1745/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1745/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1745 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1745/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αργυρώς Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Σ. Α. χήρας Ε. Σ., κατοίκου ... , 2. Σ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 3. Σ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 4. Χ. Χ., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης του, Ξ. - Ά. Χ., 5. Ξ.- Ά. Χ., κατοίκου ..., 6. Β. Κ. του Α., 7. Σ. Κ. του Θ., 8. Α. Ζ. του Κ., 9. Μ. Ζ. του Σ., 10. Ι. Κ. του Χ., κατοίκων απάντων ... . 11. Ρ. Σ., χήρας Φ. Κ. , κατοίκου ... 12. Ρ. Σ., χήρας Φ. Κ.,ως ασκούσας την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της α) Α., β) Α., γ) Ε. και ε) Κ., κατοίκων ... 13.Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ... 14. Σ. Ζ. ή Ζ. του Α., πρώην συζ. Κ. Κ., κατοίκου ... 15.Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ... 16.Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ... 17.Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ως άνω 18.Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ομοίως ως άνω. 19. Κ. χήρας Χ. Μ., κατοίκου ... 20. Β. Μ. του Χ. 21.Α. Μ. του Χ. 22.Τ. Μ. του Α. 23.Ν. Μ. του Α. 24.Α. Μ. του Α. 25.Α. Μ. του Μ. 26.Β. συζ. Α. Μ. του Α., κατοίκων απόντων ..., οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. 27.E. D. χήρα P. D. I. 28.D. D. του P. 29.I. D. του P. ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος P. D., κατοίκων απάντων Δημοκρατίας Γεωργίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Χαματζόγλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων Ζημιών υπό την Επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑΖ", με έδρα την Θεσσαλονίκη, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αλέξανδρου Τζανετάκη και κατέθεσε προτάσεις και αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της 9-2-2010, ως προς τον υπό στοιχείο α)5, αναιρεσίβλητου Ι. Κ. του Χ. και ως προς τον αναιρεσίβλητο Φ. Ν. του Ι., λόγω θανάτου τους.
Των αναιρεσιβλήτων: α)1.Β. Κ. του Α. 2.Σ. Κ. του Θ. 3. Α. Ζ. του Κ. 4.Μ. Ζ. του Σ. 5.Ι. Κ. του Χ., ο οποίος απεβίωσε, κατοίκων απάντων ....
β) 1.Μ. Σ. χήρας Φ. Κ., κατοίκου ..., 2. Μ. Σ. χήρας Φ. Κ. ως ασκούσας την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Α. Κ., Α. Κ., Ε. Κ., Κ. Κ., κατοίκων απάντων ..., 3.Κ. Κ. από το εσφαλμένο "του Φ." στο ορθό "του Σ." κατοίκου ..., 4. Σ. Ζ. ή Ζ. του Α., πρώην συζύγου Κ. Κ., κατοίκου ..., 5. Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ... 6.Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 7. Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 8. Μ. Κ. του Κ., κατοίκου .... γ) 1. Κ. χήρας Χ. Μ., κατοίκου ..., 2.Β. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 3.Α. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 4.Τ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 5. Ν. Μ. του Α., κατοίκου ..., 6. Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., 7. Α. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 8. Β. συζ. Α. Μ. του Α., κατοίκου .... δ) 1. Α. Π. του Μ., κατοίκου ..., 2. Κ. Μ. του Τ. κατοίκου ..., άπαντες οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
ε) 1.Φ. Ν. του Ι., κάτοικος εν ζωή ... της Δημοκρατίας της, Γεωργίας απεβίωσε, 2. Ε. συζύγου Φ. Ν. 3. Ν. Ν. του Φ. και 4. Ι. Ν. του Φ., κάτοικοι άπαντες ... της Δημοκρατίας της Γεωργίας, όλοι απόντες που εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μιχαήλ Χαματζόγλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8-6-2007, 18-6-2007 (4), και 18-12-2006 αγωγές των υπό στοιχεία Α και Β ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2809/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6286/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 9/2/2010 αίτησή της και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 27/1/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 9/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή εν μέρει του πρώτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 9/2/2010 αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή του τέταρτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 27/1/2010 αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου συζητήθηκαν οι εξής αιτήσεις αναιρέσεως: α)η από 9-2-2010 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." κατά της Σ. Α. χήρας Ε. Σ. και των λοιπών είκοσι οκτώ (28) αναιρεσιβλήτων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6286/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (αρ.πιν.36) και β)η από 27-1-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων Ζημιών επί την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑΖ", κατά της Β. Κ. του Α. και των λοιπών είκοσι τριών (23) αναιρεσιβλήτων για αναίρεση της ίδιας ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως (αρ.πιν.54), οι οποίες είναι συναφείς, γι' αυτό και πρέπει αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 573 παρ.1 του ΚΠολΔ, να διαταχθεί η συνεκδίκασή τους, διότι έτσι επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Από το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο αντίδικος εκείνου που επίσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου οι υπό στοιχεία 1 έως 26 αναιρεσίβλητοι στην πρώτη ως ......συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο.
Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ.11886, 11888, 11887, 11889 και 11890/2-6-2011 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., τις υπ' αριθμ.3415Β, 3416Β, 3419Β, 3417Β και 3418Β/9-6-2011 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κιλκίς Ελένης συζ.Αναστ.Κελεσάκου, την υπ' αριθμ.3444Β/14-6-2011 έκθεση επίδοσης της προαναφερομένης επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κιλκίς, την υπ' αρ.1137/20-6-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., τις υπ' αριθμ.3443Β/14-6-2011 και 3461Β/16-6-2011, εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κιλκίς ..., τις υπ' αριθμ.11884, 11883 και 11882/2-6-2011 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...
και τις υπ' αριθμ. 3428Β, 3429Β, 3430Β, 3437Β, 3425Β, 3423Β, 3424Β και 3426Β/9-6-2011 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κιλκίς ... αντίστοιχα, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΑΕ", ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα συνεδρίαση της 23-9-2011 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους 26 κατά σειρά αναφερομένους των εφεσιβλήτων.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της ως άνω αίτησης αναιρέσεως, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων αυτών. Ακόμα, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, οι πρώτος, δεύτερη, τρίτος, τέταρτη, έκτη, έβδομη, όγδοος, ένατη, δέκατη, ενδέκατη, δωδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατη τέταρτη, δέκατη πέμπτη, δέκατος έκτος, δέκατη έβδομη, δέκατη όγδοη, δέκατος ένατος, εικοστή, εικοστή πρώτη και εικοστός δεύτερος στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων Ζημιών υπό την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑΖ" δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο.
Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 10953γ, 10952γ, 10951γ, 10950γ, 10938γ, 10937γ, 10949γ, 10948γ και 10947γ/27-5-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κιλκίς ..., τις υπ' αριθμ. 1242Γ, 1244Γ και 1243Γ/11-5-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ... και τις υπ' αριθμ.10939Γ, 10940Γ, 10941Γ, 10942Γ, 10943Γ, 10946Γ, 10944Γ, 10945Γ, 10936Γ και 10935Γ/27-5-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κιλκίς ..., τις οποίες προσκομίζει η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑΖ", ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αρχική ορισμένη συνεδρίαση του δικαστηρίου τούτου στις 18-3-2011, όταν αναβλήθηκε η συζήτηση της για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση του (23-9-2011), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους είκοσι δύο κατά σειρά αναφερομένους των εφεσιβλήτων της προμνημονευόμενης αίτησης αναιρέσεως.
Επομένως, το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της δεύτερης των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, για τους οποίους δεν απαιτείται νέα κλήση τους για εμφάνιση αυτών στο δικαστήριο κατά τη δικάσιμο στις 23-9-2010 (άρθρα 226 παρ.4 εδ.γ και 575 εδ.ΚΠολΔ).
Η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑΖ" με δήλωση της που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου παραδεκτά παραιτήθηκε από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως ως προς τους απόντες αναιρεσιβλήτους Ι. Κ. του Χ. και Φ. Ν. του Ι., που έχουν ήδη αποβιώσει. Επομένως πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς του εφεσιβλήτους αυτούς (άρθρα 294, 295 και 299 του ΚΠολΔ).
Α) Επί αμφοτέρων των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως:
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι όνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. H κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ανΕλέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Στις 15-11-2006 και ώρα 21:20 ο Β. Μ., ηλικίας 24 ετών, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής RENAULT, τύπου TWINGO 1239 CC RENAULT ιδιοκτησίας του Α. Κ. Κ. (απολειπομένου εφεσίβλητου), το οποίο κάλυπτε ασφαλιστικά η ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ ΑΕ και εκινείτο επί της ΝΕΟ Αθηνών- Ευζώνων, με κατεύθυνση προς Ευζώνους.
Στο όχημα συνεπέβαιναν ο Χ. Μ., ηλικίας 43 ετών, στην θέση του συνοδηγού και στα πίσω καθίσματα ο Φ. Κ. του Κ., ηλικίας 33 ετών και ο Έ. Κ. του Θ., ηλικίας 23 ετών. Την ίδια χρονική στιγμή, με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς Αθήνα, εκινείτο ο Ε. Σ., ηλικίας 61 ετών, ο οποίος οδηγούσε το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, τύπου C 230, κυβισμού 2298 CC με συνοδηγό την V.
K. (Β. Κ.) και επιβάτες στα πίσω καθίσματα την Τ. Ν., ηλικίας 47 ετών και τον ανήλικο N. K., ηλικίας 4 ετών, γιο της συνοδηγού. Και τα δύο οχήματα πλησίαζαν στην 526η χιλιομετρική 9έση της ως άνω ΝΕΟ. Η ΝΕΟ Αθηνών- Ευζώνων, στο ανωτέρω σημείο, είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 13,60 μέτρα, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και μια βοηθητική λωρίδα.
Ήταν νύκτα, υπήρχε ανεπαρκής φωτισμός, διότι οι κολώνες φωτισμού της ΔΕΗ είχαν τεθεί εκτός λειτουργίας. Η κίνηση των οχημάτων ήταν πυκνή, ενώ επικρατούσε καλοκαιρία και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από άλλα φυσικά εμπόδια. Το όριο ταχύτητας ανερχόταν σε 110 χιλιόμετρα ανά ώρα (βλ. την έκθεση αυτοψίας). Αποδείχθηκε επίσης, ότι ο οδηγός, Β.
Μ. είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα με αποτέλεσμα, όταν πλησίασε στο 526° χιλιόμετρο να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας καταλαμβάνοντας τουλάχιστον 1,5 μέτρο εντός αυτού από την διαχωριστική γραμμή. Ο οδηγός της MERCEDES, Ε. Σ., ο οποίος επίσης είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, αντιλήφθηκε την παράνομη κίνηση του RENAULT από απόσταση τουλάχιστον 80 μέτρων και αμέσως τροχοπέδησε, σε μήκος 50 μέτρων, χωρίς όμως να εκτελέσει δεξιό αποφευκτικό ελιγμό, αν και το οδόστρωμα προς τα δεξιά του ήταν ελεύθερο.
Συγχρόνως, ο οδηγός του RENAULT εξακολούθησε να κινείται καταλαμβάνοντας 1,5 μέτρο εντός του αντιθέτου ρεύματος, ως προς την δική του πορεία, χωρίς να τροχοπεδήσει ή να επαναφέρει το όχημά του στο κανονικό ρεύμα κυκλοφορίας, δηλαδή προς Ευζώνους, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν μετωπικά. Ειδικότερα, το RENAULT υπέστη καθολικά κτυπήματα στο εμπρόσθιο τμήμα του και όλα τα συστήματά του διαλύθηκαν και παρουσιάζουν εικόνα μιας άμορφης μάζας.
Επίσης, η MERCEDES υπέστη καθολικά κτυπήματα στο εμπρόσθιο τμήμα της (βλ. ένδειξη 13 στην έκθεση αυτοψίας) και, κυρίως στην θέση του οδηγού, η οποία είχε συνθλιβεί. Μετά την σύγκρουση η MERCEDES εκτράπηκε δεξιά, σε απόσταση 15 μέτρων, όπου ακινητοποιήθηκε εκτός του οδοστρώματος, με κατεύθυνση προς Αθήνα, ενώ το RENAULT ακινητοποιήθηκε σε κάθετη θέση ,στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ευζώνους, ως μια άμορφη μάζα από σίδερα, εφόσον η μηχανή είχε συμπιεστεί στην καμπίνα των επιβατών και δεν διακρίνονταν οι θέσεις των καθισμάτων.
Τα δύο οχήματα υπέστησαν ολική καταστροφή. Εξάλλου, οι επιβάτες του RENAULT, οι οποίοι, σημειωτέον, δεν είχαν χρησιμοποιήσει την ζώνη ασφαλείας, όπως επισημαίνει η έκθεση αυτοψίας, τραυματίστηκαν θανάσιμα. Επίσης, από την MERCEDES διασώθηκε μόνον η συνοδηγός, η οποία ήταν η μόνη επιβάτης του οχήματος αυτού, που φορούσε την ζώνη ασφαλείας, ενώ ο οδηγός, η επιβάτης και το ανήλικο, που κάθονταν στα πίσω καθίσματα τραυματίστηκαν επίσης θανάσιμα.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, το ένδικο τροχαίο δυστύχημα οφείλεται στην συγκλίνουσα αμέλεια και των δύο οδηγών, ζήτημα που κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ελληνικού Δικαίου, κατά την διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, ως το δίκαιο του τόπου της αδικοπραξίας, εφόσον στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν στοιχεία αλλοδαπότητας, λόγω της ιθαγένειας ορισμένων θυμάτων, όπως θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω.
Η αμέλεια των οδηγών εκτιμάται σε ποσοστό 80% για τον οδηγό του RENAULT, Β. Μ. και 20% για τον οδηγό της MERCEDES, Ε. Σ.. Πιο συγκεκριμένα, η αμέλεια του Β. Μ. συνίσταται στο γεγονός, ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και προσεκτικά, δεν ασκούσε τον έλεγχο του οχήματος του, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κυκλοφορίας, διότι ήταν νύκτα και υπήρχε ανεπαρκής φωτισμός, δεν μείωσε την ταχύτητα του, αν και στο σημείο εκείνο δεν λειτουργούσαν οι κολώνες φωτισμού και συνεπώς, η ορατότητα του περιοριζόταν εκ του λόγου αυτού, αλλά αντίθετα εκινείτο με ταχύτητα ,που υπερέβαινε το όριο της περιοχής και κυρίως εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο εισέβαλε 1,5 μέτρο εντός αυτού από την διακεκομμένη μονή διαχωριστική γραμμή.
Δηλαδή παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1,19 παρ. 1-3,16 παρ.5 και 20 του ΚΟΚ. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η ακριβής ταχύτητα του αυτοκινήτου αυτού δεν αποδείχθηκε, πλην όμως τούτο με βεβαιότητα προκύπτει από το είδος και την έκταση των ζημιών του οχήματος, που έχει μετατραπεί σε άμορφη μάζα, ενώ όλοι οι επιβαίνοντες σ' αυτό βρήκαν τραγικό θάνατο, με ρήξη ζωτικών οργάνων του σώματός τους (καρδιάς, σπλήνας, ήπατος κλπ., όπως θα εκτεθεί για κάθε θύμα ξεχωριστά παρακάτω).
Πρέπει επίσης να τονιστεί, ότι ο οδηγός Β. Μ., δεν κατείχε άδεια ικανότητας οδήγησης, σύμφωνα με το με αρ. πρωτ. Σ-501/23-1-2007 έγγραφο της Διεύθυνσης Συγκοινωνιακών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κιλκίς. Επίσης, κατά την τοξικολογική έρευνα για ανίχνευση αλκοόλης στο αίμα του διαπιστώθηκε περιεκτικότητα 0,01/00, δηλαδή ένα εκατοστό του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος (βλ.
την από 13-12-2006 έκθεση εξέτασης αίματος της Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Β. Ελλάδος), ενώ κατά την επαναληπτική εξέταση ανιχνεύθηκε αλκοόλη σε συγκέντρωση 0,38 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος. Επίσης στα ούρα ανιχνεύθηκαν οπιούχα σε συγκέντρωση 28,5 ng/ml ούρων και βενζοδιαζεπίνες σε συγκέντρωση 42,5 ng/ml αίματος (βλ.
την με αριθμό πρωτοκόλλου 440/8-3-2007 έκθεση τοξικολογικής ανάλυσης του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών Αγ. Ανδρέας). Σύμφωνα με τα παραπάνω έγγραφα το ποσοστό αλκοόλης και ναρκωτικών ουσιών, που ανιχνεύθηκαν στο αίμα του οδηγού του RENAULT, δεν υπερβαίνει το ποσοστό 0,5 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, ώστε να θεωρηθεί, ότι βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του αρ. 42 του Ν. 2696/1999, όπως ισχύει με το άρ.43 παρ.2 του Ν. 2963/2001.
Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι η μικρή αυτή ποσότητα είχε επηρεάσει την οδηγική του συμπεριφορά και τις λειτουργικές του δραστηριότητες, εφόσον είναι βέβαιο, ότι σε μια τέτοια περίπτωση και οι επιβαίνοντες στο όχημά του δεν θα δέχονταν να επιβιβαστούν σε όχημα, που θα οδηγούσε οδηγός, που τελούσε σε κατάσταση μέθης.
Το Δικαστήριο τούτο καταλήγει στο ανωτέρω συμπέρασμα, διότι, πέραν από το γεγονός, ότι η ποσότητα που ανιχνεύθηκε στο αίμα του οδηγού δεν υπερβαίνει το όριο που ορίζει το άρθρο 42 ΚΟΚ, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (αρ. 336 παρ.4 ΚΠολΔ), σε μια τέτοια περίπτωση, οι επιβάτες δεν θα δέχονταν να επιβιβαστούν στο όχημα του.
Επομένως, αβάσιμα οι εφεσίβλητες ασφαλιστικές εταιρείες προβάλουν τον ισχυρισμό, ότι αιτία του δυστυχήματος ήταν η κατάσταση του οδηγού του RENAULT, ο οποίος τελούσε σε κατάσταση μέθης και υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, για να υποστηρίξουν την ένσταση περί αποκλειστικής υπαιτιότητας αυτού, το βάρος της απόδειξης της οποίας άλλωστε έχουν αυτές.
Για τους ίδιους λόγους πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός, ότι το δυστύχημα προκλήθηκε λόγω της έλλειψης άδειας ικανότητας οδήγησης, εφόσον δεν αρκεί μόνον η έλλειψη αυτή, αλλά απαιτείται να αποδεικνύεται ανικανότητα οδήγησης εξαιτίας της έλλειψης άδειας, γεγονός που σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε μετά βεβαιότητας από τις ενιστάμενες ασφαλιστικές εταιρείες, που έχουν το σχετικό βάρος απόδειξης, εφόσον η έλλειψη άδειας ικανότητας δεν αποδεικνύει αναγκαίως, ότι υπήρξε η αιτία του δυστυχήματος.
Κατόπιν αυτών και όσον αφορά την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των θυμάτων - επιβατών του RENAULT, λόγω αυτοδιακινδύνευσης αυτών, επειδή επιβιβάσθηκαν σε όχημα του οποίου ο οδηγός εστερείτο άδειας ικανότητας οδήγησης και τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικής ουσίας και αλκοόλης, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν, εφόσον δεν αποδείχθηκε, ότι η αιτία του δυστυχήματος ήταν η κατανάλωση αλκοόλης και ναρκωτικής ουσίας, καθώς επίσης, ότι οι επιβάτες - θύματα γνώριζαν, ότι ο οδηγός είχε μειωμένη ικανότητα εκ του λόγου αυτού, (γεγονός που σε κάθε περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί κατά τα ανωτέρω) και αποδέχτηκαν να επιβιβαστούν στο όχημα.
Και τούτο διότι για να θεμελιωθεί συντρέχον πταίσμα του επιβάτη οχήματος του οποίου ο οδηγός τελεί σε μέθη κλπ., δεν αρκεί μόνη η γνώση της κατανάλωσης οινοπνεύματος από τον οδηγό , αλλά απαιτείται να γνωρίζει ο επιβάτης, ότι ο οδηγός εξαιτίας της κατάστασης του βρίσκεται σε μειωμένη ικανότητα οδήγησης.
Περαιτέρω και ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, από τα ίδια στοιχεία αποδείχθηκε, ότι στο δυστύχημα συνετέλεσε και η αμελής οδηγική συμπεριφορά του Ε. Σ., οδηγού της MERCEDES, διότι και αυτός οδηγούσε χωρίς προσοχή, δεν ασκούσε τον έλεγχο του οχήματός του και εκινείτο με ταχύτητα, που υπερέβαινε το όριο της περιοχής, επωφελούμενος από την μεγάλη ευθεία της ΝΕΟ στο σημείο του δυστυχήματος.
Ειδικότερα, η υπερβολική ταχύτητα αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ,αν και τροχοπέδησε σε μήκος 50 μέτρων και συγκρούστηκε με το RENAULT, που οπωσδήποτε απορρόφησε ένα μεγάλο μέρος της ταχύτητας της MERCEDES (η οποία ήδη είχε αρχίσει να μειώνεται με την τροχοπέδη), εντούτοις εκτράπηκε δεξιά σε απόσταση 15 μέτρων, παρά τον μεγάλο όγκο και το βάρος του οχήματος αυτού, που αυξήθηκε και από το βάρος των τεσσάρων επιβαινόντων σ' αυτό.
Επίσης, αν και αντιλήφθηκε το RENAULT στο ρεύμα πορείας του από απόσταση τουλάχιστον 80 μέτρων, δεν εκτέλεσε δεξιό αποφευκτικό ελιγμό, τον οποίο είχε την δυνατότητα να πραγματοποιήσει, διότι το οδόστρωμα δεξιά του ήταν ελεύθερο και πέραν του οδοστρώματος υπήρχε η βοηθητική λωρίδα ,που επίσης ήταν ελεύθερη εκείνη την χρονική στιγμή, αφού το αντίθετο δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο της προανακριτικής διαδικασίας.
Αβάσιμα η ασφαλιστική εταιρεία της MERCEDES, (ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ) ισχυρίζεται, ότι ο ασφαλισμένος της οδηγός αιφνιδιάστηκε από την είσοδο του RENAULT στο αντίθετο ρεύμα, εφόσον ο ασφαλισμένος οδηγός, Ε. Σ., είδε την κίνηση αυτή από απόσταση τουλάχιστον 80 μέτρων, όπως τούτο ειδικότερα προκύπτει από το μήκος της τροχοπέδής του και τον συνυπολογισμό του χρόνου αντίδρασης αυτού μέχρι την τροχοπέδη.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αμέλεια του ανωτέρω οδηγού Ε. Σ. στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 16 παρ.1 και 2, 19 παρ.1-3 και 20 του ΚΟΚ ... . Επομένως, κατόπιν όλων αυτών το Δικαστήριο τούτο κρίνει, ότι το δυστύχημα προκλήθηκε από την συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών, που εκτιμάται σε ποσοστό 80% για τον Β. Μ. και 20% για τον Ε. Σ.. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όμως έκρινε εσφαλμένα, ότι αποκλειστικά υπαίτιος ήταν μόνον ο Β. Μ., οδηγός του RENAULT.
Συνεπώς, το κεφάλαιο της υπαιτιότητας πλήττεται βάσιμα από τους εκκαλούντες, όπως ειδικότερα θα αναφερθεί για κάθε έφεση παρακάτω. Στο σημείο αυτό πρέπει επίσης να τονιστεί, ότι και η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος στο αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού των επιβαινόντων στο RENAULT, λόγω της παράλειψης χρήσης ζώνης ασφαλείας, την οποία προέβαλαν οι εφεσίβλητες ασφαλιστικές εταιρείες και επανυποβάλουν σήμερα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά ουσιαστική παραδοχή της αντένστασης των εκκαλούντων-εναγόντων μελών των οικογενειών τους, διότι λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης το αυτοκίνητο συνθλίφθηκε και μετατράπηκε σε άμορφη μάζα , ενώ ο θάνατος προκλήθηκε από ρήξη των καίριων ζωτικών οργάνων των θυμάτων.
Συνεπώς, τα θύματα και αν ακόμη είχαν χρησιμοποιήσει την ζώνη ασφαλείας, δεν θα είχαν αποφύγει το θάνατό τους, όπως άλλωστε θα αναπτυχθεί για κάθε θύμα στην οικεία έφεση σε σχέση με τα θανάσιμα τραύματα του. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο ακολούθως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχτηκε εν μέρει ως βάσιμες κατ' ουσίαν τις συνεκδικαζόμενες αγωγές, διέλαβε στην απόφασή του αναφορικώς με τα ουσιώδη για όλες τις εφέσεις ζητήματα της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας των οδηγών των δυο συγκρουσθέντων οχημάτων, όπως επίσης και της υπάρξεως ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς τους και των επελθόντων ως άνω σε ανθρώπους και πράγματα αποτελεσμάτων, πλήρεις, σαφείς, λίαν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με συνέπεια να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (ορθή στην προκειμένη περίπτωση).
Ειδικότερα ορθά το ως άνω Δικαστήριο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ όσον αφορά τη συνυπαιτιότητα του Ε. Σ. και τη συνδεόμενη με αυτήν του ευθύνη της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑΖ", στην οποία ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο του ατυχήματος το υπ' αριθμ.
κατηγορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του ανωτέρω οδηγού αυτού. Την ως άνω διάταξη του ΑΚ το Εφετείο ούτε ευθέως παραβίασε καθόσον τα μεν πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα (υπερβολική και πλέον της οριζομένης για την περιοχή του ατυχήματος ταχύτητα, οδήγηση αυτοκινήτου χωρίς προσοχή και χωρίς συνεχή άσκηση ελέγχου σε αυτό και μη εκτέλεση δεξιού αποφευκτικού ελιγμού, που μπορούσε να πραγματοποιήσει) και υπήγαγε ορθά στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, δηλαδή ότι και αυτά αποτέλεσαν την πρόσφορη αιτία για το επελθόν αποτέλεσμα από τη σύγκρουση των δυο αυτοκινήτων κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα (θάνατοι και τραυματισμός μιας επιβάτιδος και καταστροφή των οχημάτων).
Επίσης το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ προσδιορίζοντας το ποσοστό συνπαιτιότητας του οδηγού Ε. Σ. σε 20% και όχι σε 95% όπως ζήτησε η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΑΕ" η κρίση δε αυτή ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ).
Το Δικαστήριο δε με βάση τα ποσοστά συνυπαιτιότητας των δύο εμπλακέντων στο επίδικο τροχαίο ατύχημα οδηγών προσδιόρισε τις επιδικαζόμενες εκατέρωθεν απαιτήσεις των δικαιούχων προσώπων. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες ασφαλιστικές εταιρείες με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΑΕ" και "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ", με τους πρώτο και δεύτερο αντίστοιχα εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως των ως άνω αιτήσεων κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως.
Β) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΑΕ".
Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών φυσικών προσώπων και σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, ηλικία του θύματος και των μελών της οικογενείας του, τα οποία δοκιμάζουν ψυχική οδύνη) με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.
Εξάλλου δεν λαμβάνεται υπόψη η περιουσιακή κατάσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας γιατί η ευθύνη της τελευταίας είναι εγγυητική. Εξάλλου οι έννοιες της υπαιτιότητας και συνυπαιτιότητας (άρθρο 300 ΑΚ), που με την παραδοχή της δεύτερης αυτών μπορεί το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής, είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του αν τα περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελεγκτώς ως αποδειχθέντα, μπορούν καθεαυτά αντικειμενικώς και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Εκφεύγει, όμως, τον αναιρετικόν έλεγχον, η κρίση τόσο ως προς την ύπαρξη στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτιώδου σχέσης μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, όσον και ως προς το βαθμό (τη βαρύτητα) του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση-χρηματική ικανοποίηση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι ο οδηγός του ενός των ζημιογόνων οχημάτων Ε. Σ. είναι συνυπαίτιος για την πρόκληση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος και των επ' αυτού επελθόντων θανάτου και τραυματισμού ανθρώπων και της επελθούσας καταστροφής αμφοτέρων των συγκρουσθέντων οχημάτων κατά ποσοστό 20%, λόγω δε της παραδοχής αυτής επιδίκασε υπέρ των διαδίκων συγγενών του μειωμένα κατά το εν λόγω ποσοστό χρηματικά ποσά ως αποζημίωσή τους για την αποκατάσταση αντίστοιχων ζημιών τους και χρηματική ικανοποίηση τους, τα σ' αυτήν αναφερόμενα χρηματικά ποσά, τα οποία είναι μεγαλύτερα εκείνων που είχε επιδικάσει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που όμως δεν είχε δεχθεί συνυπαιτιότητα του Ε.
Σ. στην πρόκληση του ατυχήματος. Για τον προσδιορισμό της επιδικασθείσας στους συγγενείς του Ε. Σ. χρηματικής ικανοποίησης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του "τις συνθήκες του δυστυχήματος, το βαθμό αμέλειας του θύματος, την ηλικία αυτού και των οικείων του, τη συγγενική σχέση που τους συνδέει με το θύμα και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των φυσικών προσώπων που έχουν εμπλακεί στο δυστύχημα, επιδίκασε συνολικά (καταψηφιστικά και αναγνωριστικά) δε μεγαλύτερα χρηματικά ποσά (50.000, 40.000, 40.000, 8000 και 10.000 ευρώ αντίστοιχα) κατά παραδοχή σχετικού λόγου της έφεσης των εναγόντων συγγενών του Ε.
Σ., παραπονουμένων για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τον προσδιορισμό των ποσών 30.000, 10.000, 10.000, 5000 και 7000 ευρώ στη χήρα αυτού, στις δύο θυγατέρες του στον γαμβρό του και στην ανήλικη εγγονή του, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δεν είχε δεχθεί τη συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος του Ε.
Σ.. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το άρθρο 300 του ΑΚ εφάρμοσε και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρη, επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ως προς τον καθορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης υπέρ των συγγενών του Ε. Σ.. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΑΕ", με τον οποίο προσάπτεται στην απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 1 και 19 του ΚΠολΔ, γιατί παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ με το να μη λάβει ως προσδιοριστικό στοιχείο για τον καθορισμό του ευλόγου ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως και το συντρέχον πταίσμα του θύματος και συγγενούς των δικαιούχων χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 17 του ΚΠολΔ η απόφαση είναι αναιρετέα αν περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με δεδικασμένο.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΑΕ", η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης υπάρχουν αντιφατικές διατάξεις όσο αφορά τους αντιδίκους της εφεσιβλήτους Α. Κ., Φ. Ν., Ε. Ν., Ν. Ν. και Ι. Ν., οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν στο Εφετείο κατά τη συνεκδίκαση των επτά (7) συναφών εφέσεων.
Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με το αιτιολογικό που αφορά τους ίδιους ως άνω εφεσιβλήτους, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) οι εφεσίβλητοι Α. Κ., Ε. Ν., Ν. Ν. και Ι. Ν., δικάσθηκαν ερήμην μεν, χωρίς όμως να κλητευθούν (βλ. 10η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης), 2) Ορίσθηκε παράβολο ερημοδικίας για τυχόν άσκηση αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας από οποιονδήποτε των ως άνω απολιπομένων εφεσιβλήτων, 3) Κήρυξε απαράδεκτη την έφεση (την άσκηση αυτής) ως προς τον εφεσίβλητο Φ.
Ν. (ήδη αποβιώσαντα) και 4) Απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας ως προς του απολιπόμενους εφεσιβλήτους Ε. Ν., Ν. Ν. και Ι. Ν., ενώ στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται γιατί ο Φ. Ν. δεν έχει πλέον την ιδιότητα του αντιδίκου της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας και ότι εσφαλμένα στρεφόταν και κατ' αυτού η από 22-12-2008 (υπ' αρ.
κατ. 11956/2008) έφεσής της (βλ. σε. 12 και 13 της προσβαλλόμενης απόφασης). Από τα προεκτιθέμενα προκύπτει ότι ουδεμία αντίφαση υπάρχει στις μη καταψηφιστικές ή απορριπτικές καταψηφιστικών διατάξεων της πρωτοβάθμιας απόφασης διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορούν τους προμνημονευομένους αντιδίκους της αναιρεσείουσας ούτε υπάρχει αοριστία από τη διατύπωση "κηρύσσει απαράδεκτη την έφεση ...
και ως προς τους απολιπόμενους εφεσιβλήτους Ε. Ν. κλπ." στην υπ' αρ. 7 διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης από την αυτή πρόδηλη παραδρομή να αναφερθεί ότι είναι απαράδεκτη η συζήτηση της ανωτέρω έφεσης ως προς τους τρεις εφεσιβλήτους με το επώνυμο Ν.. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΑΕ".
Γ) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑΖ".
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο δικαστής προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαβαίνει υπόψη του, όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αυτός θεμελιώνεται όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει, ότι έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα έγγραφα αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη του μεταξύ των άλλων (εγγράφων και λοιπών αποδεικτικών μέσων) την από 24-7-2008 αγωγή αποζημίωσης της Β. Κ., το οποίο ως έγγραφο προσκομίστηκε το πρώτον ενώπιον του από τους διαδίκους των οικογενειών Χ. Μ., Φ. Κ. και Έ. Κ., της οποίας το περιεχόμενο εκτίμησε ως δικαστικό τεκμήριο και ειδικότερα για να αντικρουσθούν προηγούμενες καταθέσεις της ως άνω ενάγουσας σχετικά με τη συνυπαιτιότητα του οδηγού και αποβιώσαντος στο επίδικο τροχαίο ατύχημα Ε. Σ.. Έτσι ενεργώντας το ως άνω Δικαστήριο ως προς τη συνεκτίμηση του περιεχομένου της ανωτέρω αγωγής, η οποία ασκήθηκε μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 2809/25-6-2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η οποία ως νέο αποδεικτικό μέσο επιτρεπτά έγινε επίκληση και προσαγωγή του για πρώτη φορά στο Εφετείο από τους προαναφερόμενους διαδίκους και ήδη αναιρεσιβλήτους (άρθρο 529 παρ1ΚπολΔ) δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ 11 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου. Επομένως κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος ο εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ.β του ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑΖ".
Και Δ) Επί αμφοτέρων των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", όπως κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/1986, "ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου κυκλοφορούντος εντός της Ελλάδος επί οδού υποχρεούται να έχη κεκαλυμμενην δι' ασφαλίσεως την εκ τούτου έναντι τρίτων αστικήν ευθύνην, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος".
Η παράγραφος 2 του άρθρου 6 του ίδιου νόμου ορίζει τις περιπτώσεις της ασφαλιστικής αυτής κάλυψης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έναντι τρίτων αστική ευθύνη λόγω θανατώσεως ή σωματικής βλάβης, ζημιών σε πράγματα και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης, ενώ, κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, το ασφαλιστικό ποσό είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό που καθορίζει κάθε φορά με αποφάσεις του ο Υπουργός Εμπορίου για κάθε είδους κίνδυνο που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση.
Επίσης, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 10 του ίδιου νόμου " επί πλειόνων ζημιωθέντων προσώπων, οσάκις το σύνολον των καταβλητέων υπό του υπαιτίου αποζημιώσεων υπερβαίνει το ασφαλιστικό ποσό, το δικαίωμα εκάστου τούτων κατά του ασφαλιστού περιορίζεται συμμέτρως, μέχρι συμπληρώσεως του όλου ασφαλιστικού ποσού.
Εάν ο ασφαλιστής τελών εν αγνοία της υπάρξεως ή του μεγέθους άλλων απαιτήσεων ή κατόπιν δικαστικής αποφάσεως κατέβαλεν εις τι των προσώπων τούτων ποσόν ανώτερον του αναλογούντος αυτώ μεριδίου, ο ασφαλιστής υποχρεούται έναντι των λοιπών ζημιωθέντων μόνον μέχρι συμπληρώσεως του ασφαλιστικού ποσού. Τα πρόσωπα ταύτα έχουν δικαίωμα αναγωγής κατά του καθ' υπέρβασιν λαβόντος".
Περαιτέρω, και κατά το άρθρο 5 της Κ4/585/5-4-1978 ΑΥΕ "το ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή κατ' ατύχημα, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, των εύλογων δικαστικών δαπανών, ως και των πάσης φύσεως εξόδων, δεν δύναται να υπερβεί τα εις το ασφαλιστήριο αναφερόμενα ποσά, ανεξαρτήτως του αριθμού των καθ' έκαστο ατύχημα ζημιωθέντων.
Περισσότερες της μιας κατ' ατύχημα, εκ της αυτής αιτίας προκληθείσες ζημίες λογίζονται ως ενιαίο ατύχημα". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο ασφαλιστής ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος από τή λειτουργία του ασφαλισμένου αυτοκινήτου με βάση την ασφαλιστική σύμβαση μέχρι του ασφαλιστικού ποσού και σε περίπτωση, κατά την οποία τα ζημιωθέντα πρόσωπα είναι περισσότερα, η ευθύνη του δεν δύναται να υπερβεί "τα εις το ασφαλιστήριο αναφερόμενα ποσά" ως προς όλους τους ζημιωθέντες και για κάθε ασφαλισμένο κίνδυνο, σε περίπτωση δε καταβολής κάποιου ποσού προς ζημιωθέντα, η καταβολή αυτή καταλογίζεται στο ασφαλιστικό ποσό, το σύνολο του οποίου ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει στους παθόντες από το ίδιο ατύχημα.
Αν δε ο ζημιωθείς αξιώνει από τον ασφαλιστή μεγαλύτερο ποσό από αυτό της ασφαλιστικής κάλυψης, νόμιμα ο τελευταίος προτείνει κατ' εκείνου την ένσταση περιορισμού της ευθύνης του μέχρι το ασφαλιστικό ποσό. Για να είναι ορισμένος ο από την προαναφερόμενη διάταξη ισχυρισμός της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας περί μειώσεως δια συμμέτρου περιορισμού της απαιτήσεως για τήν οποία έχει εναχθεί από το αυτοκινητιστικό ατύχημα, πρέπει να αναφέρεται ότι, πλην της ένδικης απαιτήσεως, υφίστανται και απαιτήσεις εκ του ατυχήματος τούτου και άλλων κατονομαζομένων προσώπων, από την άθροιση των οποίων, συνυπολογιζομένης και της ένδικης απαίτησης, καλύπτεται το ασφαλιστέο ποσό.
Επίσης πρέπει να προσδιορίζεται κάθε μία από τις απαιτήσεις αυτές τόσο κατά το μέγεθος όσο και κατά τη φύση της. Ανάγκη όμως της εξειδίκευσης τους δεν υπάρχει, όταν οι πλείονες απαιτήσεις αντιμετωπίζονται ως υπαγόμενες αποκλειστικώς σε μία κατηγορία, όπως των σωματικών βλαβών και εισάγονται στα πλαίσια ενιαίας δίκης, κατά την οποία συνεκδικάζονται οι περιέχουσες αυτές αγωγές, οπότε το δικαστήριο και οι παράγοντες της δίκης λαμβάνουν γνώση των εκατέρωθεν απαιτήσεων, ο δε περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή και ο αντίστοιχος σύμμετρος περιορισμός του δικαιώματος κάθε δικαιούχου λαμβάνει χώρα επί τη βάσει των επιδικαζομένων σχετικών κονδυλίων, με απλό μαθηματικό υπολογισμό. (ΑΠ 916/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση αμφότερες οι αναιρεσείουσες ασφαλιστικές εταιρείες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι ενώ είχαν υποβάλει παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας την ένσταση του περιορισμού της ευθύνης τους για αποζημίωση των δικαιούχων χρηματικής αποζημίωσης και αποζημίωσης από το επίδικο τροχαίο ατύχημα που προκλήθηκε από την υπαιτιότητα των ασφαλισμένων σ' αυτές προσώπων μέχρι το ασφαλιστικό ποσό των 500.000 ευρώ και περαιτέρω η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΑΕ" την ένσταση του συμμέτρου περιορισμού των επιδικαζομένων απαιτήσεων στους ενάγοντες των σε βάρος της ενδίκων αγωγών μέχρι το ίδιο ως άνω ασφαλιστικό ποσό, είχαν δε επικαλεστεί και προσκομίσει τα σχετικά ασφαλιστήρια συμβόλαια από τα οποία αποδεικνυόταν το βάσιμο της από το άρθρο 10 παρ.1 του ν.489/1976, όπως κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986 ενστάσεώς τους, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω όμως το Εφετείο δεν προέβη στην εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των παρ.1 και 3 του άρθρου 10 του ν.489/1976, καίτοι οι συνολικώς επιδικαζόμενες απαιτήσεις στους αντιδίκους της μεν ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΑΕ", ανέρχονται σε ποσό των 1198858 ευρώ της δε ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑΖ" στο ποσό των 1089458 ευρώ, ήτοι υπερκαλύπτουν το ασφαλιστικό ποσό των 500.000 ευρώ, με την παραδοχή ότι εκκρεμούσαν ακόμα άλλες δύο αγωγές για απαιτήσεις προσώπων και ειδικότερα των οικείων του θανόντος Φ.
Κ. και της Β. Κ. τραυματισθείσης στο επίδικο τροχαίο ατύχημα, υπερκαλύπτουσες το ασφαλιστικό ποσό, χωρίς όμως να έχει εκδοθεί επ' αυτών (δύο αγωγών) δικαστική απόφαση, έκρινε ότι τα δια των ανωτέρω ενστάσεων αιτήματα των αναιρεσειουσών ασφαλιστικών εταιριών ασκούνται πρόωρα και τα απέρριψε. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς τις ανωτέρω ενστάσεις των αναιρεσειουσών εταιριών έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (του άρθρου 10 του ν. 489/1976) και υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι όμως και στις πλημμέλειες των αριθμ.8, 14 και 19 του ιδίου άρθρου του ΚΠολΔ που προτείνει η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑΖ").
Συνακόλουθα πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΑΕ" και ο αντίστοιχος τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑΖ".
Μετά από όλα τα προεκτιθέμενα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο ανωτέρω μέρος, ήτοι όσον αφορά τις προαναφερθείσες ενστάσεις και τις συνακόλουθες μεταξύ των παρόντων διαδίκων σχέσεις, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 αρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, την υπ' αρ.6286/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους καθεμίας αιτήσεως αναιρέσεως στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας της αυτής αιτήσεως αναιρέσεως, που ορίζει σε χίλια (1000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ