Supreme Court partially allows appeal against company liability for employee's tortious act in Greek civil procedure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed two appeals filed by two companies against a lower court judgment. The court rejected the first appeal due to insufficient reasoning linking the company's representative's actions to the plaintiff's damages, but accepted the second appeal regarding a different defendant. Consequently, the case was remanded to the Court of First Instance of Western Macedonia for further adjudication.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 580(3) of the Code of Civil Procedure; A company may be held liable for torts committed by its authorized representatives, but the Supreme Court must verify the causal link between the representative's act and the resulting damage before upholding such liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1745 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1745/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Α. της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως, της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θρασύβουλο Κάρλο.
Του αναιρεσιβλήτου : Ψ1, κατοίκου ......, ο οποίος παρέστη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Λέκκο.
Β. της αναιρεσείουσας:Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΟΡΕΙΟΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", όπως αυτή τροποποίησε την αρχική επωνυμία της ίδιας εταιρίας που ήταν "ΒΟΡΕΙΟΕΛΛΑΔΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" βάσει του υπ' αριθμ. 5653/23-6-2006 ΦΕΚ ( Τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ), η οποία εδρεύει στη ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, πού εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλέξανδρο Στρίμπερη κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων:1. Ψ1, κατοίκου ......, ο οποίος παρέστη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Λέκκο, 2. Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως, της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θρασύβουλο Κάρλο, 3. Ψ3, κατοίκου ...... και 4. Ψ4, κατοίκου ......, οι οποίοι δεν παρέστησαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Δεκεμβρίου 2002 του αγωγή του Ψ1 που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2007 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχεία Α' αναιρεσείουσα με την από 17 Ιουλίου 2007 και με αριθμ. 34 αίτησή της και η υπό τα στοιχεία Β' αναιρεσείουσα με την από13 Ιουλίου 2007 και με αριθμ. 32 ομοία.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε τις από 5 Σεπτεμβρίου 2008 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την συνεκδίκαση των χαρακτηριζομένων στο σκεπτικό της παρούσης με στοιχ. Α (34/17-7-2007) και Β (32/13-7-2007) αιτήσεως για αναίρεση της 57/3-4-2007 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την παραδοχή του τέταρτου λόγου της με στοιχ. Α αιτήσεως και του πρώτου λόγου της με στοιχ. Β. αιτήσεως και την απόρριψη των λοιπών αυτών λόγων αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντίστοιχων αιτήσεών τους, την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι Α. 34/17-7-2007 και Β. 32/13-7-2007 αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, 57/3-4-2007, αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω και με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν (ΚΠολΔ 573 παρ. 1, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια κατά την παραπάνω σειρά και αρίθμηση η βασιμότητα των αποδιδομένων δι' αυτών πλημμελειών στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 1243/122/30-12-2002 αγωγή, με ενάγοντα τον Ψ1 και εναγομένους (α) την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ως καθολική αυτής διάδοχος μετά την δι' απορροφήσεως συγχώνευσή τους, (β) την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΒΟΡΕΙΟΕΛΛΑΔΙΚΗ Α.Χ.Ε.Π.Υ.", στη συνέχεια "ΒΟΡΕΙΟΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και ήδη "ΑΨΙΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", (γ) τον Ψ3, (δ) τον Α, (ε) τον Β και (στ) τον Ψ4, εφέρετο προς διάγνωση αξίωση αποζημιώσεως του δι' αυτής ενάγοντος κατά των εναγομένων, απορρέουσα από την αποδιδόμενη στους τελευταίους άδικη και υπαίτια πράξη.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, ερήμην του τρίτου των εναγομένων, η 65/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά την κατεύθυνσή της κατά του τετάρτου και πέμπτου των εναγομένων, κατά του τελευταίου κατ' αποδοχή της περί παραγραφής ενστάσεώς του.
Αντίθετα, κατά μερική παραδοχή της κατά της απεύθυνσής της κατά των λοιπών εναγομένων, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή τους να καταβάλουν στον ενάγοντα, έκαστος τούτων εις ολόκληρο, το ποσό των 69.845,93 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 1.11.1996 για τις πρώτη και δεύτερη των εναγομένων και από την επομένη της επιδόσεώς της για τους λοιπούς.
Την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση προσέβαλαν οι με στοιχ. (α), (β) - (ε) και (στ) εναγόμενοι με τις (α) 76/16-12-2004, (β) και (ε) 80/17-12-2004 και (στ) 75/16-12-2004 εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η 57/2007 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία η με στοιχ. (ε) έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και οι λοιπές κατά πλειοψηφία, ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες με στοιχ. (α) και (β) εκκαλούντες με τις χαρακτηριζόμενες αντίστοιχα με στοιχ. Α και Β αιτήσεις αναιρέσεως, σειρά και αρίθμηση με την οποία ερευνάται στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτών λόγων κατά της προσβαλλόμενης δευτεροβάθμιας αποφάσεως, η κρατήσασα γνώμη της οποίας στηρίχθηκε στις ακόλουθες ανέλεγκτες αναιρετικώς ουσιαστικές παραδοχές. "Η εταιρία με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", της οποίας καθολική δια συγχωνεύσεως διάδοχος, όπως συνομολογείται, είναι η εκκαλούσα με τη δεύτερη από τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" είχε ως αντικείμενο κατά το έτος 1995 τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, αγόραζε δηλαδή και πωλούσε μετοχές για λογαριασμό και κατ' εντολή των πελατών της.
Στα πλαίσια της δραστηριότητάς της αυτής, είχε, δια του νομίμου εκπροσώπου της, δώσει εντολές στους ανά την Ελλάδα συνεργάτες της να προωθούν κατά τις συναλλαγές με τους προτιθέμενους να προβούν στην αγορά μετοχών τις μετοχές των εταιριών του επιχειρηματικού ομίλου "ΑΣΠΙΣ" στον οποίο ανήκε και η ίδια.
Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ο Ψ3, υπάλληλος της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία Ζωής", που ανήκε στον ίδιο με την ως άνω εταιρία επιχειρηματικό όμιλο, διατηρούσε παράλληλα με την ως άνω εργασία του στην ...... γραφείο διαμεσολαβήσεως χρηματιστηριακών συναλλαγών. Τις εντολές των πελατών του τις διαβίβαζε αποκλειστικά στην ως χρηματιστηριακή εταιρία, μέσω της εκκαλούσας με την τρίτη από τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις εταιρίας με την επωνυμία τότε "ΒΟΡΕΙΟΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε.", που είχε έδρα τη ...... .
Πρόεδρος του διοικητικού της Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος της ως άνω εταιρίας "ΑΣΠΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", ήταν κατά το χρονικό διάστημα από του Μαϊου 1995 έως και τη 6.3.1996 ο εκκαλών με την πρώτη έφεση Ψ4. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας ότι το Δεκέμβριο του 1995 επισκέφθηκε το γραφείο του Ψ3 στην ......ο εφεσίβλητος, με πρόθεση, αφού ενημερωθεί σχετικά, να προβεί ακολούθως στην αγορά μετοχών.
Υστερα από συζητήσεις που είχε με τον Ψ3 συμφώνησαν, με χρήματα που αυτός (εφεσίβλητος) θα του κατέβαλε, ο τελευταίος (Ψ3) να προβεί, μέσω της εταιρίας "ΑΣΠΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", σε αγορά μετοχών των εταιριών του ομίλου "ΑΣΠΙΣ" στο όνομά του. Σε εκτέλεση της συμφωνίας τους αυτής ο εφεσίβλητος παρέδωσε στον Ψ3 5.200.000 δρχ.
στις 17.12.1995 και άλλες 18.600.000 δρχ. στις 3.1.1996, δηλαδή συνολικά 23.800.000 δρχ. Συμφωνήθηκε επίσης μεταξύ τους τα σχετικά παραστατικά της αγοραπωλησίας θα παραδίνονταν στον εφεσίβλητο όταν θα τα απέστελλε η ως άνω χρηματιστηριακή εταιρία από την Αθήνα. Ο Ψ3 όταν εισέπραξε τα χρήματα από τον εφεσίβλητο, ήλθε μέσω του νομίμου εκπροσώπου της "ΒΟΡΕΙΟΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε.", Β σε επαφή με τον τότε νόμιμο εκπρόσωπο της ως άνω χρηματιστηριακής εταιρίας, Ψ4 και ο τελευταίος υπέδειξε στον Ψ3 αντί να αγορασθούν με τα χρήματα που έδωσε ο εφεσίβλητος μετοχές το όνομά του, να διατεθούν αυτά για την κάλυψη υποχρεώσεων της χρηματιστηριακής εταιρίας προς άλλους πελάτες της, που τους όφειλε χρήματα από την πώληση μετοχών τους.
Συγκεκριμένα ο Ψ4 έδωσε εντολή μέσω του Β προς τον Ψ3 να καταθέσει τα χρήματα σε τραπεζικούς λογαριασμούς των δανειστών αυτών της εταιρίας. Ο Ψ3 εκτελώντας την εντολή αυτή κατέθεσε ολόκληρο το ως άνω εισπραχθέν ποσό στους λογαριασμούς των εξής πελατών της χρηματιστηριακής εταιρίας: α) Του Γ 4.200.000 δρχ. στις 7.12.1995, 1.500.000 δρχ.
στις 3.1.1996 και 4.100.000 δρχ. στις 10.1.1996. β) Της Δ 1.000.000 δρχ. στις 13.12.1995. γ) του Ε 1.483,948 δρχ. στις 12.1.1996. δ) Του ΣΤ 164.028 δρχ. στις 12.1.1996. ε) Της Ζ 688.705 δρχ. στις 16.1.1996, στ) Του Η 2.157.652 δρχ. στις 16.1.1996. ζ) Του Θ 904.017 δρχ. στις 16.1.1996. η) Της Ι 2.598.373 δρχ. στις 16.1.1996 και θ) του Κ 5.000.000 δρχ. στις 17.1.1996. Με τον τρόπο αυτό η ως άνω χρηματιστηριακή εταιρία δια του νομίμου εκπροσώπου της και με τη συνδρομή τόσο του Ψ3, όσο και του Β , νομίμου εκπροσώπου της εκκαλούσας με την τρίτη έφεση, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό που κατέβαλε ο εφεσίβλητος για αγορά μετοχών στο όνομά του, προκαλώντας του αντίστοιχη ζημία.
Περί όλων αυτών σαφής και πειστική είναι η κατάθεση του μάρτυρα Λ, που είχε ανάλογη συνεργασία με τον Ψ3, είναι φίλος του εφεσιβλήτου, μαζί με τον οποίο έκαναν ενέργειες για να εισπράξουν τα χρήματα τα οποία είχαν καταβάλει για την αγορά μετοχών που δεν έγινε και έχει προσωπική αντίληψη των γεγονότων. Η πειστικότητα της καταθέσεως αυτής ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι προαναφερόμενες καταβολές στους τραπεζικούς λογαριασμούς των τρίτων που έγιναν από τον Ψ3, ο οποίος έλαβε και αντίστοιχα τραπεζικά παραστατικά, τα οποία διαβίβασε μέσω της εκκαλούσας με την τρίτη έφεση εταιρίας στην χρηματιστηριακή εταιρία, έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία της τελευταίας, έγιναν δε τις αμέσως επόμενες ημέρες μετά την καταβολή των χρημάτων από τον εφεσίβλητο στον Ψ3.
Η καταχώρηση των καταβολών αυτών επιβεβαιώνεται από έλεγχο που έκαναν στα βιβλία της εταιρίας υπάλληλοι του Υπουργείου Οικονομικών (βλ. το 679/14.10.1998 έγγραφο του Υπουργείου αυτού). Η άποψη της εκκαλούσας με τη δεύτερη έφεση, ότι αυτοβούλως ο Ψ3 πίστωνε με χρήματα λογαριασμούς πελατών της, δεν φαίνεται λογική.
Η κρίση αυτή της πλειοψηφούσας άποψης του δικαστηρίου δεν ανατρέπεται από κάποιο άλλο πειστικότερο αποδεικτικό μέσο. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι ο εφεσίβλητος δάνεισε το ανωτέρω ποσό στον Ψ3 με επιτόκιο 16% ετησίως, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τις δύο πρώτες εφέσεις, επικαλούμενοι την 32/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι Ψ4 και Ψ3 της υπεξαίρεσης με την αιτιολογία αυτή.
Την άποψη αυτή περί δανείου εξέφρασε απολογούμενος ο Ψ3 ενώπιον του ως άνω ποινικού δικαστηρίου, για να αποφύγει την καταδίκη του, δεν επιβεβαιώνεται όμως αυτή από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. Κανένας από τους εξετασθέντες τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου μάρτυρες δεν υποστήριξε την άποψη αυτή περί δανεισμού.
Το γεγονός ότι ο Ψ3 προκειμένου να πείσει τον εφεσίβλητο να αγοράσει μετοχές του παρουσίασε ως σφόδρα πιθανό το ενδεχόμενο η απόδοση από την μεταπώληση των μετοχών να επιφέρει κέρδη μεγαλύτερα του 16% ετησίως, δεν αποδεικνύει συμφωνία περί δανεισμού". Αντίθετα, κατά την μειοψηφούσα γνώμη "ο εφεσίβλητος παρέδωσε τα ανωτέρω ποσά στον Ψ3 λόγω δανείου και όχι με την εντολή να αγοράσει ο τελευταίος στο όνομά του μετοχές".
Και ειδικότερα: (i) Με στοιχ. Α αίτηση αναιρέσεωςΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου.
Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος, διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Τέλος, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν προσδιορίζεται επαρκώς στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, για τον έλεγχο δε της ουσιαστικής βασιμότητάς του απαιτείται η προσκόμιση του εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε.
Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο (1) του ΕΧΑ/Β/...... εγγράφου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας (Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών), απευθυνόμενο στον τρίτο των εναγομένων (Ψ3), σε απάντηση σχετικών επιστολών του, στο κείμενο του οποίου διαλαμβάνονται, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή του, τα ακόλουθα : "Για τη διενέργεια του ελέγχου ενεργήσαμε ως εξής :
1. Αναλύσαμε: α) Τα στοιχεία των επιστολών σας.
β) 44 καταθετήρια Τραπέζης μαζί με τα αντίστοιχα ενημερωτικά υπόλοιπα πελατών που εμφανίζονται σε καταστάσεις που έχουν εκδοθεί από την Βορειοελλαδική Α.Ε. με την ένδειξη "ΓΙΑ ΠΑΣΤ".
γ) 'Όλα τα υπάρχοντα στοιχεία στις ΑΧΕ δηλαδή, όλες τις κινήσεις των συναλλαγών σας και των πελατών σας με τις ανωτέρω ΑΧΕ, σε χρήμα και τίτλους και τα παραστατικά αυτών.
2. Διαπιστώσαμε τα εξής :
α) Δεν υπάρχουν έγγραφες εξουσιοδοτήσεις για εσάς, τη σύζυγό σας και για τα 75 ονόματα που αναφέρετε στην επιστολή σας. Δεδομένου ότι την ευθύνη των χρηματιστηριακών εντολών και των κινήσεων των ανωτέρω κωδίκων τους είχε η Βορειοελλαδική Α.Ε., έπρεπε να είχαν κατατεθεί αϊτό την τελευταία στην ΑΧΕ ΑΣΠΙΣ οι σχετικές εξουσιοδότησες. Εξουσιοδοτήσεις που σας αφορούν και σχετίζονται με την EUROXX ΑΧΕ, όλες έχουν υπογραφεί με ημερομηνία 7/6/96, ενώ ο κύριος όγκος των συναλλαγών αναφέρεται σε προγενέστερες ημερομηνίες. Η συνεργασία της Βορειοελλαδικής Συμβούλων Επενδύσεων Α.Ε., της ΑΧΕ ΑΣΠΙΣ και της EUOROXX καθορίζονται από σχετικά ιδιωτικά συμφωνητικά.
β) Εξετάσθηκαν όλες οι κινήσεις των κωδικών που αφορούν εσάς και τους πελάτες σας. Από τις κινήσεις αυτές φαίνεται ότι εμμέσως είχατε γνώση της υπάρξεως των κωδικών και των χρηματιστηριακών συναλλαγών που έκαναν οι εν λόγω κωδικοί Η ενημέρωσή σας διεκπεραιωνόταν μέσω της Βορειοελλαδικής Α.Ε. Από τον τρόπο διακινήσεως των κωδικών αυτών φαίνεται ότι η Βορειοελλαδική χρηματοδοτούσε μερικώς ή ολικώς τις πράξεις αυτές.
Επίσης υπάρχουν έγγραφες πιστοποιήσεις οι οποίες εστάλησαν από τον ορκωτό λογιστή της ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ και υπογράφονται από εσάς και την σύζυγό σας ότι συμφωνείτε για τα χρεωστικά σας υπόλοιπα 71.438.556 δρχ. και 23.400.514 δρχ. αντίστοιχα στις 31.12.95.
γ) Προσκομίσατε 44 καταθετήρια Τραπέζης μαζί με τα αντίστοιχα ενημερωτικά υπόλοιπα πελατών της Βορειοελλαδικής Α.Ε. Στα καταθετήρια αυτά εμφανίζονται πληρωμές που έγιναν εκτός χρηματιστηριακής εταιρείας για λογαριασμό της ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ (και αναφέρεται σαν αιτιολογία η ΑΣΠΙΣ, ενώ 1 καταθετήριο έχει σαν αιτιολογία Ψ3 και είναι εξωχρηματιστηριακό) σε αντίστοιχους τραπεζικούς λογαριασμούς πελατών που διαχειρίζετο η Βορειοελλαδική Α.Ε.
'Εγινε ο λογιστικός έλεγχος στην ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ και διαπιστώθηκε ότι για τα 43 καταθετήρια έχουν γίνει οι αντίστοιχες εγγραφές σε κωδικούς, βάσει των οδηγιών που έδιδε η Βορειοελλαδική Α.Ε. προσκομίζοντας τα σχετικά τραπεζικά καταθετήρια.
'Οσον αφορά τα υπόλοιπα θέματα που αναφέρονται στις επιστολές σας η Υπηρεσία μας δεν δύναται να τα εκτιμήσει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και επ' ουδενί λόγο νομιμοποιείται να υποκαταστήσει τις δικαστικές Αρχές". Και (2) της 32/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία ο τρίτος και έκτος των εναγομένων, νόμίμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας, κηρύχθηκαν αθώοι της αποδιδόμενης εις αυτούς αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου, ιδιαίτερης μεγάλης αξίας με κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ως διαχειριστής της περιουσίας κατ' εξακολούθηση (έκτος των εναγομένων) και άμεση συνέργεια στην εν λόγω πράξη ως εντολοδόχος (τρίτος των εναγομένων), σε συνέπεια με την παραδοχή της ότι οι γενόμενες στον τελευταίο από τον ενάγοντα χρηματικές καταβολές αφορούσαν συνομολογηθείσα μεταξύ αυτών σύμβαση δανείου, περί πραγμάτων παραδοχή η οποία έγινε δεκτή από τη μειοψηφούσα γνώμη της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Από τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης παραδοχές της πλειοψηφούσης γνώμης, που συνδέονται και αναφέρονται στην αξιολόγηση των εγγράφων αυτών, προκύπτει ότι δεν πρόκειται για λάθος ανάγνωση του κειμένου αυτών αλλά για τη συναγωγή, κατά την εκτίμησή του, αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την εν λόγω διάταξη νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Πράγματα, επομένως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Αντίθετα δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί ισχυρισμοί. Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον επαναδιατυπωθέντα με την έφεση ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι παράλληλα με την χρέωση των κωδικών των πελατών της, στους οποίους κατατέθηκαν χρήματα από τον τρίτο των εναγομένων (Ψ3), γινόταν ταυτόχρονη ισόποση πίστωση του κωδικού του τελευταίου και κατονομαζομένων από εκείνον μέσω της δεύτερης των εναγομένων "ΒΟΡΕΙΟΕΛΛΑΔΙΚΗ" τρίτων, χωρίς εντεύθεν ιδία αυτής ωφέλεια.
Προκειμένης αγωγικής αξιώσεως από αδικοπραξία με την μορφή της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως, ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο, κατά την αναιρεσείουσα, αποκλείεται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των χρηματικών ποσών που παρέδωσε ο ενάγων στον τρίτο των εναγομένων και εκείνων που ο τελευταίος κατέθεσε σε λογαριασμούς πελατών της, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση των θεμελιωτικών της εν λόγω απαιτήσεως του ήδη αναιρεσίβλητου πραγματικών περιστατικών και κατά συνέπεια δε στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο μέσο αποδείξεως. Δεν γεννάται όμως ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της αποφάσεως, καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων.
Μη λήψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα άλλα έγγραφα, εκτός εκείνων στον οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφασης, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσεως του το από 3.1.2000 πόρισμα του ορκωτού λογιστή Μ, το οποίο νομότυπα επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα προς βεβαίωση του αμέσως παραπάνω, με στοιχ.
ΙΙ, ισχυρισμούς της. Από την επισκόπηση της πληττόμενης αποφάσεως και ειδικότερα από την περιεχόμενη στις αιτιολογίες της βεβαίωση ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος στηρίχθηκε, πλην άλλων, και σε όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τα διάδικα μέρη έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το εν λόγω έγγραφο, και επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος.
IV. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δε προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Κατά τις ενδιαφέρουσες τον απομένοντα προς έρευνα τέταρτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως " ... Σε εκτέλεση της συμφωνίας τους αυτής ο εφεσίβλητος παρέδωσε στον Ψ3 5.200.000 δρχ. στο 17-12-1995 και άλλες 18.000.000 δρχ. στις 3-11-1996, δηλαδή συνολικά 23.800.000 δρχ. ...
Ο Ψ3 εκτελώντας την εντολή αυτή κατέθεσε ολόκληρο το ως άνω εισπραχθέν ποσό στους λογαριασμούς των εξής πελατών της Χρηματιστηριακής εταιρείας α) του Γ 420.000 δρχ. στις 7-12-1995, β) της Δ 1.000.000 δρχ. στις 13-12-1995 ... ". Η επικαλούμενη αντίφαση στις παραδοχές της αποφάσεως συνιστάμενη, κατά το αναιρετήριο, στο ότι καταβολή από τον ήδη αναιρεσίβλητο στον Ψ3 του ποσού των 5.200.000 δρχ.
στις 17-12-1995 και παράλληλα προηγούμενη κατάθεση του Χρηματικού αυτού ποσού, που κατά τις παραδοχές της, υπεξαιρέθηκε, στις 7-12-1995 (Γ 4.200.000 δρχ.) και 13-12-1995 (Δ 1.000.000 δρχ.), εκτιμάται, με βάση το σύνολο των παραδοχών και αιτιολογιών της αποφάσεως, ότι οφείλεται σε προφανή κατά τη γραφή παραδρομή (17-12-1995 και 7-12-1995), με άμεση δικονομική συνέπεια η προβαλλόμενη με τον τελευταίο αυτό κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 να ελέγχεται ως αβάσιμη.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
(ii). Με στοιχ. Β αίτηση αναιρέσεως
Από τις ...... και ...... εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Καστοριάς και Αθηνών ...... και ......, αντίστοιχα, προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Αλέξανδρου Στρίμπερη, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της ερευνώμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως, με τις συνημμένες μετά το τέλος αυτής πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (22-9-2008), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον τρίτο και τέταρτο των αναιρεσίβλητων με κλήση προς συζήτηση κατά την εν λόγω δικάσιμο (22-9-2008). Κατ' αυτήν όμως κατά την οποία και συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου τους δικηγόρου, κατά τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του τρίτου και τέταρτου των αναιρεσίβλητων παρέχει τη δικονομική δυνατότητα στο Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους (ΚΠολΔ 576 παρ. 2 εδ. α', γ'). Ειδικότερα :
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 556 και 558 εδ. α' ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντα, κατά δε των ομοδίκων του, όπως οι συνεναχθέντες εις ολόκληρο λόγω αδικοπραξίας, μόνον αν η απόφαση διέλαβε διάταξη υπέρ του ομοδίκου του βλαπτική για τον αναιρεσείοντα, σε κάθε δε περίπτωση εναντίον εκείνων απ' αυτούς από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επομένως η ερευνώμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά την απεύθυνσή της κατά του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος δεν υπήρξε διάδικος κατά την δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και κατά της δεύτερης και τετάρτου αυτών ομοδίκων του κατ' αυτήν, τους οποίους σε κάθε δε περίπτωση δεν τους αφορά η αποδιδόμενη δι' αυτής πλημμέλεια.
Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί κατά τούτο, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της εξ' αυτών παρισταμένης δεύτερης των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ. Αντίθετα το τυπικά παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την κατεύθυνσή της κατά του πρώτου των αναιρεσίβλητων επιτρέπει στη συνέχεια τον έλεγχο της βασιμότητας των διατυπουμένων δι' αυτής λόγων.
ΙΙ. Από την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι (1) ανθρώπινη συμπεριφορά, που μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια (πράξη) ή σε παράλειψη ορισμένης νόμιμης ενέργειας (2) η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη, (3) υπαιτιότητα (πταίσμα) του δράστη, εκδηλούμενη είτε με την μορφή του δόλου είτε με τη μορφή της αμέλειας, (4) επέλευση της ζημίας και (5) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας.
Επομένως οι αιτιολογίες της αποφάσεως πρέπει, επί αδικοπραξίας, να καλύπτουν την υπαιτιότητα την ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο. Η προσβαλλόμενη απόφαση την θετική αξιολόγηση των θεμελιωτικών της αγωγής του αναιρεσίβλητου πραγματικών περιστατικών κατά την απεύθυνσή της κατά της ήδη αναιρεσείουσας θεμελίωσε στις παραδοχές (α) ότι ο τρίτος των εναγομένων (Ψ3) διατηρούσε στην ......, παράλληλα με την ιδιότητά του ως υπαλλήλου της ασφαλιστικής εταιρείας "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ", γραφείο διαμεσολαβήσεως χρηματιστηριακών συναλλαγών, (β) ότι τις εντολές των πελατών του τις διαβίβαζε αποκλειστικά στην Χρηματιστηριακή εταιρεία "ΑΣΠΙΣ ΑΤΕ" μέσω της αναιρεσείουσας, που είχε έδρα στην ......
και (γ) ότι μετά την καταβολή από τον αναιρεσίβλητο στον τρίτο των εναγομένων του συνολικού ποσού των 23.800.000 δρχ., με την εντολή αγοράς στο όνομά του μετοχών του ομίλου "ΑΣΠΙΣ", ο τελευταίος ήλθε σε επαφή μέσω του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας (Β) με τον τότε νόμιμο εκπρόσωπο της Χρηματιστηριακής εταιρείας "ΑΣΠΙΣ ΑΤΕ" Ψ4 και εκείνος έδωσε εντολή στον Ψ3, μέσω του νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας (Β), να καταθέσει τα εισπραχθέντα από εκείνον χρήματα από τον αναιρεσίβλητο σε τραπεζικούς λογαριασμούς δανειστών της Χρηματιστηριακής εταιρείας "ΑΣΠΙΣ Α.Ε.", με καταληκτικό αυτής πόρισμα, ότι με τον τρόπο αυτό η εν λόγω χρηματιστηριακή εταιρεία με το νόμιμο εκπρόσωπό της (Ψ4) και με τη συνδρομή του Ψ3 και του Β, νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, ιδιοποιήθηκε παράνομα το χρηματικό ποσό που κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος για αγορά μετοχών στο όνομά του, προκαλώντας στον τελευταίο ισόποση από την αιτία αυτή ζημία.
Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει επαρκείς αιτιολογίες περί της υπαίτιας παράνομης πράξεως του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας και της αιτιώδους αυτής συνάφειας με την επελθούσα από την αιτία ζημία του αναιρεσίβλητου, περιοριζομένη στην παραδοχή ότι απλώς διαβίβασε την εντολή του νομίμου εκπροσώπου της χρηματιστηριακής εταιρείας "ΑΣΠΙΣ ΑΤΕ" Ψ4 στον Ψ3, που δεν δικαιολογεί τη συμμετοχή αυτού στην αποδιδόμενη αδικοπραξία, με τη μορφή της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως και την κατ' εφαρμογή των άρθρων 71, 914 ΑΚ ευθύνη της αναιρεσείουσας, κατά την βάσιμα διατυπούμενη με τον πρώτο λόγο του ερευνομένου δικογράφου αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο του προσβαλλόμενου δι' αυτής με στοιχ. β κεφαλαίου (αγωγή κατά την απεύθυνσή της κατά της δεύτερης των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσας) καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των δι' αυτής διατυπουμένων λόγων αναιρέσεως. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχ.
β κεφάλαιο αυτής? ακολούθως δε, κατ' επιταγή του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 παρ. 3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζεις το ποσό των 2.000,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις χαρακτηριζόμενες με στοιχ Α (34/17-7-2007) και Β (32/13-7-2007) αιτήσεις για αναίρεση της 57/3-4-2007 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Ι. Απορρίπτει τη με στοιχ. Α' αίτηση αναιρέσεως και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
ΙΙ. Απορρίπτει τη με στοιχ. Β' αίτηση αναιρέσεως κατά την απεύθυνσή της κατά της δεύτερης, τρίτης και τετάρτου των αναιρεσίβλητων και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
ΙΙΙ. Δέχεται τη με στοιχ. Β' αίτηση αναιρέσεως κατά την κατεύθυνσή της κατά του πρώτου των αναιρεσίβλητων.
Αναιρεί την 57/3-4-2007 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχ β κεφάλαιο αυτής (αγωγή κατά την απεύθυνσή της κατά της δεύτερης των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία αρχικά "ΒΟΡΕΙΟΕΛΛΑΔΙΚΗ Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ." στη συνέχεια "ΒΟΡΕΙΟ-ΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και ήδη "ΑΨΙΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ").
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ