Legislator Case Law & Legislation
1745/2014 AI generated

1745/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1745/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1745/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, εφ'όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Keywords

AI generated
non-binding offer non-implementation of the offending agreements lack of signature unsuccessful bidder advertising of the contract negotiation and conclusion
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1745 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1745/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Ε. Χ., κατοίκου... και 2. Γ. Δ. συζ. Μ. Χ., κατοίκου..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) ΝΠΔΔ που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Γεωργία Αθανασάκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων-καθών η κλήση, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5239/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7764/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-9-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσίβλητο, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από τη υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαραλαμπίας Σίμου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα , αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 5/7/13 κλήση του αναιρεσιβλήτου φέρεται προς συζήτηση η από 10/9/08 αίτηση αναιρέσεως των αναιρεσειόντων. Από δε τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από το αναιρεσίβλητο 10.001 και 10.002/22.11.2013 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς Γ. Π. προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 5/7/13 κλήσεως προς συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στους αναιρεσείοντες (με παράδοση του δικογράφου στην ίδια την 2η αναιρεσείουσα και παράδοση τούτου για τον απουσιάζοντα από την οικία του 1ο αναιρεσίβλητο στη σύνοικο σύζυγό του),με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής.

Επομένως, εφ'όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 7764/05 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η από 30/11/04 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 5239/01 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , με την οποία είχε απορριφθεί η από 10/9/01 αγωγή τους κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου για την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, κατά τα ειδικότερα σ'αυτήν εκτιθέμενα.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν αντιστοιχούν προς όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να καθορίζεται αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή αν έχει αντιφατικές αιτιολογίες , οπότε πρέπει να καθορίζεται και σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερών τους προκύπτει ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες οπότε περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του , δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με τις 50/6/3-3-1994 και 282/29/17-7-1997 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του εφεσίβλητου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΙΚΑ) αποφασίστηκε μεταξύ άλλων και η εκποίηση δύο (2) διαμερισμάτων του, που βρίσκονται στο κτίριο της οδού..., αριθμός 8, στην περιοχή του Κολωνακίου Αθηνών.

Η εκποίηση των εν λόγω ακινήτων με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό, ορίστηκε να γίνει στις 8-3-1998. Σύμφωνα με την προκήρυξη, ο διαγωνισμός θα διενεργείτο στην Αθήνα ενώπιον της Επιτροπής Στεγάσεως του εφεσιβλήτου με ανοιχτές έγγραφες προσφορές και στη συνέχεια , με προφορική πλειοδοσία (όρος 1ος). Ως τιμή εκκινήσεως ορίστηκε το ποσό των 33.400.000 δραχμών για το διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου και των 21.750.000 δραχμών για το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου (όρος 2ος).

Κατά την ημέρα και ώρα που έχει οριστεί για τη διεξαγωγή του διαγωνισμού, η αρμόδια επιτροπή, σε δημόσια συνεδρίαση, εξετάζει τις προσφορές που έχουν υποβληθεί, καταχωρεί αυτές στο πρακτικό της και αποφασίζει για την αποδοχή ή απόρριψή τους με αιτιολογημένη απόφαση, στη συνέχεια δε προχωρεί σε προφορική πλειοδοσία, την ίδια ή άλλη ημέρα την οποία αυτή θα ορίσει (όρος 15ος).

Μετά το τέλος του διαγωνισμού η επιτροπή προτείνει αιτιολογημένα αν πρέπει να κατακυρωθεί ή όχι το αποτέλεσμα ή αν πρέπει να επαναληφθεί ο διαγωνισμός και διαβιβάζει το σχετικό φάκελο στη Διοίκηση του Ιδρύματος, προκειμένου ο Διοικητής του να αποφασίσει τελικά για την κατακύρωση ή όχι του αποτελέσματος ή αν θα επαναληφθεί ο διαγωνισμός, κατά την ανεξέλεγκτη κρίση του (όρος 16ος).

Ορίστηκε επίσης ότι, σε αυτόν που θα αναδειχθεί τελευταίος πλειοδότης, θα κοινοποιηθεί από το ΙΚΑ κατακυρωτική απόφαση και πρόσκληση για την υπογραφή του συμβολαίου αγοραπωλησίας ενώπιον συμβολαιογράφου και μέσα στην καθορισμένη προθεσμία που δεν θα είναι μεγαλύτερη από 60 ημέρες. Αν περάσει άπρακτη η πιο πάνω προθεσμία , δηλαδή, αν μέσα σε αυτή δεν υπογραφούν τα συμβόλαια, κηρύσσεται έκπτωτος ο πλειοδότης και καταπίπτουν υπέρ του Ιδρύματος οι εγγυήσεις που αυτός θα έχει καταβάλλει , εκτός αν πριν τελειώσει η προθεσμία, παρατείνει αυτή ο Διοικητής μετά από αίτηση του πλειοδότη, για χρόνο όμως όχι μεγαλύτερου του αρχικού (όρος 18ος).

Από τις πιο πάνω διατάξεις της προκηρύξεως του διαγωνισμού, προκύπτει ότι για την κατακύρωση υπέρ του πλειοδότη ή τη ματαίωση και επανάληψη του διαγωνισμού, αποφασίζει ο Διοικητής του εφεσίβλητου ΙΚΑ, κατά την ανεξέλεγκτη κρίση του. Σε περίπτωση κατακυρώσεως του διαγωνισμού στον κατά τα άνω υπερθεματιστή, αποστέλλεται προς αυτόν πρόσκληση για την κατάρτιση ενώπιον συμβολαιογράφου του σχετικού συμβολαίου και μέσα στην καθορισμένη προθεσμία των 60 ημερών, που μπορεί να παραταθεί με αίτηση του πλειοδότη για ίσο χρόνο.

Αν δε τηρηθεί η κατά τα άνω προθεσμία, ο υπερθεματιστής κηρύσσεται έκπτωτος. Έτσι , με μόνη την απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ περί κατακυρώσεως της δημοπρασίας στον πλειοδότη, δεν επέρχεται τελείωση της ενοχικής δικαιοπραξίας της αγοραπωλησίας. Αυτό, είναι σύμφωνο προς την ενδοτικού δικαίου διάταξη της ΑΚ199, σύμφωνα με την οποία, κατά τα άνω λεχθέντα, η σύμβαση σε περίπτωση πλειστηριασμού, ολοκληρώνεται με την κατακύρωση, εφόσον όμως δεν συνάγεται κάτι άλλο από τη σύμβαση.

Συνάγεται δε αυτό το "κάτι άλλο", από την αποτελούσα "πρόσκληση προς το κοινό" προς την υποβολή προτάσεων για την κατάρτιση της συμβάσεως αγοραπωλησίας, άνω προκήρυξη, σύμφωνα με την οποία, με την απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ οριστικοποιείται η κατακύρωση ως προς το πρόσωπο του υπερθεματιστή και στη συνέχεια κοινοποιείται πρόσκληση προς αυτόν για την υπογραφή της συμβάσεως οπότε και καταρτίζεται η ενοχική δικαιοπραξία της αγοραπωλησίας μαζί με την εμπράγματη περί μεταβιβάσεως της κυριότητας πάνω στο πλειστηριασθέν ακίνητο.

Όλα, δε αυτά, με την προϋπόθεση ότι θα προσέλθει ο υπερθεματιστής, μέσα στην οριζόμενη κατά τα άνω προθεσμία προς υπογραφή ενώπιον συμβ/φου της εν λόγω συμβάσεως. Με βάση αυτά, δεν ολοκληρώνεται η ενοχική σύμβαση με την άνω κατακύρωση ούτε γεννιέται ενοχικό δικαίωμα του υπερθεματιστή για τη μεταβίβαση της κυριότητας των πλειστηριαζομένων ακινήτων με την τήρηση του τύπου της εμπράγματης δικαιοπραξίας.

Γεννιέται μόνο και, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ΑΚ 197 και 196, ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις των διαπραγματευομένων μερών. Από τα αυτά αποδεικτικά μέσα , αποδείχθηκε ότι κατά τον προαναφερόμενο διαγωνισμό που διενεργήθηκε στις 8-4-1998 με βάση την παραπάνω προκήρυξη , αναδείχθηκαν πλειοδότες οι εκκαλούντες, ο μεν πρώτος για το διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου η δε δεύτερη για το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της άνω οικοδομής.

Στη συνέχεια, με την 194/26/5-6-1998 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΙΚΑ (κοινοποιήθηκε νόμιμα με συστημένη επιστολή στους εκκαλούντες με τα από 7-7-1998 και 8-7-1998 έγγραφα του Τμήματος Στεγάσεως αυτού, αντίστοιχα), εγκρίθηκε η κατακύρωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού σε αυτούς και αυτοί, ως τελευταίοι πλειοδότες, προσκλήθηκαν να προσέλθουν στην Υπηρεσία του εφεσίβλητου για να παραλάβουν τους τίτλους κυριότητας των πλειστηριασθέντων ακινήτων προς έλεγχο αυτών και να καταθέσουν καθένας τους εγγυητική επιστολή, σύμφωνα με τον όρο 17 της άνω προκηρύξεως.

Για καθέναν από τους εκκαλούντες παρασχέθηκε για τα ποσά των 3.340.000 και 2.175.000 δραχμών αντίστοιχα εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Εργασίας ΑΕ. Η Τράπεζα με τα από 29-7-1998 έγγραφά της προς το εφεσίβλητο ΙΚΑ, του γνώρισε το παραπάνω γεγονός της καταθέσεως υπέρ καθενός των εκκαλούντων εγγυητικών επιστολών και ότι οι επιστολές της αυτές ισχύουν μέχρι της 29-10-1998, οπότε καθίστανται αυτοδικαίως άκυρες, εφόσον μέσα στον άνω χρόνο δεν της ανακοινωθεί εγγράφως αξίωση του ΙΚΑ για τα ποσά της εγγυήσεως σε βάρος των εκκαλούντων, που αφορούσαν οι εγγυήσεις.

Οι τελευταίοι (εκκαλούντες) με τα 6.681 και 6682/10-9-1998 έγγραφά τους ζήτησαν από το εφεσίβλητο την παράταση της προθεσμίας υπογραφής των μεταβιβαστικών συμβολαίων, προκειμένου να ολοκληρωθεί ο έλεγχος των τίτλων ιδιοκτησίας των άνω ακινήτων. Το αίτημά τους αυτό έγινε δεκτό με τη 060/142/13-10-1998 απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ, η οποία κοινοποιήθηκε με τα 050 και 060/142/210/19-10-1998 έγγραφά του σε αυτούς , αντίστοιχα.

Έτσι, η άνω προθεσμία παρατάθηκε μέχρι της 15-11-1998. Οι εκκαλούντες όμως, δεν φρόντισαν, όπως προς τούτο είχαν υποχρέωση, να ανανεώσουν την ισχύ των εγγυητικών πιο πάνω επιστολών, ενώ προσκόμισαν προς υπογραφή από τον Υποδιοικητή του ΙΚΑ δηλώσεις φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων, οι οποίες και υπογράφηκαν από αυτόν στις 13-11-1998.

Μέχρι την τελευταία ημέρα (στις 16-11-1998, διότι η 15-11-1998 ήταν ημέρα Κυριακή, ΑΚ 242), οι εκκαλούντες δεν εμφανίστηκαν για την κατάρτιση των άνω συμβάσεων , αλλά ούτε και επικοινώνησαν με τις αρμόδιες Υπηρεσίες του ΙΚΑ, όπως δεν έπραξαν αυτό κατά τις επόμενες ημέρες μέχρι της 13-1-1999, που προκηρύχθηκε να διεξαχθεί νέος διαγωνισμός για τα άνω ακίνητα.

Στο μεταξύ, ο Διοικητής του ΙΚΑ εξέδωσε τις με αριθμό 060/Α42/16-11-1998 αποφάσεις του σχετικά με την κατάπτωση των άνω εγγυήσεων υπέρ του ΙΚΑ, εγκρίνοντας την είσπραξη των ποσών τους από το τελευταίο. Το γεγονός αυτό το εφεσίβλητο με τα από 18-12-1998 έγγραφα του πληροφόρησε κάθε εκκαλούντα αναφέροντας ως αιτιολογία σε αυτά της καταπτώσεως των εγγυητικών επιστολών ότι δεν προσήλθαν οι υπερθεματιστές μέσα στην καθορισμένη προθεσμία για την υπογραφή των συμβολαίων.

Έτσι, προκηρύχθηκε για της 13-1-1999 νέος επαναληπτικός πλειοδοτικός διαγωνισμός εκποιήσεως των άνω ακινήτων ,που απέβη όμως άκαρπος για να επακολουθήσουν διαδοχικά άλλοι τέσσερις (4) τον αριθμό νέοι τέτοιοι διαγωνισμοί , χωρίς να επιτευχθεί κατά τον τελευταίο στις 16-10-2002 θετικό αποτέλεσμα. Αποδείχθηκε επίσης ότι το εφεσίβλητο δεν μπόρεσε να εισπράξει από την πιο πάνω Τράπεζα τις άνω εγγυητικές επιστολές, διότι οι εκκαλούντες δεν είχαν ανανεώσει αυτές κατά τη λήξη τους στις 29-10-1998.

Ούτε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, κατέστη δυνατόν να πουληθούν με πλειοδοτική δημοπρασία τα άνω ακίνητα. Κατόπιν αυτών, με μόνη την απόφαση της Διοικήσεως του εφεσίβλητου περί κατακυρώσεως της δημοπρασίας, δεν ολοκληρώθηκε η ενοχική σύμβαση της αγοραπωλησίας των άνω ακινήτων και δεν γεννήθηκε η υποχρέωση του τελευταίου (ΙΚΑ), καθώς και αντίστοιχο δικαίωμα κάθε εκκαλούντος προς κατάρτιση της εμπράγματης δικαιοπραξίας με την τήρηση του απαιτούμενου κατά το νόμο τύπου (ΑΚ 369).

Επίσης, το εφεσίβλητο με την πιο πάνω απόφασή του, δεν παρέβη συμβατική του υποχρέωση προς τήρηση των απαιτούμενων διατυπώσεων για τη μεταβίβαση της κυριότητας των δημοπρατηθέντων ακινήτων του σε κάθε εκκαλούντα και έτσι, δεν γεννήθηκε ευθύνη του προς αποζημίωση των τελευταίων στηριζόμενη στη σύμβαση, η δε αγωγή με το παραπάνω αίτημα, είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί, όπως ορθά πρωτόδικα έτσι έχει κριθεί.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην εκκαλουμένη ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία της διακηρύξεως σε συνδυασμό με τις διατάξεις των ΑΚ 189, 199, δέχθηκε ότι με την κατακύρωση δεν ολοκληρώθηκε η ενοχική δικαιοπραξία και ότι , δεν γεννήθηκε ενοχικό δικαίωμα αυτών ως υπερθεματιστών για την μεταβίβαση της κυριότητας των πλειστηριασθέντων πραγμάτων, είναι αβάσιμος κατ'ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί.

Πρέπει δε να λεχθεί ότι με επάλληλη σκέψη στην εκκαλούμενη, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, έχει γίνει με αυτή δεκτό ότι και αν ακόμη η αποκατάσταση της ζημιάς των εκκαλούντων θεωρηθεί ότι είχε στηριχθεί στην ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις, η αιτούμενη αποζημίωση για τη διαφορά της τιμής πλειοδοσίας με την αγοραία αξία των ακινήτων, δεν συνιστά το αρνητικό της συμβάσεως διαφέρον, ενώ και τα ποσά των εγγυητικών επιστολών δεν καταβλήθηκαν και έτσι, δεν υπέστησαν ζημιά οι εκκαλούντες, ώστε να συντρέχει λόγος αποζημιώσεως αυτών και η αγωγή τους με το άνω αίτημα είναι κατ'ουσίαν αβάσιμη και απορριπτέα".

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς τους οι αναιρεσείοντες μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την παραδοχή της ότι ο Διοικητής του ΙΚΑ εξέδωσε την παραπάνω απόφασή του, σχετικά με την κατάπτωση των άνω εγγυήσεων υπέρ του ΙΚΑ, εγκρίνοντας την είσπραξη των ποσών τους από το τελευταίο , αιτιώμενοι κατά λέξη "χωρίς να αιτιολογήσει ή να ερμηνεύσει (η αναιρεσιβαλλομένη) καθ' οιονδήποτε τρόπο, το εάν η έκδοση αυτής της απόφασης του Διοικητή του ΙΚΑ είναι σύννομη ή όχι και εάν είναι γιατί είναι, εάν είναι σύμφωνη, εάν αποτελεί ή όχι παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του καθού και εάν όχι γιατί".Όμως, ο λόγος αυτός κατά το παραπάνω μέρος του είναι, προεχόντως, αλυσιτελής, εφόσον σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείοντες δεν είχαν ανανεώσει την ισχύ των εγγυητικών επιστολών κατά τη λήξη τους, στις 29-10-1998, με αποτέλεσμα να μην τις εισπράξει το αναιρεσίβλητο, κι'έτσι αυτοί δεν υπέστησαν εκ του λόγου τούτου ζημιά.

Κατά δε το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η ίδια πλημμέλεια με τις αιτιάσεις ότι "δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", τυγχάνει απαράδεκτος, λόγω της παντελούς αοριστίας του.

Τούτο δε, διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν σε τι συνίσταται η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα , και αναφορικά με ποιο ζήτημα και ποιών αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, στην οποία πάντως, με κάθε σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται το αποδεικτικό της πόρισμα, σχετικά με την μη ολοκλήρωση της ενοχικής σύμβασης αγοραπωλησίας των άνω ακινήτων, με αποτέλεσμα να μην γεννηθεί υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου, καθώς και αντίστοιχο δικαίωμα των αναιρεσειόντων προς κατάρτιση της εμπράγματης δικαιοπραξίας και εντεύθεν ούτε συμβατική ευθύνη του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση των αναιρεσειόντων.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόαση των διαδίκων(άρθρο 110 παρ.2 ΚΠολΔ) ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήσαν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989).

Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο , μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, Ολ ΑΠ 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλουμένου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τους περιεχόμενους στην έφεσή τους ισχυρισμούς που, κατά λέξιν έχουν ως εξής: "...

επακολούθησαν τα από 22-12-98 υπομνήματα μας, ελπίζοντας ότι θα επιλυθεί το θέμα μεταξύ των υπηρεσιών του Ιδρύματος Δυστυχώς το Τμήμα Στέγασης συνέχισε τις παράνομες ενέργειες, αφού προχώρησε στην προκήρυξη επαναληπτικού διαγωνισμού, με απόφαση που πήρε η Επιτροπή διενέργειας του διαγωνισμού με το 71/16.12.98 πρακτικό της, ήτοι δύο ημέρες πριν συνταχθούν τα έγγραφα, με τα οποία μας εγνώριζαν ότι κηρυχθήκαμε έκπτωτοι.

Όταν πληροφορηθήκαμε τα ανωτέρω, εγώ ο πρώτος από ημάς ζήτησα να συναντηθώ και να εκθέσω το ζήτημα στον Υποδιοικητή του Ιδρύματος, συνάντηση που έγινε την 7η Ιανουαρίου 1999. Υπέβαλα εις αυτόν συμπληρωματικά το με αριθμ. πρωτ. 1/11.1.99 υπόμνημά μου, με τη βεβαιότητα ότι θα αναβληθεί ο ορισμένος να διεξαχθεί την 13η.1.99 διαγωνισμός.

Διαπιστώνοντας την 13η.1.99 ότι η επιτροπή προχωρεί στην διενέργεια του διαγωνισμού, εμφανίστηκαν ενώπιον της Επιτροπής αυτής και ζήτησα να περιληφθεί στα πρακτικά του διαγωνισμού η από 13.1.99 δήλωσή μου, πρωτοκολλήθηκε με αριθμό 318/13.1.99. Με τη δήλωση μας αυτή, δηλώσαμε ότι ο επαναληπτικός διαγωνισμός είναι άκυρος, διότι τα ανωτέρω ακίνητα κατακυρώθηκαν σε μας, η δε απόφαση του Διοικητή της 16ης.11.98 είναι παράνομη, αφενός μεν διότι εκδόθηκε μέσα στην ως άνω προθεσμία, αφετέρου δε διότι η μη υπογραφή των συμβολαίων οφείλεται αποκλειστικά και μόνο σε υπαιτιότητα του Ιδρύματος".

Ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος, καθόσον οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" με την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής τους και κατατείνουν στην υποστήριξη των απόψεών τους και συνεπώς η παράλειψη λήψης υπόψη αυτών δεν στοιχειοθετεί τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρθ.1 ΚΠολΔ , παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (Ολ ΑΠ 4/2005, 7/2006).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 3ο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κρίνοντας μη νόμιμο το αγωγικό τους αίτημα για την επιδίκαση σ'αυτούς χρηματικής ικανοποίησης και απορρίπτοντας τον λόγο της εφέσεώς τους κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 189, 197, 198, 199, 200, και 914 ΚΠολΔ.

Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο οδηγήθηκε στην επίμαχη κρίση του, με την ακόλουθη αιτιολογία, το περιεχόμενο της οποίας πλήττεται με τον υπό κρίση αναιρετικό λόγο: "Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν με την αγωγή τους ότι η ματαίωση της συμβάσεως με το εφεσίβλητο ΙΚΑ οφείλεται σε παράνομες πράξεις των οργάνων του τελευταίου και συγκεκριμένα, στη μη έγκαιρη κλήση τους για πληρωμή του φόρου μεταβιβάσεως στην έκδοση αποφάσεως από το Διοικητή του εφεσιβλήτου για έκπτωσή τους από τις εγγυητικές επιστολές, την προσπάθεια εισπράξεως των εγγυητικών επιστολών πριν από την κοινοποίηση σε αυτούς της αποφάσεως για έκπτωσή τους και την άρνηση των οργάνων του να εφαρμόσουν τις υποδείξεις του συνηγόρου του πολίτη, οπότε έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 914επ.

ΑΚ σε συνδ. προς αυτές των άρθρων 105 και 106 Εισ.ΝΑΚ. Στο ίδιο όμως δικόγραφο(αγωγή) ομολογούν την έκδοση από το εφεσίβλητο της αναφερόμενης στην αρχή προκηρύξεως πλειοδοτικού διαγωνισμού από το τελευταίο, προς εκποίηση των άνω ακινήτων του, καθώς και το περιεχόμενο της άνω προκηρύξεως που αναφέρεται όπως και στην αγωγή, η δυνατότητα εκπτώσεώς τους ως πλειοδοτών και μη υπογραφής της συμβάσεως αγοραπωλησίας των πλειστηριασθέντων ακινήτων, χωρίς να αναφέρουν σε τι συνίσταται η παρανομία των άνω πράξεων και παραλείψεων των οργάνων του εφεσίβλητου.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η αγωγή, ως προς το μέρος που αφορά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά αποτελούν αντισυμβατική συμπεριφορά και δεν συνιστούν παράνομη προσβολή προσωπικότητας, ούτε αδικοπραξία, ορθά το νόμο εφάρμοσε, οι δε λόγοι της εφέσεώς τους με τους οποίους παραπονούνται οι εκκαλούντες κατά της εκκαλούμενης ότι:

α) εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της ΑΚ 914, σε συνδ. προς αυτές των άρθρων 105, 106 Εισ.ΝΑΚ (δεύτερος) και β)εσφαλμένα απορρίφθηκε το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, εκτιμώντας ότι τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς τους ούτε αδικοπραξία (τρίτος) , είναι αβάσιμοι κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθούν".

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο και απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, κατά το παραπάνω αίτημά της, δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Ειδικότερα η επικαλούμενη σ' αυτήν μη κλήση τους για πληρωμή του φόρου μεταβίβασης δεν στοιχειοθετεί αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου λαμβανομένου υπόψη του επισκοπούμενου λοιπού περιεχομένου της αγωγής τους, σύμφωνα με το οποίο οι δηλώσεις ΦΜΠ είχαν υπογραφεί από τον Υποδιοικητή του ΙΚΑ, στις 13/11/98 (δηλαδή πριν τη λήξη της δίμηνης προθεσμίας υπογραφής του συμβολαίου) και επομένως αυτοί ήσαν οι ενδιαφερόμενοι που όφειλαν να μεριμνήσουν για την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς τους.

Περαιτέρω, η επίκληση της έκδοσης της απόφασης του Διοικητή του ΙΚΑ για κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών τους και η επιδίωξη εισπράξεώς τους, ωσαύτως, δεν στοιχειοθετεί, αδικοπρακτική συμπεριφορά, θεμελιωτική αξιώσεώς τους προς αποζημίωση και εντεύθεν χρηματικής ικανοποίησης, πολύ δε περισσότερο εφόσον δεν συνοδεύεται με την επίκληση ότι εισπράχθηκαν τα ποσά αυτών από το αναιρεσίβλητο.

Κατά συνέπεια τούτων, δεν φέρει αδικοπρακτικό χαρακτήρα ούτε η εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσιβλήτου άρνηση να συμμορφωθούν σε υποδείξεις του συνηγόρου του πολίτη για την κατάρτιση του μεταβιβαστικού συμβολαίου. Με τον ίδιο λόγο (3ο) αποδίδεται στο δικαστήριο, ότι με το να κρίνει την αγωγή μη νόμιμη κατά το αίτημά της περί χρηματικής ικανοποιήσεως, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ.

Όμως, κατά το μέρος αυτό ο προκείμενος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος. Τούτο , διότι ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη (Ολ. ΑΠ. 3/1997), όπως συνέβη στην ένδικη περίπτωση, καθόσον δεν υπάρχουν ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας οι οποίες και μόνες ελέγχονται με τον λόγο αυτόν. Τέλος, οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο της αιτήσεως λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι το Εφετείο με την παραπάνω κρίση του, υπέπεσε και στις πλημμέλειες των αρ.8 ,9 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέες λόγω της αοριστίας τους, καθόσον εκτός από την επίκληση των διατάξεων που τις προβλέπουν, δεν προσδιορίζεται στην αίτηση σε τι συνίστανται τα αντίστοιχα σφάλματα της αναιρεσιβαλλομένης.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 παρ.1 ν. 3693 /57, σε συνδυασμό με άρθρα 7 και 9 ν.δ. 2698/53, κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10/9/2008 αίτηση των Μ. και Γ. Χ. για αναίρεση της 7764/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων τριάντα (330) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ