witness statements during the trial. The court rejected this, noting that all evidence was legally read and the appellant had ample opportunity to comment on it.
Legislator headnote
AI generatedArticle 514, paragraph 3 of the Code of Criminal Procedure; Article 510, paragraph 1, item A of the Code of Criminal Procedure; A second appeal request is inadmissible if the first appeal has not yet been examined, as they constitute a single text to be reviewed together.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1745 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1745/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Απριλίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Δασούλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου N. M. του L., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Τόγια, για αναίρεση της υπ'αριθ. 140α, 190, 242/2015, 299, 463 και 523/2016 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις ... από 8-12-2016 και υπ'αριθμ.πρωτ..../12-2-2018, δύο (2) αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...18.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. γ' ΚΠΔ δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης. Η εκ του ανωτέρω άρθρου απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αίτησης αναίρεσης κάμπτεται, εφόσον δεν έχει ακόμη κριθεί η πρώτη από τις δύο αιτήσεις και επομένως θεωρείται, ότι το περιεχόμενο και των δύο αιτήσεων, εκ των οποίων η δεύτερη θεωρείται συμπληρωματική της πρώτης, συνιστά ενιαίο κείμενο που ερευνάται από το δικαστήριο που θα επιληφθεί της εκδικάσεώς τους συνολικά, εφόσον βέβαια, κατά τα λοιπά, και οι δύο αιτήσεις είναι παραδεκτές (ΑΠ 928/2017, ΑΠ 196/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών |ιι την υπ' αρ. 140α, 190, 242/2015, 299, 463 και 523/2016 απόφασή του κήρυξε τον κατηγορούμενο, N. M. του L. και D., ένοχο ανθρωποκτονίας με πρόθεση, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, και την κατηγορούμενη, A. N. του A. και R., ένοχη απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση και καταδίκασε τον μεν πρώτο σε ισόβια κάθειρξη και συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, την δε δεύτερη σε κάθειρξη δεκατεσσάρων (14) ετών. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του ΜΟΕ Αθηνών, η οποία καταχωρίστηκε στο τηρούμενο, κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ από τη γραμματεία του Δικαστηρίου, ειδικό βιβλίο στις 22-1-2018, ο κατηγορούμενος N. M. του L. άσκησε στις 8-12-2016 με δήλωσή του ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού αίτηση αναίρεσης και δεύτερη αίτηση αναίρεσης με δήλωση του παραστάντος κατά τη συζήτηση συνηγόρου του, Σ. Τ., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 12-2-2018.
Όσον αφορά την πρώτη εκ των παραπάνω αιτήσεων αναίρεσης λεκτέα τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ" ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, πρέπει να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως σε τι συνίσταται η έλλειψη, ποιες οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής (Ολ.ΑΠ 2/2002, 19/2001). Εξάλλου, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, διότι στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1100/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την παραπάνω, πρώτη από 8-12-2016 (αριθ. ...), αίτηση αναίρεσης ο αναιρεσείων δηλώνει ότι "κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της αριθμ. 523/2016 απόφασης του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.... για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει: Σας επισυνάπτω με τους βάσιμους λόγους το παρακάτω υπόμνημα", στο οποίο αναφέρονται, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα : ".......Δια της αιτήσεως αναιρέσεως αιτούμαι τον έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Σκοπός της αιτήσεως είναι η εξέταση των πραγματικών ισχυρισμών μου και των πραγματικών περιστατικών τα οποίο όμως δεν δέχτηκε το Δικαστήριο. Οι βάσιμοι λόγοι είναι οι παρακάτω. Για το έγκλημα που δικάστηκα και την περίοδο που έγινε δεν ήμουν καν στην Ελλάδα. Οι μάρτυρες κατηγορίας προφανώς και δεν με αναγνώρισαν παρά μόνο μετά από παρότρυνση της πολιτικής αγωγής.
Καμία σχέση φιλική, κοινωνική ή άλλη δεν είχα με το θύμα. Δεν υπήρξε ποτέ DNA δικό μου πουθενά. Η ένδειξη φωνής στα τηλέφωνα προφανώς και δεν είναι δικιά μου. Η οικογένεια του θύματος εκβίασε τη μνηστή μου να καταθέσει εναντίον μου, υπάρχει άλλωστε ένορκη κατάθεσή της που το βεβαιώνει. Όλοι οι πραγματογνώμονες συμφωνούν με όλα τα παραπάνω.
Όλα τα παραπάνω στοιχεία είναι βάσιμα τα οποία το Δικαστήριο δεν τα έλαβε υπόψη. Επίσης, θα ήθελα να αναφέρω ότι η απόφαση δεν ήταν ομόφωνη και παρακαλώ πολύ ώστε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως ώστε να δικαστώ με νέα σύνθεση, έτσι ώστε να αποδείξω την αθωότητά μου". Έτσι όμως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης δεν περιέχει κανένα σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης, ενώ υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας βάλλει ανεπίτρεπτα κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτης περί τα πράγματα κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Περαιτέρω, η δεύτερη εκ των παραπάνω, από 12-2-2018 με αριθμό γενικού πρωτοκόλλου της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου .../12-2-2018 αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την κατάργηση της ποινής του θανάτου με το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 2172/1993, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση αφαίρεσης ζωής άλλου ανθρώπου.
Κατά δε το άρθρο 27 παρ. 1 του ΠΚ, με δόλο πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια αξιόποινης πράξεως. Επίσης, όποιος γνωρίζοντας ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα περιστατικά αυτά τα αποδέχεται. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι με άμεσο δόλο ενεργεί εκείνος που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και δεν αφίσταται αυτής, με ενδεχόμενο δε δόλο πράττει εκείνος, ο οποίος προβλέπει ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται.
Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του δράστη δεν είναι πάντοτε εμφανής και κατά το πλείστον προκύπτει από την καταγραφή και εκτίμηση διαφόρων αντικειμενικών στοιχείων, όπως οι προηγούμενες σχέσεις δράστη-θύματος, το είδος του μέσου που χρησιμοποιήθηκε, η κατεύθυνση του πλήγματος ή της βολής, ο αριθμός των πληγμάτων, η απόσταση της βολής, το μέρος του σώματος που τυχόν επλήγη, οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η πράξη, η μεταγενέστερη συμπεριφορά του δράστη κ.ο.κ.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού επελεύσεως, δηλαδή ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εντεύθεν και δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχτηκε κατά πλειοψηφία, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ'είδος λεπτομερώς αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, ειδικών γνώσεων και υπεράσπισης, πρακτικά πρωτόδικης απόφασης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου) αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
Στις 8.5.2010 και περί ώρα 19:15 μ.μ. στο ... χιλιόμετρο της Λεωφόρου Αθηνών - Σουνίου σε υπαίθριο χώρο μετά το εστιατόριο "..." βρέθηκε δολοφονημένος ο Α. Κ. του Δ. μέσα στο αυτοκίνητο του με αριθμό κυκλοφορίας ... μάρκας PEUGEOT 207 χρώματος κόκκινου. Το θύμα, ηλικίας (29) ετών έφερε τραύματα από πυροβόλο όπλο σε διάφορα σημεία του σώματος του, ενώ κατά την αυτοψία που διενήργησαν στη συνέχεια οι αστυνομικοί που κλήθηκαν στο σημείο εκείνο από τους αυτόπτες μάρτυρες Ι.
Μ., Δ. Μ. και Α. Σ. που είδαν τη σκηνή του εγκλήματος, στο χώρο βρέθηκαν έξι κάλυκες πυροβόλου όπλου, δύο βολίδες και ένα θραύσμα πυροβόλου όπλου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Α. Κ. κατά τους τελευταίους μήνες εργαζόταν στην εταιρεία "..." στην οποία εργαζόταν και η A. V. του E. (εξετασθείσα μάρτυρας), υπήκοος Βουλγαρίας, η οποία βρισκόταν στην Ελλάδα για σπουδές.
Η τελευταία στο παρελθόν διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον πρώτο κατηγορούμενο M. N. με τον οποίο και συγκατοικούσαν από το έτος 2007 έως και το τέλος Ιουλίου 2009, οπότε του ζήτησε να διακόψουν τη σχέση τους λόγω της παθολογικής ζήλειας του και του βίαιου χαρακτήρα του σε βάρος της (χειροδικίες). Όμως, παρά το γεγονός ότι η σχέση τους είχε τελειώσει, ο πρώτος κατηγορούμενος εξακολουθούσε να την παρενοχλεί και να την απειλεί κατά τις επισκέψεις του στη φοιτητική εστία όπου αυτή έμενε και συγκεκριμένα όταν της τράβηξε το κασκώλ που φορούσε με κίνδυνο να την πνίξει και όταν χτύπησε άγρια αυτήν και τον φίλο της, Ε.
Κ. που την συνόδευε στο Α.Τ. Ηλιούπολης, προκειμένου να υποβάλει αυτή έγκληση σε βάρος του για βάναυση επίθεση που είχε δεχθεί από αυτόν την προηγούμενη ημέρα. Επίσης, το μήνα Φεβρουάριο 2010 ο πρώτος κατηγορούμενος εισήλθε εντός της φοιτητικής εστίας και αφού πήρε από το κινητό της τηλέφωνο, τον τηλεφωνικό της κατάλογο με τα ονόματα των φίλων της, ακολούθως τους έπαιρνε τηλέφωνο και τους μιλούσε χυδαία, στην ίδια δε έλεγε ότι θα μάθει με ποιον συνδέεται ερωτικά και τότε θα την σκοτώσει.
Επίσης, για να έχει τον έλεγχο των κινήσεών της, δημιουργούσε ψεύτικα "profile" στο διαδικτυακό τόπο "facebook" ανεβάζοντας φωτογραφίες ανδρικές με αίτημα φιλίας προς την A. V.. Όταν ο πρώτος κατηγορούμενος δανείστηκε από φωτογραφία που ανήρτησε η A. V. του E. στην προσωπική της ιστοσελίδα στο "facebook" όπου απεικονιζόταν με τον φίλο και συνεργάτη (στην εταιρεία "...") Α.
Κ., ότι η τελευταία έχει συνδεθεί φιλικά με τον Α. Κ., πιστεύοντας (ο M. N.) ότι αυτή διατηρεί και ερωτική σχέση μαζί του, χρησιμοποιώντας το πραγματικό του όνομα απέστειλε απειλητικά μηνύματα τόσο τηλεφωνικά όσο και μέσω "facebook" στον Α. Κ. λέγοντας "γαμώ το σπίτι σου, θα σε γαμήσω, μην ξαναβγείς φωτογραφία με την Α".
Μάλιστα στις 4.4.2010, σε επικοινωνία που είχε ο πρώτος κατηγορούμενος μέσω διαδικτύου με την A. V. σχολιάζοντας τη λεζάντα του προφίλ του Α. Κ. που έγραφε στα Ιταλικά "ζω την κάθε ημέρα σαν να είναι η τελευταία της ζωής μου" της έστειλε γραπτό μήνυμα με το εξής περιεχόμενο "πες του καλά τα λέει γιατί όταν τον συναντήσω θα είναι πραγματικά" (εννοείται η τελευταία ημέρα της ζωής του).
Με βάση τα ανωτέρω ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι η σχέση του με την A. V. δεν ενέπνευσε ερωτικό πάθος αλλά ήταν μία χαλαρή ερωτική σχέση, η οποία του εξασφάλιζε μία άνετη (οικονομικά) ζωή καθώς και την παραμονή του στην Ελλάδα και ότι ερωτικές σχέσεις δημιούργησε κατά καιρούς με άλλες γυναίκες (Η., Β.
κλπ) δεν κρίνεται βάσιμος. Μάλιστα η A. V. από τον Φεβρουάριο 2010 έφυγε από την φοιτητική εστία και διέμενε σε σπίτι φίλης της, φοβούμενη για τη ζωή της. Περαιτέρω προέκυψε ότι επειδή ο Α. Κ. μετά την κατά τα άνω χυδαία συμπεριφορά του πρώτου κατηγορουμένου M. N. διέκοψε κάθε επικοινωνία μαζί του μέσω του διαδικτύου, ο τελευταίος, δέκα ημέρες πριν τη δολοφονία του θύματος δημιούργησε ένα ψεύτικο "profile" στο "facebook" με τη φωτογραφία μίας προφανώς ανύπαρκτης γυναίκας με το όνομα "E. V." και μέσω αυτής απέστειλε αίτημα φιλίας προς τον Α.
Κ. με απώτερο σκοπό να τον παγιδεύσει και να παρασύρει τον τελευταίο σε δήθεν ερωτικό ραντεβού τις απογευματινές ώρες της 8.5.2010 στο ... με την "E. V." για να τον εκδικηθεί. Ο Α. Κ. πιστεύοντας ότι η "E. V." είναι υπαρκτό πρόσωπο αποδέχθηκε το αίτημα φιλίας που του απηύθυνε το άτομο αυτό, χωρίς να γνωρίζει ότι πίσω του κρύβεται ο πρώτος κατηγορούμενος M.
N.. Στο εγκληματικό σχέδιο που οργάνωσε ο πρώτος κατηγορούμενος με σκοπό τη δολοφονία του Α. Κ. είχε τη συνδρομή της δεύτερης κατηγορουμένης N. A. του A.. Ειδικότερα την ημέρα της δολοφονίας του, (8.5.2010) ο Α. Κ. δέχθηκε στο κινητό του τηλέφωνο με αριθμό κλήσης ... περί ώρα 13:35 μ.μ. και 17:29 μ.μ. δύο γραπτά μηνύματα με αποστολέα την "E. V." από έναν αριθμό κινητού τηλεφώνου ...
αριθμό που είχε το θύμα καταχωρημένο στο κινητό του τηλέφωνο, ως τηλέφωνο της "E. V.", που τον κατηύθυνε σχετικά με τον τόπο και την ώρα της συνάντησης που ορίστηκε για τις 19:30 μ.μ. σε υπαίθριο χώρο σε μικρή απόσταση από το εστιατόριο "..." στη θέση "... (... χιλιόμετρο ...). Το τηλέφωνο αυτό με αριθμό ... ήταν κάρτα προπληρωμένου χρόνου ομιλίας που ενεργοποιήθηκε μια ημέρα πριν τη δολοφονία του Α.
Κ. και απενεργοποιήθηκε αμέσως μετά την διάπραξή της. Το πρώτο γραπτό μήνυμα που δέχθηκε το θύμα από την "E. V." στις 13:35 αναφέρει κατά λέξη "να σου πω κατά τις 7:30 θα μπορέσεις να συναντηθούμε κοντά στη δουλειά μου, θα πω στον αδελφό μου ότι θα βγω με μία φίλη μου και να με φέρει μέχρι εκεί, όποτε μπορέσεις απάντα μου για να ξέρω ΟΚ".
Ακολούθως στις 17:29 του απέστειλε άλλο γραπτό μήνυμα με το εξής περιεχόμενο "όταν έρθεις θα σε περιμένω στο πάρκινγκ αριστερά όπως βλέπεις την παραλία. Επίσης από το ίδιο τηλέφωνο το θύμα δέχθηκε όπως αποδείχθηκε κλήσεις και μεταγενέστερα ήτοι στις 19:12 μ.μ. και 19:14 μ.μ. Από τη διαδικασία άρσης του τηλεφωνικού απορρήτου της παραπάνω τηλεφωνικής σύνδεσης του Α.
Κ. (...), του κινητού τηλεφώνου του πρώτου κατηγορουμένου M. N. με αριθμό κλήσης ..., της τηλεφωνικής σύνδεσης ... που ανήκει στη δεύτερη κατηγορουμένη N. A. και του κινητού τηλεφώνου ... που είχε καταχωρημένο το θύμα στο κινητό του τηλέφωνο ως τηλέφωνο της "E. V." προέκυψε ότι οι κεραίες του κινητού τηλεφώνου του πρώτου κατηγορουμένου με αριθμό ...
ενεργοποιήθηκαν από τις 18:54 μμ έως 20:54 μμ της 8.5.2010 (ημέρα δολοφονίας του θύματος) στην περιοχή ... όπου έγινε η δολοφονία του Α. Κ.. Επίσης από την ίδια τηλεφωνική σύνδεση του πρώτου κατηγορουμένου έγιναν πολλές κλήσεις και δέχθηκε κλήσεις ο αριθμός τηλεφωνικής σύνδεσης ... της δεύτερης κατηγορουμένης N. A.
ο οποίος τις ώρες εκείνες ενεργοποιεί κεραίες κινητής τηλεφωνίας στην περιοχή Κυψέλης και Αμπελοκήπων Αττικής. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι το κινητό τηλέφωνο με αριθμό ... του πρώτου κατηγορουμένου απενεργοποιήθηκε την επόμενη ημέρα της ανθρωποκτονίας (9.5.2010) ενώ ο αριθμός κινητού τηλεφώνου ... που είχε καταχωρημένο το θύμα στο κινητό του τηλέφωνο ως τηλέφωνο της "E. V." που είχε ενεργοποιηθεί στις 7.5.2010 (μία ημέρα πριν την ανθρωποκτονία), απενεργοποιήθηκε αμέσως μετά την ανθρωποκτονία του Α.
Κ.. Το τελευταίο αυτό κινητό τηλέφωνο εκτός από τις κλήσεις στον Α. Κ. έχει μόνο δύο ακόμη κλήσεις μία προς ένα αριθμό της COSMOTE και μία προς ένα αλβανικό κινητό τηλέφωνο γεγονός που δείχνει ότι το τηλέφωνο αυτό χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για να παρασυρθεί το θύμα (Α. Κ.) στο σημείο συνάντησης με τον πρώτο κατηγορούμενο.
Εξάλλου, το γεγονός ότι αμέσως μετά τις τηλεφωνικές κλήσεις από και προς το τηλέφωνο της "E. V." από τον Α. Κ., η δεύτερη κατηγορουμένη καλεί από το δικό της τηλέφωνο (...) τον πρώτο κατηγορούμενο στο τηλέφωνο του με αριθμό ... και μάλιστα ενεργοποιώντας (το τηλέφωνο της δεύτερης κατηγορουμένης) τις ίδιες κεραίες κινητής τηλεφωνίας στους Αμπελοκήπους και στην Κυψέλη με αυτές του τηλεφώνου "E. V." οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η δεύτερη κατηγορουμένη είναι η γυναίκα που χρησιμοποίησε ο πρώτος κατηγορούμενος για να εμφανισθεί ως "E. V." στον Α.
Κ. κατά τις τηλεφωνικές κλήσεις που έγιναν προς το θύμα πριν από τη δολοφονία του από το επιχειρησιακό τηλέφωνο ... προκειμένου το θύμα να πιστέψει ότι το απόγευμα της 8.5.2010 πηγαίνει σε ερωτικό ραντεβού με την "E. V.", ορισμένο για την 19:30 μ.μ. στον υπαίθριο χώρο που προαναφέρθηκες οποίος βρίσκεται σε απόσταση περίπου(200) μέτρων από το εστιατόριο "..." και απέχει (50) περίπου μέτρα από τη θάλασσα.
Χαρακτηριστικά η A. V. στην κατάθεσή της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ανέφερε "πιστεύω ότι πίσω από το προφίλ "E. V." είναι ο πρώτος κατηγορούμενος". Όταν ο Α. Κ. έφθασε με το αυτοκίνητο του στο προκαθορισμένο σημείο συνάντησης τον περίμενε εκεί ο πρώτος κατηγορούμενος μαζί με άλλους δύο άγνωστους δράστες.
Αμέσως και πριν ακινητοποιηθεί το αυτοκίνητο, πρώτος κατηγορούμενος M. N. με το πυροβόλο όπλο που κρατούσε στα χέρια του πλησίασε και τον πυροβόλησε επανειλημμένα. Ο Α. Κ. ενώ ήταν ήδη βαριά τραυματισμένος προσπάθησε να διαφύγει με το αυτοκίνητο του, οδηγώντας μέχρι το χώρο στάθμευσης του εστιατορίου "..." όπου κατέληξε νεκρός.
Ο πρώτος κατηγορούμενος αμέσως μετά την πράξη του μαζί με άλλα δύο άγνωστα άτομα τράπηκε σε φυγή προς το βουνό που υπάρχει πάνω από τη .... Τελικά ο πρώτος κατηγορούμενος συνελήφθη μετά ένα έτος (Μάιος 2011) στην παραλία του καταστήματος "..." στον ... όπου ήταν λουόμενος, στη θέα δε των αστυνομικών (με πολιτικά) υποψιασμένος, έπεσε στη θάλασσα, πλην όμως συνελήφθη εντός αυτής από τους αστυνομικούς (βλ.
κατάθεση εξετασθέντος μάρτυρος Ν. Π.). Ο πρώτος κατηγορούμενος αρνείται ότι αυτός σκότωσε τον Α. Κ. ισχυριζόμενος αρχικά ότι από τις 2 Απριλίου2010 έως τον Μάιο του 2010 βρισκόταν στην Ιταλία, χρησιμοποιούσε δε το κινητό τηλέφωνο με αριθμό ... μέχρι τότε που πήγε στην Ιταλία και μετά το απενεργοποίησε καθώς και ότι δεν γνωρίζει την συγκατηγορουμένη του N. A., πλην όμως δεν εξηγεί πως πραγματοποιήθηκαν κλήσεις του από το παραπάνω τηλέφωνο προς το κινητό τηλέφωνο αυτής με αριθμό ...
ενώ η ίδια (δεύτερη κατηγορουμένη) απολογούμενη στον Ανακριτή βεβαιώνει ότι γνωρίζει τον συγκατηγορούμενό της με τον οποίο μάλιστα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα διατηρούσε και ερωτικό δεσμό και ότι πράγματι συνομιλούσε μαζί του. Κατά την απολογία τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ανακαλώντας τα προηγούμενα, η μεν δεύτερη κατηγορουμένη δήλωσε ότι όταν τον Μάιο του 2010 κάλεσε τον συγκατηγορούμενό της στο προαναφερόμενο κινητό τηλέφωνο της απάντησε κάποιο άγνωστο άτομο, ο δε πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι το προαναφερόμενο κινητό τηλέφωνο με αριθμό ...
δεν είναι δικό του και "θυμάται" ότι γνωρίζει τελικά την συγκατηγορουμένη του N. A. και ότι κατά το χρόνο της δολοφονίας του Α. Κ. ήταν στην πατρίδα του την Αλβανία και όχι στην Ιταλία, όπου πηγαινοερχόταν χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα καθόσον βρισκόταν παράνομα στη χώρα (Ελλάδα),επικαλούμενος προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού του:
α) την διαμονή του μαζί με φιλικό πρόσωπο σε παραλιακό ξενοδοχείο της Αλβανίας από 1.5.2010 έως 3.5.2010 για τον εορτασμό της ημέρας της Πρωτομαγιάς, β) τη συμμετοχή του αφενός μεν στις 9.5.2010 στις εκδηλώσεις για τον εορτασμό του "..." στον τόπο καταγωγής του αφετέρου δε τον Αύγουστο 2010 στο γάμο συγγενικού του προσώπου και γ) την παραμονή του στην Αλβανία πλησίον του πατέρα του που ήταν τραυματισμένος και εξήλθε από το νοσοκομείο της Αλβανίας στις 24.5.2010.
Πλην όμως οι ανωτέρω ισχυρισμοί του πέραν της αντιφατικότητάς τους, δεν επιβεβαιώνονται από κανένα επίσημο αποδεικτικό στοιχείο. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι ο δράστης της δολοφονίας του Α. Κ. προκύπτει αβίαστα από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού αλλά κυρίως από τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων κατηγορίας Ι.
Μ. του Α., Δ. Μ. του Α. και Α. Σ. του Χ.. Οι τελευταίοι όπως αποδείχθηκε κατά την ώρα του συμβάντος "έπαιζαν" με τηλεκατευθυνόμενα σκαφάκια στην παραλία, η οποία βρίσκεται σε απόσταση πενήντα (50) μέτρων περίπου από το χώρο όπου έλαβε χώρα η δολοφονία και συνδέεται με τον χώρο αυτό με τσιμέντινη σκάλα με (19) σκαλιά λόγω της κατηφορικής κλίσης του εδάφους.
Οι ανωτέρω, πριν φθάσει στο σημείο το κόκκινο αυτοκίνητο μάρκας PEUGEOT που οδηγούσε το θύμα (Α. Κ.), όταν αντιλήφθηκαν τους τρεις άνδρες (πρώτο κατηγορούμενο και άλλα δύο άτομα) να κάθονται στο πεζούλι πλησίον της τσιμέντινης σκάλας που οδηγεί στην παραλία όπου είχε σταθμεύσει ο πρώτος από αυτούς Ι. Μ. το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ ανοικτό (για να τροφοδοτεί με ρεύμα από την μπαταρία τα τηλεκατευθυνόμενα σκαφάκια) και επειδή τους φάνηκαν ύποπτοι οι τρεις άνδρες, πήγε ο εξ αυτών Α. Σ. και κλείδωσε το ανωτέρω αυτοκίνητο, ακολούθως δε επέστρεψε στην παρέα του. Οι ανωτέρω μάρτυρες, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις τους, αναγνώρισαν με απόλυτη βεβαιότητα τον πρώτο κατηγορούμενο ως δράστη της ανθρωποκτονίας σε βάρος του Α.
Κ., αφού είδαν υπό το φως της ημέρας, όλη τη σκηνή της δολοφονίας να εκτυλίσσεται μπροστά τους και είχαν από την αρχή εντοπίσει τον πρώτο κατηγορούμενο (μαζί με άλλα δύο άγνωστα άτομα) να κάθεται στο πεζούλι πλησίον της τσιμέντινης σκάλας, περιμένοντας το θύμα του και μάλιστα τους θεώρησαν από την αρχή ως ύποπτους.
Οι ανωτέρω αυτόπτες μάρτυρες εξ αρχής περιέγραψαν με λεπτομέρεια τον πρώτο κατηγορούμενο ως δράστη, τον αναγνώριζε ο μεν Δ. Μ. σε φωτογραφίες που του επιδείχθηκαν από τους αστυνομικούς στις 23.5.2010, ο δε Ι. Μ. ζωντανά σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα τη Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής στις 22.5.2010. Επίσης, και οι τρεις ανωτέρω αυτόπτες μάρτυρες στις καταθέσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αλλά και του παρόντος δηλώνουν απερίφραστα ότι δεν έχουν καμμία αμφιβολία ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι ο δράστης της δολοφονίας του Α.
Κ.. Μάλιστα ο εξ αυτών Α. Σ., εξεταζόμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι "ο πρώτος κατηγορούμενος είναι αυτός που καθόταν στο πεζούλι και αυτός που πυροβόλησε το κόκκινο αυτοκίνητο. Άκουσα τον πυροβολισμό πίσω μου και γύρισα. Είδα τον πρώτο κατηγορούμενο να βρίσκεται κοντά στο αυτοκίνητο του θύματος, από τη θέση του οδηγού, να έχει προτάξει το όπλο και να πυροβολεί τον οδηγό του αυτοκινήτου...".
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι σύμφωνα με την από 5.7.2012 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης κατά τη γενόμενη γενετική ανάλυση των νυχιών του θύματος ανιχνεύθηκε (στo δείγμα 9γ) γενετικό προφίλ που δεν ανήκει στον πρώτο κατηγορούμενο και ότι σύμφωνα με την από 14.9.2010 ιατροδικαστική έκθεση το θύμα έφερε εξωτερικά πολλαπλές μικροεκδορές, ευρήματα τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του πρώτου κατηγορουμένου είναι συμβατά με πάλη (συμπλοκή σώμα με σώμα) του θύματος με άγνωστο δράστη η οποία (πάλη) προηγήθηκε των πυροβολισμών σε βάρος του Α.
Κ.. Τούτο διότι από το αποδεικτικό υλικό (καταθέσεις μαρτύρων κλπ) δεν προέκυψε συμπλοκή του Α. Κ. με άγνωστο άνδρα η οποία όπως είναι λογικό θα γινόταν αντιληπτή λόγω του θορύβου που θα προκαλούσε, ενώ οι διαπιστωθείσες μικροεκδορές προκλήθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από την ταχύτητα και τους απότομους ελιγμούς που έκανε το θύμα με το αυτοκίνητο του στην προσπάθειά του να προφυλαχθεί εντός αυτού από τους πυροβολισμούς του πρώτου κατηγορουμένου από τους οποίους προήλθε αδιαμφισβήτητα ο θάνατος του.
Αποτέλεσμα των ελιγμών αυτών και της ταχύτητας ήταν να ανοίξει το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου και διασκορπιστούν περιμετρικά στο χωματόδρομο διάφορες κάρτες και αντικείμενα του θύματος. Συνακόλουθα το αίτημα για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης (ανάλυσης DNA): α) επί του πρώτου κατηγορουμένου (με τη λήψη στοματικού επιχρίσματος) προκειμένου να διαπιστωθεί το γενετικό προφίλ αυτού και στη συνέχεια να συγκριθεί με το γενετικό προφίλ του άγνωστου άνδρα που ανιχνεύθηκε στα νύχια του θύματος και β) επί των δύο πειστηρίων που βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος και κατασχέθηκαν (επί μίας φιάλης νερού "ΒΙΚΟΣ" και επί ενός αναψυκτικού "RED BULL" σε μεταλλικό κουτί), κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο.
Επίσης τα αιτήματα του πρώτου κατηγορουμένου: α) για δημόσια ακρόαση (προβολή) ενός ψηφιακού οπτικού δίσκου (DVD) τον οποίο παρέδωσε στην Αστυνομία στις 9.5.2010 ο μάρτυρας Ι. Μ. και κατασχέθηκε και β) για εργαστηριακή (φωνητική - γλωσσολογική) συγκριτική εξέταση αυτού για το λόγο ότι πρόκειται για βιντεοληπτικό υλικό που κατέγραφε αυτός με την ιδιωτική του κάμερα την ώρα του εγκλήματος στη θέση "...
κρίνονται αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν διότι όπως και ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε στην από 8.5.2010 κατάθεσή του, η κάμερα κατέγραφε τα κατευθυνόμενα σκαφάκια, εντός της θάλασσοζ" και όχι τον χώρο όπου έλαβε χώρα η δολοφονία του Α. Κ.. Άλλωστε η παρουσία του πρώτου κατηγορουμένου στο χώρο της δολοφονίας προκύπτει εκτός από τις καταθέσεις των προαναφερθέντων αυτοπτών μαρτύρων και από την ενεργοποίηση των κεραιών κινητής τηλεφωνίας που προαναφέρθηκε.
Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση αποφάσισε να σκοτώσει τον Α. Κ. στις 8.5.2010 και περί ώρα 19:15 στο ... στο ... χιλιόμετρο της ..., ενεργώντας με πρόθεση και με τη χρήση πυροβόλου όπλου και τελώντας επίσης σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, πυροβόλησε πολλές φορές εναντίον του αποτέλεσμα δε της ενέργειάς του αυτής ήταν να πληγεί ο Α.
Κ. σε διάφορα σημεία του σώματος του κυρίως δε στον θώρακα και την κοιλιά από βολίδες και να υποστεί διαμπερές τραύμα θώρακος και βαρύτατες κακώσεις κοιλίας με συνέπεια μετά την πάροδο ολίγων λεπτών να επέλθει ο θάνατος του. Επίσης από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι η δεύτερη κατηγορουμένη N. A.
του A., παρείχε με πρόθεση απλή συνδρομή στον συγκατηγορούμενό της M. N. του L. πριν από την τέλεση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, της ανθρωποκτονίας που αυτός τέλεσε. Ειδικότερα, καίτοι γνώριζε ότι ο τελευταίος είχε σκοπό να τελέσει την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας σε βάρος του Α. Κ., αυτή, αφού επεδίωξε χρησιμοποιώντας ψεύτικο όνομα "E. V." να γνωρίσει το θύμα μέσω ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης ("facebook"), τον έπεισε να συναντηθούν, δήθεν για να τον γνωρίσει από κοντά στην τοποθεσία που έγινε το έγκλημα και ειδικότερα στις 8.5.2010 στο ...
στο ... χιλιόμετρο της ... σε υπαίθριο χώρο δίπλα στο εστιατόριο "...". Όταν δε ο Α. Κ. (θύμα) έφθασε στον ανωτέρω τόπο, πιστεύοντας ότι θα την συναντήσει στο προκαθορισμένο ραντεβού, αυτή (N. A.) δεν μετέβη στον ανωτέρω τόπο, αλλά κατόπιν προσυνεννόησης μαζί της, πήγε εκεί ο πρώτος κατηγορούμενος M. N. του L., με τον οποίο ολίγα λεπτά πριν τη δολοφονία του Α.
Κ., συνομίλησε από το κινητό της τηλέφωνο και ειδικότερα δέχθηκε κλήσεις αλλά και τον κάλεσε, όπως επίσης συνομίλησε και με το θύμα, ενώ βρισκόταν στην περιοχή "...", σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν. Το αίτημα του πρώτου κατηγορουμένου να αναζητηθούν αρμοδίως τα ψηφιακά (ηλεκτρονικά)ίχνη και να γίνει ταυτοποίηση του χρήστη - διαχειριστή του προφίλ "facebook" της "E. V." προκειμένου να διαπιστωθεί ο κρυπτόμενος πίσω από το άνω εικονικό προφίλ δράστης του εγκλήματος, πρέπει να απορριφθεί, όσο μεν αφορά το αίτημα φιλίας που έλαβε χώρα δέκα ημέρες πριν τη δολοφονία στις 8.5.2010 του Α.
Κ. ως αντικειμενικά αδύνατο να πραγματοποιηθεί διότι οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών υποχρεούνται να τηρούν μόνο επί ένα έτος από την επικοινωνία τα δεδομένα για την εξιχνίαση σοβαρών εγκλημάτων όπως η ανθρωποκτονία (Ν.3917/2011 και Οδηγίας 2006/24 ΕΚ), όσον δε αφορά τη διαγραφή (απενεργοποίηση) του εν λόγω προφίλ στην οποία προέβη ο χρήστης αυτού ολίγες ημέρες πριν την έναρξη της δίκης, ως αβάσιμο, διότι ο πρώτος κατηγορούμενος κατά το χρόνο εκείνο βρισκόταν στη φυλακή, δεν είχε πρόσβαση στο διαδίκτυο και συνεπώς η επικαλούμενη απενεργοποίηση ενδεχομένως να έγινε και από τρίτο πρόσωπο (χρήστη) στον οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος είχε δώσει τον κωδικό του πρόσβασης.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι και συγκεκριμένα ο μεν πρώτος M. N.) κατά πλειοψηφία ένοχος ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση καθώς και παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, η δε δεύτερη (N. A.) ομόφωνα ένοχη απλής συνέργειας στην ανθρωποκτονία από πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση που τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό".
Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε κατά πλειοψηφία(6-1) ένοχο τον αναιρεσείοντα Ν. M. του L. του ότι: "Στον πιο κάτω τόπο και χρόνο, τέλεσε τις επόμενες αξιόποινες πράξεις, που τιμωρούνται με ποινές στερητικές της ελευθερίας και συγκεκριμένα, με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα και ειδικότερα: α) Κατά το πιο κάτω τόπο και χρόνο, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με πρόθεση σκότωσε άλλο πρόσωπο. Συγκεκριμένα, την 8-5-2010 και περί ώρα 19.15 στο ... στο ... χιλιόμετρο της Λ.Αθηνών - Σουνίου με τη χρήση πυροβόλου όπλου, πυροβόλησε πολλές φορές εναντίον τον Α. Κ. του Δ.. Αποτέλεσμα της ως άνω ενέργειάς του ήταν να πληγεί ο παθών σε διάφορα σημεία του σώματος του και ιδίως στο θώρακα και στην κοιλία από βολίδες και να υποστεί διαμπερές τραύμα θώρακος και βαρύτατες κακώσεις κοιλίας, με συνέπεια, μετά την πάροδο λίγων λεπτών, να επέλθει ο θάνατος αυτού.
β) Στον αμέσως πιο πάνω τόπο και χρόνο, με πρόθεση έφερε παράνομα αντικείμενο που είναι πρόσφορο για επίθεση ή άμυνα και θεωρείται κατά το νόμο όπλο και ειδικότερα πυροβόλο όπλο άγνωστων λοιπών χαρακτηριστικών (τύπου, κατασκευής κλπ), η κατοχή του οποίου δεν δικαιολογείται για οικιακή ή επαγγελματική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία ή άλλη συναφή χρήση.
γ) Στον πιο πάνω τόπο και χρόνο με χρήση όπλου διέπραξε με δόλο κακούργημα και συγκεκριμένα με χρήση του περιγραφομένου στην υπό στοιχείο - β- πράξη πυροβόλου όπλου, διέπραξε το κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση όπως περιγράφηκε στην με στοιχείο -α- πράξη, χωρίς αυτή η χρήση να αποτελεί στοιχείο του εγκλήματος".
Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω Δικαστήριο στο σκεπτικό, όπως αυτό συμπληρώνεται από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, διέλαβε σ'αυτήν αναφορικά με τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α' , 27 παρ. 1, 94 και 299 παρ. 1 του ΠΚ και 1 παρ. 1 α', 10 παρ. 1 και 13 α και 14 του ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές και αιτιολογίες.
Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα : α) Ουδεμία ασάφεια υφίσταται αναφορικά με το πρόσωπο του χρήστη του προφίλ "E. V.", αφού από το σύνολο των παραδοχών της απόφασης προκύπτει σαφώς και χωρίς αντιφάσεις ότι χρήστης αυτού ήταν ο αναιρεσείων, β) Για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την δοθείσα στο ακροατήριο του κατάθεση της μάρτυρα Α.
V. καθώς και το από 1-3-2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής, δεν υπήρχε δε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, το γεγονός δε ότι δεν συντάχθηκε με το περιεχόμενο της παραπάνω κατάθεσης και του ως άνω εγγράφου, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, γ) Ο ισχυρισμός με τον οποίο ο αναιρεσείων πρόβαλε "άλλοθι", ότι δηλαδή κατά το χρόνο τέλεσης των αποδιδομένων σ'αυτόν πράξεων βρισκόταν στην Αλβανία, είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής, ως ισχυρίζεται, και, επομένως, δεν απαιτείτο για την απόρριψή του ειδική αιτιολογία.
Παρά ταύτα, το Δικαστήριο αιτιολόγησε ειδικά και την επ'αυτού απορριπτική κρίση του, αξιολογώντας μάλιστα τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και τα έγγραφα που είχαν προσκομιστεί για την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, τον οποίο έκρινε και αντιφατικό ενόψει του ότι πρωτοδίκως ο αναιρεσείων είχε ισχυριστεί ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα βρισκόταν στην Ιταλία και όχι στην Αλβανία, και δ) Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εκθέτοντας στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης με σαφήνεια και πληρότητα, ως ανωτέρω εκτέθηκε, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά και έχοντας εξ αυτών σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα, απέρριψε, με την παραπάνω αναφερομένη κατά την παράθεση αυτούσιου του σκεπτικού της προσβαλλομένης ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τα υποβληθέντα δια του συνηγόρου του αιτήματα (για τα οποία αρχικά είχε επιφυλαχθεί) α) περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης-ανάλυσης DNA επί του κατηγορουμένου και των δύο πειστηρίων που βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος, β) για δημόσια ακρόαση (προβολή) ενός DVD, το οποίο παρέδωσε στην Αστυνομία ο μάρτυρας Ι.
Μ., γ) για εργαστηριακή (φωνητική -γλωσσολογική) πραγματογνωμοσύνη με τη λήψη δείγματος φωνής του αναιρεσείοντα για σύγκριση με τη φωνή που ακούγεται στο ανωτέρω DVD και δ) περί της αναζήτησης των ηλεκτρονικών ιχνών του χρήστη-διαχειριστή του προφίλ στο facebook της E.V., κρίνοντας έτσι ότι η ικανοποίησή τους δεν ήταν αναγκαία, αφού από το λοιπό αποδεικτικό υλικό, που το Δικαστήριο είχε ήδη στο παραπάνω σκεπτικό λεπτομερώς και αναλυτικά παραθέσει, είχε σχηματίσει πλήρως την δικανική του κρίση.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και, κατ'εκτίμηση, και έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση της και ως προς την απόρριψη των ανωτέρω αιτημάτων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Οι λοιπές επί μέρους εκτενείς αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που περιέχονται στον αυτό ως άνω λόγο, με τις οποίες αφενός μεν επισημαίνονται αντιφάσεις στις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, που αναγνώρισαν τον κατηγορούμενο ως το άτομο που πυροβόλησε τον Α. Κ., αφετέρου δε υποστηρίζεται ότι το Δικαστήριο δέχτηκε τα ακριβώς αντίθετα από εκείνα που προέκυπταν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, αμφισβητώντας έτσι ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις τα σε βάρος του πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την περί ενοχής αυτού κρίση του, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ.1 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ, δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι δεν παρέχεται στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να ασκήσει το εκ του άρθρου 358 του αυτού Κώδικα απορρέον δικαίωμά του να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και εν γένει παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του. Περίπτωση όμως τέτοιας ακυρότητας δεν συντρέχει όταν το έγγραφο που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν αποδεικτικό μέσο, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου καθώς και όταν το περιεχόμενο του προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που συνέβη στο ακροατήριο, για το λόγο ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για την περί της ενοχής κρίση του και συνεκτίμησε ως αποδεικτικά στοιχεία έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, ήτοι την προανακριτική απολογία του κατηγορουμένου, την απολογία της συγκατηγορουμένης του A.
N. ενώπιον του Ανακριτή καθώς και τις προανακριτικές καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων κατηγορίας, Ι. Μ., Δ. Μ. και Α. Σ., επί των οποίων στήριξε "κυρίως" την κρίση του ότι ο αναιρεσείων είναι ο δράστης της δολοφονίας του Α. Κ.. Η αιτίαση όμως αυτή στερείται παντελώς βασιμότητας, καθόσον από την επισκόπηση των πρακτικών και το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι όσα δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως αποδειχθέντα προέκυψαν από τα έγγραφα, που νόμιμα αναγνώσθηκαν και ειδικότερα από τα πρακτικά της υπ' αρ. 192, 217, 220, 224, 225 και 226/9-5-2012 εκκαλούμενης απόφασης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και εκ της οποίας προκύπτει τόσο ο αρχικά προβληθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα βρισκόταν στην Ιταλία όσο και το περιεχόμενο της από 31-5-2011 ανακριτικής απολογίας της ως άνω συγκατηγορουμένης του, τα επίμαχα αποσπάσματα της οποίας της αναγνώσθηκαν κατά τη διάρκεια της απολογίας της ενώπιον του ΜΟΔ Αθηνών, ενώ για την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας δεν λήφθηκαν υπόψη οι προανακριτικές καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων κατηγορίας, ως εσφαλμένα ούτος ισχυρίζεται, αλλά οι καταθέσεις αυτών ενώπιον του ΜΟΔ και του ΜΟΕ Αθηνών και επομένως τόσο ο αναιρεσείων όσο και ο συνήγορος του είχαν τη δυνατότητα να ασκήσουν το εκ του άρθρου 358 του ΚΠΔ απορρέον δικαίωμά τους να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και εν γένει παρατηρήσεις σχετικές με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, το οποίο και πράγματι άσκησαν σχολιάζοντας αυτές εκτενώς κατά την ανάπτυξη των προταθέντων ισχυρισμών τους.
Επομένως, ο παραπάνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολο της και η από 12-2-2018 με αριθμό γενικού πρωτοκόλλου της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου .../12-2- 2018 αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από α) 8-12-2016 (αριθμ. .../2016) και β) 12-2-2018 με αριθμό γενικού πρωτοκόλλου της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου .../12-2-2018 αιτήσεις του N. Μ. του L., κρατούμενου στο Κ.Κ. Λάρισας, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 140α, 190, 242/2015, 299, 463 και 523/2016 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Οκτωβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ