Supreme Court allows appeal against final judgment on legal fees, finding procedural and substantive errors regarding lawyer's mandate and property rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the final judgment of 1717/2021 regarding legal fees and property rights. The appellant argued that the lower court violated substantive law by incorrectly concluding the mandate's revocation was justified and failed to address whether the appellant held rights to the disputed property at the time of the contract. The court agreed, finding procedural errors under Article 559 of the Code of Civil Procedure and substantive violations of Articles 170 of the Law on Lawyers and 281 of the Civil Code, leading to the annulment of the contested decision and remittal for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a final judgment if it contains procedural violations regarding the scope of appeal or substantive errors in interpreting the lawyer's mandate and client's property rights, necessitating remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1744 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1744/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Απόστολο Φωτόπουλο και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 28 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας, αφού ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. συζ.Σ. Π., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κοσμά Σμιλάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 124/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5309/2017 μη οριστική και 1717/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-7-2022 αίτησή της και τους από 17-11-2022 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 16-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 6363/715/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται οι εκδοθείσες αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, α) υπ' αριθ. 5309/2017 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία i) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 18-7-2013 έφεση και τους από 10-5-2017 πρόσθετους λόγους έφεσης, που άσκησε η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη κατά της εκδοθείσας ερήμην αυτής, κατά την ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 124/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 28-4-2011 (αριθ.
έκθ. κατάθ. 75077/217/2011) αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και υποχρεώθηκε η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και ii) εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής, ανέβαλε την έκδοση απόφασης, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, εωσότου εκδοθεί απόφαση επί της από 10-4-2017 αίτησης αναίρεσης, που είχε ασκήσει η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη κατά της υπ' αριθ. 425/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, β) υπ' αριθ. 1717/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 18-7-2013 έφεση και τους από 10-5-2017 πρόσθετους λόγους έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 124/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ωστόσο, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο προσβάλλεται η υπ' αριθ. 5309/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δεν είναι οριστική, αφού το Εφετείο δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας της έφεσης, αλλά ανέβαλε την οριστική του κρίση, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, χωρίς να προβάλλεται λόγος αναίρεσης που να αφορά την εν λόγω μη οριστική απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 129/2022, 1272/2022).
Περαιτέρω, με το από 17-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 150/2022) αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τούτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (βλ. υπ' αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ε. Α., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα), η τελευταία άσκησε εμπρόθεσμα και παραδεκτά πρόσθετους λόγους, οι οποίοι πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο τούτων (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94 και 170 του Ν.Δ. 3026/1954 "Κώδικας περί δικηγόρων" (που έχει εφαρμογή εν προκειμένω λόγω του κρίσιμου χρόνου κατάρτισης της σύμβασης εργολαβίας της δίκης και παροχής των νομικών υπηρεσιών), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποία εξ ιδίων κατέβαλε, και αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.
Η αμοιβή του δικηγόρου, για τις υπηρεσίες που πρόσφερε, καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
του ως άνω Κώδικα περί Δικηγόρων (ΑΠ 239/2024, 183/2024, 31/2022, 949/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα, επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, ως και συμφωνία περί αμοιβής με εκχώρηση ή μεταβίβαση μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.
Η συμφωνία αυτή δεν δύναται να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 5 του ιδίου άρθρου, η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή, ούτε ο ίδιος ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλο βαθμό συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος.
Ως επιτυχής έκβαση της δίκης, άρα και ως πλήρωση της αίρεσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 239/2024, 31/2022, 85/2022, 396/2017, 730/2015, 1778/2013).
Η σχετική περί εργολαβίας δίκης συμφωνία δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση εγγράφου τύπου, αφού η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 95 παρ. 2 εδ. α' του Κώδικα περί Δικηγόρων, με την οποία περιοριζόταν η απόδειξη της συμφωνίας αυτής μόνο με έγγραφα ή όρκο ή ομολογία, θεωρείται καταργημένη από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 38 του ΕισΝΚΠολΔ, και συνεπώς, επί εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ δικηγόρου και εντολέα, για την αμοιβή του πρώτου, είναι εφαρμοστέα ως προς τα μέσα απόδειξης, σύμφωνα με τα άρθρα 677 παρ. 1 και 681 ΚΠολΔ, η διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία η απόδειξη γίνεται και με μάρτυρες, καθώς και με ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (ΟλΑΠ 40/1988, ΑΠ 239/2024, 183/2024, 31/2022).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 170 του Κώδικα περί δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) συνάγεται ότι ο εντολέας, ενόψει της απόλυτης προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή, είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι.
Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές γεννώνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του εντολέα, που προβλέπει η εν λόγω διάταξη (ΑΠ 239/2024, 183/2024, 31/2022, 396/2017). Η ως άνω ανάκληση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 ΑΚ, με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δήλωση βούλησης, η δε λύση της εντολής επέρχεται με την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο που απευθύνεται (ΑΠ 239/2024, 183/2024, 31/2022, 1388/2015).
Η ανάκληση της εντολής ενεργεί ex nunc και όχι ex tunc και συνακόλουθα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών θα κριθούν, ως νόμιμη αιτία, με βάση την έννομη σχέση της έμμισθης εντολής (ΑΠ 239/2024, 183/2024, 31/2022). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο της ανάκλησης της εντολής, είναι νομική (ΑΠ 239/2024, 183/2024), διότι σχηματίζεται από τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανέλεγκτα έγιναν δεκτά από αυτό, με βάση α) γενικότερα κριτήρια αξίας, που αντλούνται από τις εκάστοτε κρατούσες αντιλήψεις πολιτισμού, και β) τους κανόνες της κοινής πείρας και, συνεπώς, ελέγχεται αναιρετικά για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1310/2012, 1278/2010).
Η ανάκληση μπορεί να γίνει και προφορικά, ακόμη δε και σιωπηρά, αρκεί ο εντολέας να καταστήσει γνωστή τη βούλησή του αυτή στον εντολοδόχο (ΑΠ 239/2024, 183/2024, 31/2022).
Σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, δηλαδή πριν από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την εξωδικαστική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, επί αδικαιολόγητης ανάκλησης της εντολής υποχρεούται αυτός να καταβάλει στο δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή, η με βεβαιότητα δε προσδοκώμενη πλήρωση της αίρεσης της επιτυχημένης διεξαγωγής της δίκης ή της υπόθεσης αποτελεί γεγονός θεμελιωτικό του δικαιώματος του δικηγόρου για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής σε περίπτωση κατάρτισης συμφωνίας περί εργολαβίας δίκης (ΑΠ 239/2024, 183/2024, 31/2022). Εάν δεν υπάρχει συμφωνία ως προς το ύψος της αμοιβής, ο εντολέας, εφόσον ανακαλέσει δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα την εντολή, οφείλει να καταβάλει τις γενόμενες δαπάνες και την αμοιβή του δικηγόρου για τις μέχρι την ανάκληση εργασίες αυτού, με βάση τις διατάξεις του Κώδικα περί ελαχίστων ορίων (ΑΠ 239/2024).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 170 και 172 του Κώδικα περί Δικηγόρων, σε συνδυασμό με τη συμπληρωματικώς εφαρμοζόμενη διάταξη του άρθρου 726 εδ. α' ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η εντολή λύνεται, αν δεν ορίστηκε διαφορετικά, με τον θάνατο του εντολέα ή εντολοδόχου, προκύπτει ότι και η σύμβαση περί εργολαβίας δίκης, με την εκτεθείσα έννοια, λύνεται με τον θάνατο του εντολέα ή του εντολοδόχου δικηγόρου, εφόσον δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο ρητά ή σιωπηρά, και δεν υπάρχει, ως εκ τούτου, περίπτωση μεταβίβασης στους κληρονόμους αυτών του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή. Και τούτο, διότι είναι σχέση εκ του νόμου προσωποπαγής και εξαφανίζεται με το θάνατο του εντολέα ή του εντολοδόχου, στους δε κληρονόμους του αποβιώσαντος εντολέα περιέρχεται μόνο, κατ' ειδική ρύθμιση του άρθρου 172 του Ν.Δ. 3026/1954, η υποχρέωση καταβολής στον εντολοδόχο δικηγόρο των δαπανών που έγιναν μέχρι τη λύση της εντολής, ως και ανάλογης, με βάση τη συμφωνία, αμοιβής για τις γενόμενες εργασίες. Αν όμως είχε συμφωνηθεί ρητά ή σιωπηρά ότι η εντολή δεν θα λυθεί με τον θάνατο του εντολέα, τότε ο εντολοδόχος δικηγόρος δικαιούται να συνεχίσει, με βάση της συμφωνία, την περαίωση της εντολής (ΑΠ 85/2022, 324/2001, ΑΠ 1355/2001).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες (παραδοχές) πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022) και δ) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου (με ελλιπείς αιτιολογίες) παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 201, 207, 209, 281, 726 εδ. α' ΑΚ, 92 παρ. 1, 3 και 5 εδ. α' και 170 του Κώδικα περί δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα είναι δικηγόρος Αθηνών. Η δικαιοπάροχος της εναγομένης, δηλαδή η αδελφή της, Θ.
σύζ. Ν. Τ., το γένος Δ. Κ., κάτοικος ..., στο πλαίσιο αστικής διαφοράς με την, επίσης κατοικούσα στις ..., οικογένεια Μ., τα μέλη της οποίας προέβαιναν, το έτος ..., σε διεκδικητικές πράξεις πάνω στο ακίνητο ιδιοκτησίας της, που βρισκόταν στη θέση "..." των ..., τον ... του έτους εκείνου (έτους ...) παρείχε στον επίσης δικηγόρο Αθηνών, Παναγιώτη Πρωτοπαππά, τον οποίο γνώριζε ο σύζυγός της και παρουσία αυτού, την εντολή να προβεί ως δικηγόρος σε όλες τις απαραίτητες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες προκειμένου να διευθετηθεί η υπόθεση που αφορούσε στο προαναφερόμενο ακίνητο, με την αναγνώρισή της ως αποκλειστικής κυρίας και νομέα του.
Η ενάγουσα συστεγαζόταν και συνεργαζόταν σε διάφορες υποθέσεις με τον πιο πάνω δικηγόρο - εντολοδόχο της αδελφής της εναγομένης, ο οποίος και σύστησε αυτήν (την ενάγουσα) στο ζεύγος Τ., προκειμένου να δώσουν και σ' αυτήν όμοια εντολή, όπως τον ίδιο, με σκοπό να προβούν από κοινού στις απαιτούμενες νομικές ενέργειες για το επίμαχο ακίνητο.
Πράγματι, η αδελφή και δικαιοπάροχος της εναγομένης έδωσε την πιο πάνω εντολή και στην ενάγουσα, την 27-6-1996, η οποία την αποδέχθηκε αυθημερόν. Ως προς την αμοιβή τους, οι δύο δικηγόροι πρότειναν στην εναγομένη να αναλάβουν οι ίδιοι τη δίκη εργολαβικά, εξαρτώντας αυτήν (την αμοιβή καθενός) από τη θετική έκβαση της υπόθεσης, χωρίς να δικαιούνται να λάβουν οτιδήποτε σε περίπτωση αποτυχίας.
Ειδικότερα, αναφορικά με την ενάγουσα, συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ αυτής και της εντολέως της, ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η υπόθεση κερδηθεί αμετάκλητα, η εντολέας της θα υποχρεούταν να της καταβάλει ως αμοιβή σε χρήμα ποσοστό 10% επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, δηλαδή επί της εμπορικής ("τρέχουσας") αξίας του επίδικου ακινήτου κατά την ημέρα καταβολής και εξόφλησης της αμοιβής αυτής, η οποία (εμπορική αξία) δεν θα υπολειπόταν σε καμία περίπτωση της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, όπως αυτή θα προσδιοριζόταν από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Επίσης, η αδελφή της εναγομένης και η ενάγουσα συμφώνησαν ότι, σε περίπτωση μη επιτυχούς έκβασης της υπόθεσης, δηλαδή σε περίπτωση κατά την οποία η δίκη χαθεί τελεσίδικα και εξ ολοκλήρου, η ενάγουσα δεν θα δικαιούται καμίας αμοιβής, καθώς επίσης ότι, σε περίπτωση συμβιβαστικής επίλυσης ή εξώδικης ρύθμισης της διαφοράς και περάτωσης της δίκης με κάποιον από τους τρόπους αυτούς, η ενάγουσα θα δικαιούται, ως αμοιβή της, το ίδιο ποσοστό 10% επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης.
Αναφορικά με τα έξοδα, συμφώνησαν ότι η εντολέας υποχρεούταν να καταβάλει στην ενάγουσα ό,τι αυτή θα δαπανούσε για την κανονική εκτέλεση της εντολής. Η αδελφή της εναγομένης προέβη σε αντίστοιχη ειδική προφορική συμφωνία περί αμοιβής με τον δικηγόρο Π. Πρωτοπαππά, το δικό του ποσοστό, όμως, επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης καθορίστηκε σε 20%.
Συνολικά, δηλαδή, και στους δύο μαζί, η ποσοστιαία οφειλή που ανέλαβε η αδελφή της εναγομένης ανήλθε σε 30%. Μερικά χρόνια αργότερα, όλα τα παραπάνω συμφωνηθέντα περιελήφθησαν στο από 10-5-2004 έγγραφο, τιτλοφορούμενο "εργολαβικό δίκης", το οποίο η αδελφή της εναγομένης υπέγραψε, με σχετική βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της.
Στο έγγραφο αυτό εργολαβικό περιλαμβάνονται, επίσης, οι όροι ότι η εντολέας αναλάμβανε την υποχρέωση να καταβάλει την οφειλόμενη αμοιβή στην ενάγουσα εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την ημέρα που θα γινόταν αμετάκλητη η σχετική δικαστική απόφαση, καθώς και ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου από τους συμβαλλόμενους, η συμφωνία εργολαβίας της δίκης δεν λύνεται, αλλά θα δεσμεύει τους κληρονόμους και των δύο μερών, "που υποκαθίστανται στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις τους".
Στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής (αρχικά προφορικής και από 10-5-2004 έγγραφης), η ενάγουσα προέβη στις ακόλουθες ενέργειες: Συνέταξε, από κοινού με τον ανωτέρω δικηγόρο Π. Πρωτοπαππά, την από 28-6-1996 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής της εντολέως της, Θ. Τ., κατά των αναφερομένων εκεί μελών της οικογένειας Μ., απευθυνόμενη στο Ειρηνοδικείο ..., την οποία κατέθεσε την 28-6-1996, υποβάλλοντας και αίτημα προσωρινής διαταγής, το οποίο έγινε δεκτό και εκδόθηκε προσωρινή διαταγή της Ειρηνοδίκη ..., με την οποία απαγορεύτηκε προσωρινά στους καθ' ων η αίτηση κάθε πράξη διατάραξης της νομής της αιτούσας στο επίδικο ακίνητο.
Την 29-7-1996, κατά τη συζήτηση της ίδιας αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, παραστάθηκε στο πιο πάνω Δικαστήριο και εκπροσώπησε την αιτούσα, πράττοντας καθετί απαιτούμενο και, μάλιστα, συνέταξε και το από 31-7-1996 σημείωμα, το οποίο και κατέθεσε. Με την 7/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., η ως άνω αίτηση έγινε δεκτή και η ενάγουσα ενήργησε τα νόμιμα για την εκτέλεσή της.
Στη συνέχεια, πάλι από κοινού με τον δικηγόρο, Π. Πρωτοπαππά, συνέταξε την από 2-12-1997 αγωγή, προκειμένου να λυθεί οριστικά η εν λόγω διαφορά, την οποία κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, από το δικόγραφο της οποίας, όμως, παραιτήθηκε έπειτα, για να συντάξει και να ασκήσει νέα αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή, με την ίδια ημερομηνία (2-12-1997), την οποία κατέθεσε την 5-12-1997, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, για την οποία προσδιορίστηκε δικάσιμος η 13-2-1998.
Τελικά, η αγωγή αυτή συζητήθηκε την 23-9-1998 και επ' αυτής εκδόθηκε η 1545/1999 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία έτασσε αποδείξεις, οι οποίες διεξάγονταν, καθ' όλο το έτος 2000, με επιμέλεια της εκεί ενάγουσας - εντολέως της ήδη ενάγουσας, αλλά χωρίς παράσταση της τελευταίας. Πιο συγκεκριμένα, κατά τις δικάσιμους 17-1-2000, 3-4-2000, 26-6-2000 και 25-9-2000 εμφανιζόταν στο Τμήμα Διεξαγωγών του Πρωτοδικείου Πειραιά, στο όνομα και για λογαριασμό της αδελφής της ήδη εναγομένης, αντί της ήδη ενάγουσας, η δικηγόρος Αθηνών Ελένη Καλαϊτζίδου, επίσης συνεργάτιδα του δικηγορικού γραφείου του Π.
Πρωτοπαππά. Μετά το πέρας των αποδείξεων και κατόπιν της από 18-7-2006 κλήσης των εκεί εναγομένων, η υπόθεση συζητήθηκε την 16-5-2007, οπότε και πάλι η αδελφή της ήδη εναγομένης εκπροσωπήθηκε όχι από την ήδη ενάγουσα, αλλά από τη δικηγόρο Αλεξάνδρα Δρόσου, ομοίως συνεργάτιδα του γραφείου του Π. Πρωτοπαππά. Κατόπιν της συζήτησης αυτής, εκδόθηκε η 4641/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της αδελφής της ήδη εναγομένης και αυτή αναγνωρίστηκε κυρία του εκεί επίδικου ακινήτου, εμβαδού 500 τ.μ., κείμενου στη θέση "..." της νήσου ...
Εν τω μεταξύ, από 30-1-1997 ο Π. Μ. και η Σ. Μ. είχαν ασκήσει εναντίον της αδελφής της εναγομένης την με αριθμό κατάθεσης 1364/1997 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν κύριοι τμήματος του ανωτέρω ακινήτου, έκτασης 302 τ.μ. Η αγωγή αυτή, η αμοιβή για τον χειρισμό της οποίας είχε, επίσης, περιληφθεί στην ίδια, ήδη επίδικη, εργολαβική σύμβαση και εντολή προς την ενάγουσα, συζητήθηκε τελικά την 2-11-1998 και κατά τη συζήτησή της παραστάθηκε ως πληρεξούσια δικηγόρος της εκεί εναγομένης (αδελφής της ήδη εναγομένης) η νυν ενάγουσα, εκδόθηκε δε επ' αυτής η 3082/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία το Δικαστήριο εκείνο ανέβαλε την έκδοση απόφασής του έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της εκκρεμούσας τότε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά αγωγής της αδελφής της νυν εναγομένης κατά των Μ.
Μ. κλπ., που αναφέρθηκε αμέσως πιο πάνω, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω 4641/2007 οριστική απόφαση. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, οι εκεί ηττηθέντες, Μ. Μ. κλπ., άσκησαν την από 16-7-2009 έφεσή τους, η οποία τελικά, μετά από ματαίωση και αναβολή, συζητήθηκε την 6-12-2012. Ωστόσο, εν τω μεταξύ είχαν συμβεί τα εξής: Η αδελφή της ήδη εναγομένης, Θ.
Τ., εντολέας της ήδη ενάγουσας, απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη, την 22-1-2009, αφήνοντας μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς της, λόγω του ότι είχε προαποβιώσει τόσο η κόρη της (το ..., σε ηλικία 30 ετών) όσο και ο σύζυγός της (το έτος 2007), την αδελφή της και ήδη εναγομένη, η οποία αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομία με την 3060/28-8-2009 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου ...
Κ. Α., στην οποία συμπεριέλαβε και το ακίνητο στη θέση "..." .... Με τον θάνατο της δικαιοπαρόχου της, Θ. Τ., δεν λύθηκε η επίδικη σύμβαση εργολαβίας, αφού με ειδικό όρο αυτής είχε συμφωνηθεί ρητά ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους συμβαλλομένους, η συμφωνία αυτή δεν λύνεται, αλλά δεσμεύει τους κληρονόμους και των δύο μερών, οι οποίοι υποκαθίστανται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους από τη σύμβαση.
Επομένως, με τον θάνατο της Θ. Τ., η κληρονόμος της και αδελφή της - ήδη εναγομένη υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της δικαιοπαρόχου αδελφής της, όσα απορρέουν από τη συναφθείσα την 27-9-1996 μεταξύ της τελευταίας, ως εντολέως, και της ήδη ενάγουσας, ως εντολοδόχου. Έτσι, καταρχήν, η μεν ήδη εναγομένη δεσμευόταν και από την ειδική συμφωνία περί αμοιβής της ήδη ενάγουσας, όπως το ακριβές περιεχόμενο αυτής προαναφέθηκε, η δε τελευταία, ακόμη και μετά τον θάνατο της αρχικής εντολέως της, είχε δικαίωμα να συνεχίσει την περαίωση της επίδικης εντολής, εφόσον η σύμβαση εργολαβίας συνέχιζε, μη λυθείσα και ισχυρή.
Ωστόσο, αν και η εναγομένη γνώριζε την κατάρτιση της συμφωνίας εργολαβίας μεταξύ της ενάγουσας και της αδελφής της εν γένει, έλαβε γνώση για τους ειδικότερους όρους αυτής, όπως τα ακριβή ποσοστά των αμοιβών τόσο της ενάγουσας όσο και του ετέρου δικηγόρου, Π. Πρωτοπαππά, και τον χρόνο εξόφλησης της αμοιβής της ενάγουσας (των δύο 2 μηνών από το αμετάκλητο), μετά τον θάνατο της αδελφής της.
Ειδικότερα, για τους όρους αυτούς της επίδικης εργολαβίας, η εναγομένη ενημερώθηκε από τον επίσης εντολοδόχο δικηγόρο της δικαιοπαρόχου της, Π. Πρωτοπαππά, σταδιακά, από τον Απρίλιο του 2009 και έπειτα, σε σχετικές συναντήσεις και συνομιλίες που είχε αυτός μαζί της, αλλά και με τον γιο της, Θ. Π. Μετά από αυτά, η εναγομένη είχε δηλώσει στον Π.
Πρωτοπαππά, προφορικά και μέσω του γιου της, ότι προτίθετο να συνεχίσει τις δίκες με την οικογένεια Μ., σχετικά με το ακίνητο το οποίο περιλαμβανόταν στην κληρονομία της αδελφής της, που είχε αποδεχθεί, αλλά ζήτησε την επαναδιαπραγμάτευση μόνο του όρου περί του χρόνου καταβολής της επίδικης αμοιβής. Πιο συγκεκριμένα, πρότεινε σ' αυτόν και μόνο, αφού με την ενάγουσα δεν είχε έως τότε καμία επικοινωνία, εφόσον κερδιζόταν αμετάκλητα η υπόθεση (σημειωτέον ότι, κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομίας της αδελφής της και υπεισέλευσής της στην επίδικη εργολαβία, είχε ασκηθεί από την οικογένεια Μ.
η ως άνω, από 16-7-2009, έφεση κατά της μοναδικής οριστικής απόφασης που είχε εκδοθεί μεταξύ των εκεί αντιδίκων, χωρίς να έχει ακόμη συζητηθεί στο Εφετείο Πειραιά, ενώ είχε ανασταλεί η συζήτηση, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, της αντίθετης αγωγής των δύο μελών της οικογένειας Μ. κατά της αδελφής της), να τους καταβάλει την αμοιβή, που είχαν συμφωνήσει με τη δικαιοπάροχό της και αποβιώσασα αδελφή της, όχι εντός προθεσμίας δύο μηνών από τότε που η δικαστική απόφαση θα γινόταν αμετάκλητη, αλλά μέσα σε ενάμισυ έτος από το ίδιο εναρκτήριο σημείο της προθεσμίας.
Ο Παναγιώτης Πρωτοπαππάς, όμως, αρνήθηκε κατηγορηματικά οποιαδήποτε επαναδιαπραγμάτευση των όρων καταβολής της αμοιβής του και της αμοιβής της συνεργάτιδας του και ήδη ενάγουσας και οι συζητήσεις με την οικογένεια της ενάγουσας σταμάτησαν στο σημείο εκείνο. Ακολούθως, ενόψει της αρχικά ορισθείσας δικασίμου για τη συζήτηση της έφεσης των δύο μελών της οικογένειας Μ.
στο Εφετείο Πειραιά, η ενάγουσα επέδωσε στην εναγομένη την από 17-3-2010 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία την καλούσε να μεταβεί εντός δέκα ημερών στο γραφείο της, στη Νέα Ιωνία, προκειμένου να υπογράψουν την τροποποίηση ως προς τον χρόνο καταβολής της αμοιβής της, την οποία πρότεινε, όμως, η ίδια σε έξι (6) μόνο μήνες, απορρίπτοντας σαφώς την πρόταση της πλευράς της εναγομένης για προθεσμία δεκαοκτώ μηνών (ενάμισυ έτους).
Επίσης, την καλούσε να της προσκομίσει άμεσα πληρεξούσιο για την περαιτέρω διεξαγωγή της δίκης. Κατόπιν αυτών, η εναγομένη, την 1η Απριλίου 2010, με προφορική δήλωσή της προς την ενάγουσα, ανακάλεσε τη χορηγηθείσα σ' αυτήν (ενάγουσα) από τη δικαιοπάροχό της, κατά τα ανωτέρω, εντολή, ενημερώνοντάς την ότι θα συνεχίσει την εν λόγω δίκη με άλλο δικηγόρο.
Η ανάκληση της εντολής εκ μέρους της εναγομένης, η οποία επέφερε τη λύση της σύμβασης εργολαβίας, ήταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, δικαιολογημένη, καθόσον, συνοψίζοντας τα παραπάνω αποδειχθέντα, προκύπτουν και συνεκτιμώνται τα εξής: α) Η εναγομένη δεσμεύτηκε από τους όρους της επίδικης σύμβασης εργολαβίας δίκης αιτία θανάτου της αδελφής της, χωρίς να έχει λάβει μέρος η ίδια στη διαπραγμάτευση ή τη συνομολόγησή τους, β) οι όροι της επίδικης σύμβασης, που αφορούν στην αμοιβή της ενάγουσας, είναι ιδιαίτερα βαρείς, τόσο όσον αφορά στον καθορισμό του ύψους αυτής (και τούτο σε συνδυασμό με τους αντίστοιχους όρους για την αμοιβή του ετέρου εντολοδόχου δικηγόρου, Παναγιώτη Πρωτοπαππά, οι οποίοι επίσης δέσμευαν αντικειμενικά και σωρευτικά την εναγομένη και γι' αυτό δεν μπορούν να αγνοηθούν κατά την εκτίμηση του ενοχικού βάρους των επίδικων όρων), όσο και αναφορικά με την προθεσμία καταβολής αυτής, καθόσον, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, είναι δυσχερέστατο να ολοκληρωθεί η διαδικασία πώλησης και είσπραξης τιμήματος από τη διάθεση ακινήτου, το οποίο αποτελεί αντικείμενο δικαστικής αμφισβήτησης, εντός χρονικού διαστήματος δύο (2) μόνο μηνών από την αμετάκλητη περάτωση της δικαστικής διαδικασίας και γ) με βάση τα προαναφερθέντα υπό (α') και (β'), είναι ανεκτό από το δίκαιο, δηλαδή δικαιολογημένο, να είχε δοθεί στην εναγομένη η ευχέρεια να διαπραγματευτεί τουλάχιστον τον όρο που αφορούσε στο χρόνο εξόφλησης της επίδικης αμοιβής (αν όχι και το ποσοστό που καθόριζε αυτήν, το οποίο η εναγομένη αναγκάστηκε να δεχθεί) και εφόσον η ενάγουσα, μονομερώς και επιτακτικά, με το από 17-3-2010 εξώδικό της, στέρησε την εναγομένη από την ευχέρεια αυτή, η τελευταία άσκησε το δικαίωμά της, να ανακαλέσει την εντολή που είχε χορηγήσει η δικαιοπάροχος αδελφή της, χωρίς να υπερβεί τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό αυτού (του δικαιώματος ανάκλησης).
Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτός, ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμος, ο ισχυρισμός της εναγομένης, που προτείνεται με τον σχετικό λόγο της έφεσής της, ότι η επίδικη ανάκληση ήταν δικαιολογημένη, έτσι ώστε αυτή (η εναγομένη) να υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα μόνο τις γενόμενες δαπάνες και την αμοιβή της, που αναλογεί στις μέχρι την ανάκληση εργασίες που τυχόν δεν είχαν εξοφληθεί από τη δικαιοπάροχό της.
Ωστόσο, τέτοιο αίτημα δεν περιλαμβάνεται στην αγωγή και, ως εκ τούτου, αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ήτοι με το να δεχθεί ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ανάκληση της εντολής, την οποία είχε χορηγήσει η ήδη αποβιώσασα δικαιοπάροχός της προς την αναιρεσείουσα δικηγόρο στα πλαίσια της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης εργολαβίας δίκης, ήταν δικαιολογημένη και δεν υπερέβαινε τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, επειδή: 1) Η αναιρεσίβλητη δεν είχε λάβει μέρος στη διαπραγμάτευση ή τη συνομολόγηση των όρων της ένδικης σύμβασης, 2) οι όροι της επίδικης σύμβασης, που αφορούν την αμοιβή της αναιρεσείουσας δικηγόρου, είναι ιδιαίτερα βαρείς, λαμβανόμενοι υπόψη σε συνδυασμό με τους όρους αμοιβής του ετέρου εντολοδόχου δικηγόρου, Παναγιώτη Πρωτοπαππά, και 3) είναι δυσχερέστατο εντός χρονικού διαστήματος δύο (2) μηνών από την αμετάκλητη περάτωση της δικαστικής διαδικασίας να ολοκληρωθεί η διαδικασία πώλησης και είσπραξης του τιμήματος ακινήτου, το οποίο αποτελεί αντικείμενο δικαστικής αμφισβήτησης, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 170 του Ν.Δ. 3026/1954 και 281 του ΑΚ, καταλήγοντας στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η ανάκληση της ένδικης εντολής ήταν, για τους λόγους που αναφέρθηκαν, δικαιολογημένη και δεν υπερέβαινε τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, παράλληλα δε, παραβίασε και εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω διατάξεις, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της απόφασής του ελλιπείς αιτιολογίες, καθόσον δεν αναφέρεται α) εάν, κατά τον χρόνο σύναψης της ένδικης σύμβασης, η οποία καταρτίστηκε προφορικά στις 27-6-1996 και εν συνεχεία εγγράφως στις 10-5-2004, η αναιρεσίβλητη είχε οποιοδήποτε (ενοχικό ή εμπράγματο) δικαίωμα επί του επίμαχου ακινήτου, το οποίο θα της επέτρεπε να συμμετάσχει στη διαπραγμάτευση ή τη συνομολόγηση των όρων της ένδικης σύμβασης εργολαβίας δίκης, και β) εάν είχε συμφωνηθεί μεταξύ της εντολέως Θ.
Τ. και της εντολοδόχου - αναιρεσείουσας ότι, σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της υπόθεσης, η συμφωνηθείσα αμοιβή της τελευταίας θα καταβληθεί από το προϊόν της πώλησης του ακινήτου που αποτελούσε αντικείμενο της ένδικης σύμβασης.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως προς αμφότερα τα σκέλη του, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και πρέπει να γίνει δεκτός. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1717/2021 οριστική απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης εκ των αριθμών 20, 8, 14 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και του (μοναδικού) πρόσθετου λόγου εκ του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-7-2022 αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 5309/2017 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Δέχεται την ως άνω αίτηση αναίρεσης καθό μέρος με αυτήν προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1717/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την απόφαση αυτή.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ