Legislator Case Law & Legislation
1744/2022 AI generated

Supreme Court annuls public land seizure agreement for 7/48 share, upholding appeal against state's claim.

Case Number 1744/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the lower court's decision regarding the validity of a public land seizure agreement covering 7/48 of the property. The State argued for the seizure's validity, while the private claimant sought its cancellation. The Court ruled that only the specific portion of the seizure agreement was invalid, thereby partially upholding the appeal and ordering the deletion of that share from land registry books.

Legislator headnote

AI generated

Articles 34 paragraphs 2-8 of Law 1539/1938; The seizure of abandoned public land by the State is valid only if the land is truly unmanaged by the owner, and partial invalidity of the seizure agreement requires annulment of that specific portion while retaining the rest of the property rights.

Keywords

AI generated
public land seizure annulment of seizure agreement partial annulment land registry deletion protection of public property co-ownership shares judicial costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 34 paragraphs 2-8 of Law 1539/1938
Article 53 of the Law on the National Archives
Article 21 paragraph 1 of Law 3800/1957
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 section a of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 535 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 2 section b of Law 3693/1957
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1744 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1744/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ν. συζ. Γ. Α., το γένος Χ. Ι. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ντάλια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2016 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-4-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 19/04/2017 αίτηση για αναίρεση της αριθμ.62/2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφασή του αυτή το πιο πάνω δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν, την ασκηθείσα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο,κατά της αριθμ.7 /2015 απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, έφεση, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η εισαχθείσα ενώπιον του αγωγή, διεκδικητική ποσοστού (συγ)κυριότητας, 7/48 εξ αδιαιρέτου, του επίδικου ακινήτου και αναγνώρισης ακυρότητας του από 21/06/1974 πρωτοκόλλου κατάληψης του ίδιου ακινήτου, της ήδη αναιρεσίβλητης Ν. Α.. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).

1. Κατά το άρθρο 34 παρ.2-8 του αν.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε και στα Δωδεκάνησα, με το άρθρο 1 του β.δ/τος της 31 Δεκεμβρίου 1948-10 Ιανουαρίου 1949 (βλ. και άρθρ. 21 παρ.1 ν.3800/1957), "2. Ακίνητα εγκαταλελειμμένα παρά των ιδιοκτητών των και μη διαχειριζόμενα παρ' αυτών ουδέ δι' αντιπροσώπων καταλαμβάνονται παρά του Δημοσίου και διαχειρίζονται παρ' αυτού ως διοικητού αλλότριων. 3.

Η κατάληψις γίνεται διοικητικώς δια πρωτοκόλλου, συντασσομένου υφ' ενός δημοσίου υπαλλήλου, λαμβάνοντος προς τούτο την ειδικήν εντολήν του Υπουργείου των Οικονομικών (Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων) και του προϊσταμένου της αρμοδίας αστυνομικής Αρχής ή του υπό τούτου οριζομένου αστυνομικού οργάνου. 4.

Εφ' όσον ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν, περίληψις του πρωτοκόλλου καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου, αναφέρουσα και το ονοματεπώνυμον του ιδιοκτήτου, καταχωρείται εις τα βιβλία μεταγραφών και εις την μερίδα του ιδιοκτήτου, επιμελεία της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, αποτελεί δε πλήρη απόδειξιν περί της κατοχής του ακινήτου υπό του Δημοσίου ως διοικητού αλλότριων. 5.

Η προς τον ίδιοκτήτην απόδοσις του. καταληφθέντος κτήματος γίνεται, κατ' αίτησιν αυτού, κοινοποιουμένην προς το Δημόσιον, δι' αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, μετά γνώμην του κατ' άρθρ. 10 συμβουλίου. Αι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 10 εφαρμόζονται και εν προκειμένω. 6. Εις τον αναλαμβάνοντα το ακίνητόν του ίδιοκτήτην αποδίδονται, κατά την εν τη προηγουμένη παρ. 5 καθοριζομένην διαδικασίαν, και τα εισπραχθέντα τυχόν παρά του Δημοσίου μισθώματα, μειούμενα παρά τας γενομένας δαπάνας και κατά 20% λόγω εξόδων διαχειρίσεως. 7.

Εάν απορριφθή η αίτησις του ιδιοκτήτου ή δεν εκδοθή απόφασις του υπουργού εντός 6 μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτήσεως του ιδιοκτήτου ή εντός της υπό του κατά το άρθρο 10 συμβουλίου ταχθείσης, κατά την παρ. 4 του άρθρου 11, προθεσμίας, δύναται ούτος να ζητήση την απόδοσιν δι' αιτήσεώς του, υποβαλλομένης προς τον αρμόδιον, ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου, πρόεδρον πρωτοδικών (ήδη, με βάση το άρθρο 3 παρ. 2 του ΕισΝΚΠολΔ, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.

ΚΠολΔ, δηλαδή εκείνη των ασφαλιστικών μέτρων). 8. Μετά πάροδον δεκαετίας από της υπό του Δημοσίου καταλήψεως κτήματος ως εγκαταλελειμμένου, το δικαίωμα κυριότητος αποσβέννυται και η κυριότης του ακινήτου περιέρχεται εις το Δημόσιον". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι για να αποκτήσει το Δημόσιο κυριότητα σε αλλότριο ακίνητο, το οποίο δεν διαχειρίζεται ο κύριος αυτού ή αντιπρόσωπος του, απαιτείται να συντρέχουν οι εξής τρεις προϋποθέσεις:

α) εγκατάλειψη του ακινήτου από τον κύριο, β) νομότυπη κατάληψη αυτού από το Δημόσιο και γ) πάροδος δεκαετίας από την κατάληψη (που φέρει το χαρακτήρα αποσβεστικής προθεσμίας, επί της οποίας δεν αποκλείεται η εφαρμογή λόγου διακοπής της παραγραφής). Πρέπει, όμως, το ακίνητο να έχει την ιδιότητα του εγκαταλελειμμένου, τόσο κατά το χρόνο της κατάληψης, όσο και καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας, χωρίς να αρκεί μόνη η παρέλευση δεκαετίας.

Ως εγκαταλελειμμένο, κατά την έννοια του νόμου, θεωρείται το ακίνητο, το οποίο έχει εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη του με πρόθεση παραίτησης από την κυριότητα. Πρέπει, δηλαδή, ο ιδιοκτήτης του να έχει παραιτηθεί, άτυπα, από τη φυσική εξουσίασή του με τη θέληση και να μη νέμεται αυτό (σύμπτωση παραίτησης από το υλικό και το πνευματικό στοιχείο εξουσίασης), με το σκοπό παραίτησης από την κυριότητά του.

Εάν το ακίνητο δεν είχε πράγματι εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες του και, παρά ταύτα, καταλήφθηκε από το Δημόσιο ως εγκαταλελειμμένο, τούτο δεν περιέρχεται στην κυριότητα του τελευταίου με την απλή παρέλευση δεκαετίας από την κατάληψη, εφόσον ο ιδιοκτήτης αυτού εξακολουθούσε καθ' όλο το χρονικό διάστημα να νέμεται και εκμεταλλεύεται το ακίνητο του, απολαμβάνοντας τα ωφελήματα απ' αυτό.

Αντίθετη λύση θα είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της κυριότητας σε ακίνητο για μόνο το λόγο ότι χαρακτηρίστηκε αυτό ως εγκαταλελειμμένο από τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου, εκδόθηκε το σχετικό πρωτόκολλο κατάληψης, το οποίο εγγράφηκε στην οικεία μερίδα του υποθηκοφυλακείου και παρήλθε δεκαετία, ενώ ο ιδιοκτήτης αυτού, αγνοώντας προφανώς την όλη κατάσταση, εξακολουθούσε να το νέμεται (ΑΠ 47/2019, ΑΠ 736/2008).

Μάλιστα, δεν θεωρείται εγκαταλελειμμένο, κατά την έννοια του νόμου, και το ακίνητο, επί του οποίου ο ιδιοκτήτης δεν άσκησε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, καμία πράξη νομής (ή κατοχής). Και τούτο διότι στα ακίνητα η νομή και η κατοχή είναι σαφώς διακεκριμένες από την κυριότητα, ώστε η μη άσκησή τους να μην μπορεί να θεωρηθεί ως εγκατάλειψη και της κυριότητας, η οποία είναι δικαίωμα απεριόριστης διάρκειας και αντιτάσσεται αποτελεσματικά κατά των τρίτων, χωρίς να είναι απαραίτητο να έχει ασκηθεί με πράξεις διακατοχής, αφού ο κύριος δεν είναι υποχρεωμένος να ασκεί το δικαίωμά του αυτό, άρα η μη άσκηση - εγκατάλειψη της διακατοχής παραμένει, ως προς την κυριότητα, ένα γεγονός χωρίς έννομες συνέπειες (ΑΠ 448/2021, ΑΠ 333/2020, ΑΠ 256/2020, ΑΠ 47/2019).

Η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 34 του ΑΚ 1539/1938 αφορά ακίνητα εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες και όχι τα κατεχόμενα από τρίτους ακίνητα που υποβάλλονται στην κατά το άρθρο 25 αυτού διαδικασία εξακριβώσεως των δικαιωμάτων του Δημοσίου, για τα οποία δεν προβλέπεται η έκδοση πρωτοκόλλου. Τούτο δε γίνεται προς τον σκοπό της διαχείρισης από το Δημόσιο, ως διοικητή αλλότριων των ακινήτων αυτών και την απόκτηση της κυριότητας τούτου από αυτό μετά την πάροδο 10ετίας από την κατάληψή του.

Τέλος, αν διοικητική αρχή εκδόσει πρωτόκολλο καταλήψεως ακινήτου, χωρίς τούτο να προβλέπεται από το νόμο και επομένως άκυρο, ο προβάλλων επί του ακινήτου δικαίωμα κυριότητας έχει έννομο συμφέρον, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, να εγείρει, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, που έχουν δικαιοδοσία, αφού πρόκειται για διαφορά προκαλούμενη από πράξη της διοικήσεως κινούμενη σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, αγωγή αναγνωρίσεως της ακυρότητας του πρωτοκόλλου και, τούτο, διότι η έκδοση αυτή δημιουργεί έμπρακτη αμφισβήτηση του δικαιώματος του, από την οποία απειλείται βλάβη για τα έννομα συμφέροντά του, προς αποτροπή δε αυτής η επιδιωκόμενη απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο (Ολ.

ΣτΕ 3776/2012, ΑΠ 768/2022, ΑΠ 2142/2014, ΑΠ 721/2007). 2

.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΌλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών Η περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, μετ'ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένας αγρός εκτάσεως 4.094 τμ, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ... της Ρόδου, με κτηματολογικά στοιχεία 3, φύλλο 8, φάκελος 125, μερίδα 94 γαιών ..., φέρεται δε κατά την αρχική θεμελιώδη καταγραφή εγγεγραμμένο στα ονόματα των: 1) Χ.

Σ. του Γ. κατά 3/8 εξ αδιαιρέτου 2) Χ. Ε. του Γ. κατά 3/8 εξ αδιαιρέτου και 3) Φ. του Χ. Μ. χήρα Χ. Μ. κατά 2/8 εξ αδιαιρέτου. Η πρώτη αρχική τιτλούχος Χ. Σ. του Γ. μεταβίβασε, λόγω προίκας, το μερίδιο της (3/8 εξ αδιαιρέτου) στη θυγατέρα της Σ. Χ. του Χ. συζ. Μ. Τ., η μεταβίβαση δε αυτή καταχωρήθηκε νόμιμα στα Κτηματολογικά βιβλία με πη διάταξη αρ. 625/1944.

Στη συνέχεια, ολόκληρο το παραπάνω ακίνητο αναγνωρίστηκε ότι ανήκει λόγω χρησικτησίας στη Χ. συζ. Χ. Α. σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 535/1969 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στα Κτηματολογικά βιβλία. Κατά της αποφάσεως αυτής και της (βάσει αυτής) τιτλούχου Χ. συζ. Χ. Α. άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου την υπ' αριθμ.

καταθ. 386/1972 ανακοπή και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 233/1973 απόφαση αυτού που εξαφάνισε την ανακοπτόμενη απόφαση. Ακολούθως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την υπ' αριθμ. 3/1980 απόφαση απέρριψε την αγωγή χρησικτησίας της Χ. συζ. Χ. Α., διότι αυτή, στερούμενη ελληνικής ιθαγένειας, δεν είχε, σύμφωνα με το νόμο, δικαίωμα κτήσης ακινήτου σε παραμεθόριο περιοχή, όπως η Ρόδος.

Παράλληλα, κατά τη διάρκεια της αντιδικίας αυτής, το ακίνητο κατελήφθη, ως εγκαταλελειμμένο, από το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει του από 21.6.1974 πρωτοκόλλου καταλήψεως, που συνετάγη κατόπιν της υπ' αριθμ. Δ.Κ. 2657/1974 αποφάσεως του Νομάρχη Δωδεκανήσου. Η κατάληψη αυτή καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία με τη διάταξη αρ. 39301/1974.

Κατά της παραπάνω υπ' αριθμ. 535/1969 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου είχαν στραφεί και οι: 1) Ρ. Τ. Ο. του Χ., 2) Μ. συζ. Γ. Σ., 3) Ν. συζ. Κ. Ν., 4) Α. συζ. Μ. Τ. Ο., 5) Ρ. Κ. του Ο., 6) Γ. συζ. Χ. Τ. Ο., 7) Χ. Τ. Ο. και 8) Ζ. συζ. Χ. Τ., ως κληρονόμοι της τιτλούχου Ε. Χ. του Γ. συζ. Χ. Τ. Ο. και απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, οι οποίοι άσκησαν την υπ' αριθμ.

καταθ. 82/1.3.1972 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, το οποίο με την υπ' αριθμ. 85/1976 απόφαση του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι η υπ' αριθμ. 535/1969 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου είναι ανύπαρκτη, όσον αφορά στις εναγόμενες τιτλούχους Ε. Χ. του Γ. και Φ. χήρα Μ. Χ.. Κατά της άνω υπ αριθμ. 535/1969 αποφάσεως είχε στραφεί και ο αγοραστής (δυνάμει προσυμφώνου) Μ.

Κ. του Σ., με τις υπ' αριθμ. καταθ. 316/1976 και 181/1977 αγωγές του προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Πέραν των παραπάνω εγγραφών, καταχωρήθηκαν και οι ακόλουθες διαδοχικές πράξεις. Με την υπ' αριθμ. πρωτ. 2424/1980 αίτηση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος εξαλείφθηκε υποθήκη, η οποία είχε εγγράφει από του έτους 1970.

Η εξάλειψη αυτή καταχωρήθηκε στα Κτηματολογικά βιβλία με τη διάταξη αρ. 8821/1980. Με την υπ' αριθμ. 304/1972 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου 0 που καταχωρήθηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία, η αρχική τιτλούχος Φ. συζ. Μ. Χ. το γένος Χ. Μ. και ο μεταποβιώσας σύζυγος της Μ. Χ. του Γ. κληρονομήθηκαν από τις αδερφές του τελευταίου (δύο πρώτες αρχικές τιτλούχους) Ε.

χήρα Χ. Τ. Ο. το γένος Γ. Χ. και Σ. Γ. Χ., ανά 1/2 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία. Με την υπ' αριθμ. 104/1973 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, νόμιμα καταχωρημένης στα Κτηματολογικά βιβλία, η τιτλούχος Ε. χήρα Χ. Τ. Ο. κληρονομείται από τους 1) Ρ. Τ. Ο. του Χ., 2) Γ. συζ. Χ. Τ. Ο., 3) Χ. Τ. Ο. του Χ. 4) Ζ. συζ. Χ. Τ., 5) Μ. συζ. Ο. Κ. και 6) Σ.

χήρα Κ. Κ. το γένος Χ. Τ. Ο., ανά 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας στο μερίδιο της (4/8 ή 24/48 του όλου ακινήτου). Επίσης, με την υπ' αριθμ. 257/1973 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, νόμιμα καταχωρημένης στα Κτηματολογικά βιβλία, η εκ των κληρονόμων αυτών, Μ. Ο. Κ., τo γένος Χ. Τ. Ο., κληρονομείται από τους 1) Ρ. Κ. του Ο., 2)Μ.

συζ. Γ. Σ., 3) Ν. συζ. Κ. Ν., 4) Α. συζ. Μ. Τ. Ο. ανά 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας στο μερίδιο της. Με τα υπ' αριθμ. 24214/1973, 24215/1973 και 24216/1973 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Ρόδου Σακελλάρη Μαίλη, νόμιμα καταχωρημένων α Κτηματολογικά βιβλία, τα μερίδια των παραπάνω κληρονόμων: 1) Ο. συζ. Χ. Τ., 2) Γ. συζ. Χ. Τ. Ο., 3) Χ. Τ. Ο., 4) Ρ. Τ. Ο.

του Χ., 5) Μ. συζ. Γ. Σ., 6) Ν. συζ. Κ. Ν., 7) Α. συζ. Μ. Τ. Ο. και 8) Ρ. Κ. του Ο., δηλαδή 20/48 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου, μεταβιβάστηκαν λόγω πώλησης στη Σ. συζ. Μ. Κ. το γένος Ο. Κ.. Με την υπ' αριθμ. 491/1972 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, νόμιμα καταχωρημένης στα Κτηματολογικά βιβλία, η παραπάνω αρχική τιτλούχος Σ.

Χ. του Π. συζ. Χ. Κ. κληρονομείται από τις θυγατέρες της 1) Σ. χήρα Μ. Τ., το γένος Χ. Κ. και 2) Φ. συζ. Χ. Τ. το γένος Χ. Κ. ανά 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά στο μερίδιο 6/48 εξ αδιαιρέτου, το οποίο η κληρονομούμενη απέκτησε από την, κατά τα ανωτέρω, κληρονομιά της τρίτης αρχικής τιτλούχου Φατμά του Χ. Μ. συζ. Μ. Χ. Ο.. Στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 967/483 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πολιτικού Δικαστηρίου της Τιρέ - Τουρκίας, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθμ. 81/1968 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Ρόδου, νόμιμα καταχωρημένης και αυτής στα Κτηματολογικά βιβλία, η δεύτερη από τους κληρονόμους Φ.

συζ. Χ. Τ. κληρονομείται από τα παιδιά της, Σ. Ε., Χ. Κ. και Γ. Ο. ανά 20/320 εξ αδιαιρέτου και τα εγγόνια της Μ., Σ., Χ., Νιχάτ, Ζεχρά και Σανιέ του Χουσείν Ιστσέν ανά 4/320 εξ αδιαιρέτου, αυτοί δε όλοι οι κληρονόμοι στη συνέχεια με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σακελλάρη Μαίλη, νόμιμα καταχωρημένου και αυτού στα Κτηματολογικά Βιβλία μεταβίβασαν λόγω πώλησης το κληρονομηθέν μερίδιο του 1/16 του όλου ακινήτου στον Μ.

Κ. του Σ.. Με την υπ' αριθμ. 219/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, νόμιμα καταχωρημένης στα κτηματολογικά βιβλία, η παραπάνω τιτλούχος Σ. χήρα Μ. Τ. κληρονομήθηκε, από τους Χ. συζ. Χ. Α., το γένος Μ. Τ. (πεθερά της ενάγουσας) και Α. Τ. του Μ. ανά 1/3 ο καθένας, κατά δε το υπόλοιπο 1/3 μεριδίου της από τα εγγόνια της (παιδιά του προαποβιώσαντος γιού της Μ.

Χ. Τ. του Μ.., Ν. Τ. του Μ.., Σ. Τ. του Μ., Μ. Τ. του Μ., Σ. Τ. του Μ., Σ. Τ. του Μ. και Μ.-Σ.Τ. του Μ., ανά 1/7 εξ αδιαιρέτου ο καθένας στο μερίδιο αυτό. Με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αντωνίου Νεοφύτου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Κτηματολογικά βιβλία, το μερίδιο του Α. Τ. του Μ., 7/48 εξ αδιαιρέτου, μεταβιβάστηκε, λόγω πώλησης, στην ενάγουσα, καταχωρήθηκε δε στα κτηματολογικά βιβλία με τη διάταξη του Κτηματολογικού Δικαστή αρ. 8081/1984.

Προηγουμένως, με το υπ' αριθμ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρόδου Σακελλάρη Μαίλη, τα μερίδια των παραπάνω αγοραστών Σ. συζ. Μ. Κ. το γένος Ο. Κ., 20/148 εξ αδιαιρέτου και Μ. Κ. του Σ., 3/48 εξ αδιαιρέτου, ήτοι συνολικά 23/48 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, είχαν μεταβιβαστεί στην ενάγουσα, λόγω πώλησης. Του συμβολαίου αυτού απορρίφθηκε η καταχώρηση στα κτηματολογικά βιβλία, επειδή απορρίφθηκε και η καταχώρηση του προηγούμενου κατά τα ανωτέρω υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρόδου Σακελλάρη Μαίλη, με το οποίο ο δικαιοπάροχος- πωλητής Μ. Σ. Κ. απέκτησε τα μεταβιβασθέντα στην ενάγουσα ποσοστά του. Ήδη, όμως, με την υπ' αριθμ. 355/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, νόμιμα καταχωρημένης στα κτηματολογικά βιβλία, το συμβόλαιο του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας αρ. ...

του συμβολαιογράφου Σακελλάρη Μαίλη καταχωρήθηκε τελικώς στα Κτηματολογικά βιβλία και πλέον κατέστη δυνατή η καταχώρηση και του δικού της, με αριθμ. 44028/1976 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρόδου Σακελλάρη Μαίλη, που αφορά στην αγορά των 23/48 ποσοστών εξ αδιαιρέτου του ακινήτου. Με τα δεδομένα αυτά, το επίδικο ακίνητο ουδέποτε υπήρξε εγκαταλελειμμένο, αλλά πάντοτε το κατείχαν και το κατείχαν και το διαχειρίζονταν οι ιδιοκτήτες του.

Ειδικότερα, μετά από άτυπες διανομές και δωρεές που είχαν προηγηθεί μεταξύ των ιδιοκτητών, αυτό το κατείχε και το ενέμετο η Χ. συζ. Χ. Α. (πεθερά της ενάγουσας) από του έτους 1950 μέχρι του έτους 1973, ενώ από του έτους 1973 μέχρι σήμερα το κατέχει και το νέμεται η ενάγουσα με διάνοια κυρίας. Σύμφωνα μάλιστα και με την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, από του έτους 1950 ασκούνταν στο επίδικο συστηματικώς και αδιαλείπτως πράξεις νομής, τόσο από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας όσο και από την ίδια, όπως καλλιέργεια σιτηρών, κηπευτικών και οπωροφόρων δέντρων, αλλά και ανέγερση κατοικίας και διαμονή μόνιμη στο επίδικο της ενάγουσας και της οικογένειας της.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε όχλησε την ενάγουσα ή τους δικαιοπαρόχους της στην, κατά τα ανωτέρω, άσκηση της νομής τους στο επίδικο, αλλά ούτε άσκησε οιαδήποτε διακατοχική πράξη σ' αυτό. Τέτοια όχληση ή άσκηση οποιοσδήποτε διακατοχικής πράξεως στο επίδικο δεν επικαλείται ούτε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Παρά ταύτα, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. Δ.Κ. 2657/1974 απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου, το επίδικο ακίνητο κατελήφθη από το εναγόμενο. Μετά ταύτα, η ενάγουσα και οι λοιποί δικαιούχοι, με την υπ' αριθμ. 14636/24.1.1984 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθανασίου Κορδελλά, επέδωσαν την από 4.1.1984 αίτηση προς το Υπουργείο Οικονομικών (Γενική Δ/νση Φορολογίας Δημοσίων Κτημάτων Τμήμα Β'), στην οποία αναφέρονται όλες οι παραπάνω μεταβολές, από τις οποίες προκύπτει η κυριότητα και το έννομο συμφέρον των αιτούντων, ζήτησαν δε την απόδοση των μεριδίων τους και τη διαγραφή της κατάληψης από τα κτηματολογικά βιβλία.

Η αίτησή αυτή, η οποία ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34 ΑΝ. 1539/1938 έτυχε απάντησης από τη Δ/νση Δημοσίων Κτημάτων (Τμήμα Β') του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία με το υπ' αριθμ. πρωτ. Α 1215/83 της 27 Ιανουάριου 1984 έγγραφο της προς τη Νομαρχία Δωδ/σου (Οικον. Εφορία Δημ. Κτημάτων Ρόδου), ζήτησε τη διενέργεια έρευνας και την προσκόμιση εγγράφων, προκειμένου να αποφανθεί το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων, σύμφωνα με το άρθρο 34 ΑΝ 1539/1938.

Όμως, ουδέποτε εκδόθηκε απόφαση από το γνωμοδοτικό συμβούλιο όσον αφορά στην ανωτέρω αίτηση. Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήσεως του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκάνησου καταχωρήθηκε το επίδικο, με τη διάταξη 1737/9.2.2010, ως περιελθόν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω συμπληρώσεως δεκαετούς διαχειρίσεως από το Δημόσιο.

Έτσι, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο προέβη στην κατάληψη εκτός των άλλων και του προδιαληφθέντος εξ αδιαιρέτου ποσοστού (7/48) του επιδίκου, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις προς τούτο. Επομένως, το από 21.0.1974 πρωτόκολλο καταλήψεως του Δημοσίου που εκδόθηκε κατά την παραπάνω διαδικασία, δεν είναι νόμιμο.

Σύμφωνα δε με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, αν διοικητική αρχή εκδώσει πρωτόκολλο καταλήψεως ακινήτου χωρίς τούτο να προβλέπεται από το νόμο και επομένως άκυρο, ο προβάλλων επί του ακινήτου δικαίωμα κυριότητας έχει έννομο συμφέρον να εγείρει ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων αγωγή αναγνωρίσεως της ακυρότητας του πρωτοκόλλου.

Συνεπώς, η ενάγουσα προφανώς έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του επίμαχου πρωτοκόλλου λόγω της βλάβης που απειλείται, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο, συνέπεια της οποίας μάλιστα αποτελεί και η διαγραφή του ακύρου πρωτοκόλλου καταλήψεως από τα κτηματολογικά βιβλία.

Το έννομο αυτό συμφέρον, ειδικώς προκαλούμενο από την έκδοση του πρωτοκόλλου, δεν αναιρείται από το ότι εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 586/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) που δικαιώνει την ενάγουσα, καθόσον η εν λόγω απόφαση έχει προσωρινή ισχύ και δεν επηρεάζει την κυρία υπόθεση, κατ' άρθρ. 695 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, εφόσον πρόκειται για διαφορά προκαλούμενη από πράξη της διοικήσεως κινούμενη σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, η ένδικη αγωγή ανάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Ακολούθως, το εναγόμενο ισχυρίστηκε πρωτοδίκως και επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως ότι από το χρόνο σύνταξης του ως άνω πρωτοκόλλου κατάληψης παρήλθε χρόνος πέραν της δεκαετίας χωρίς η ενάγουσα να έχει επιτύχει απόδοση σ' αυτήν του επιδίκου ιδανικού μεριδίου του ακινήτου δια της διοικητικής ή δικαστικής οδού, και ως εκ τούτου σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 34 του ΑΝ. 1539/1938, το δικαίωμα κυριότητάς της επί του εν λόγω ιδανικού μεριδίου αποσβέστηκε και ότι η κυριότητα περιήλθε στο εναγόμενο.

Όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, προϋπόθεση για την κτήση κυριότητας ακινήτου από το Δημόσιο μετά την πάροδο δεκαετίας από την κατάληψή του, είναι η ιδιότητα τούτου ως πράγματι εγκαταλελειμμένου κατά το χρόνο της κατάληψης. Εάν τούτο δεν είχε πράγματι εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη του και παρά ταύτα καταλήφθηκε από το Δημόσιο ως εγκαταλελειμμένο, δεν περιέρχεται αυτό στην κυριότητα του Δημοσίου με την απλή παρέλευση της δεκαετίας από την κατάληψη, εφόσον ο ιδιοκτήτης αυτού εξακολουθούσε να νέμεται και κατέχει το ακίνητό του, όπως αποδείχθηκε ότι συμβαίνει και στην υπό κρίση περίπτωση" Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε:1) Ότι το επίδικο ακίνητο, κατά το χρόνο που εκδόθηκε εναντίον των αρχικών τιτλούχων α) Σ.

Χ. του Γ., β) Ε. Χ. του Γ. και γ) Φ. του Χ. Μ., χήρα Μ.Χ., το επίμαχο από 21/06/1974 πρωτόκολλο κατάληψης του επίδικου ακινήτου (αγρού), 4.094 τ.μ., που βρίσκεται στη νήσο Ρόδο, δεν ήταν εγκαταλελειμμένο. 2)'Οτι τούτο κατείχαν και διαχειριζόταν από τις αρχές του αιώνα οι εκάστοτε ιδιοκτήτες του, από το έτος δε 1950 έως το έτος 1973 κατείχε τούτο η Χ.

συζ. Χ. Α., ως καθολική διάδοχος, (συγ)κληρονόμος, της Σ. χήρας Μ. Τ., θυγατέρας της αρχικής 1ης τιτλούχου Σ. Χ. του Γ., έκτοτε δε, και καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας από την έκδοση του" πρωτοκόλλου κατάληψης, το κατείχε η ενάγουσα ως ειδική διάδοχος, (συγ)κυρία, αιτία πωλήσεως, δυνάμει του αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρόδου Αντωνίου Νεοφύτου, από τον αληθή, κατά το ποσοστό συγκυριότητας7/48 εξ αδιαιρέτου, (συγ)κύριο Α.

Τ. του Μ., γιο της ανωτέρω Σ. χήρας Μ. Τ., θυγατέρας της αρχικής 1ης τιτλούχου Σ. Χ. του Γ., ασκώντας εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής, όπως καλλιέργεια σιτηρών, κηπευτικών, οπωροφόρων δένδρων, αλλά και ανέγερση εντός αυτού οικίας στην οποία διέμενε με την οικογένειά της. 3) Ότι οι (καθολικοί και ειδικοί) διάδοχοι των αρχικών τιτλούχων, που είχαν εν των μεταξύ αποβιώσει, προέβησαν σε πράξεις νομής επί του επιδίκου, ήτοι σε έκδοση αποφάσεων που αναγνώριζαν το κληρονομικό τους δικαίωμα και ενέγραψαν αυτές στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου, και σε καταχώρηση των σχετικών μεταβιβαστικών της κυριότητας τίτλων (πωλητήρια συμβόλαια) στα κτηματολογικά βιβλία, μεταξύ των οποίων καταχωρήθηκε με την αριθμ. 625/1944 διάταξη και η συσταθείσα, από την αρχική τιτλούχο Σ.

Χ. του Γ. προίκα του κληρονομικού της μεριδίου, 3/8 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου, προς τη θυγατέρα της Σ. χήρα Μ. Τ.. 4) Ότι η ενάγουσα έγινε (συγ)κυρία στο επίδικο, κατά το διεκδικούμενο ποσοστό 7/48 εξ αδιαιρέτου, παραγώγως, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος στα κτηματολογικά βιβλία υπ'αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρόδου Αντωνίου Νεοφύτου, από τον αληθή, κατά το ως άνω ποσοστό συγκυριότητας, (συγ)κύριο Α.

Τ. του Μ. και πρωτοτύπως. 5) Ότι οι ανωτέρω α) Χ. συζ. Χ. Α., το γένος Μ. Τ. και β) Α. Τ. του Μ., (άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας) καταχωρήθηκαν στα κτηματολογικά βιβλία, δυνάμει της αριθμ. 219 /1980 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ως κληρονόμοι της ανωτέρω Σ.χήρας Μ. Τ., θυγατέρας της αρχικής τιτλούχου Σ.

Χ. του Γ. Κατόπιν τούτου το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έκρινε ότι δεν συνέτρεχε η ιδιότητα του επιδίκου ως εγκαταλελειμμένου, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης του επίμαχου πρωτοκόλλου κατάληψης, όσο και καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας μετά την έκδοσή του, καθόσον οι ιδιοκτήτες του δεν είχαν ποτέ εγκαταλείψει αυτό με τη θέληση να παραιτηθούν από το δικαίωμα κυριότητάς τους σε αυτό, και ότι συνεπώς λείπουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κτήση κυριότητας από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, του καταληφθέντος ακινήτου, δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την ένδικη αγωγή, αναγνώρισε την ενάγουσα (συγ)κυρία τούτου (επιδίκου) κατά το ως άνω ποσοστό (συν)κυριότητας (7/48), υποχρέωσε δε το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να της αποδώσει τούτο, κατά το ποσοστό αυτό συγκυριότητας, και αναγνώρισε ως άκυρο το επίμαχο από 21/06/1974 πρωτόκολλο κατάληψης του επιδίκου, επειδή δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες, για την έκδοσή του, προϋποθέσεις, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις αναφερόμενες στην προεκτεθείσα νομική σκέψη διατάξεις του άρθρου 34 του ΑΝ 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων" και 70 ΚΠολΔ, κατά τις βάσιμες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που διαλαμβάνονται στο αντίστοιχο μέρος του μοναδικού αναιρετικού λόγου, με τις οποίες αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιάσεις που αφορούν στο κύρος του επίμαχου πρωτοκόλλου κατάληψης, κατά το πέραν του ποσοστού (συγ)κυριότητας (7/48 εξ αδιαιρέτου) της ενάγουσας, συνίστανται δε στο ότι το Εφετείο έκρινε "εξ ολοκλήρου" άκυρο το άνω πρωτόκολλο, αν και δέχθηκε ότι η ενάγουσα είναι συγκυρία στο διεκδικούμενο ακίνητο κατά το ποσοστό (συγ)κυριότητας των 7/48 εξ αδιαιρέτου.

Επομένως, είναι βάσιμος ο λόγος αυτός, κατά το πιο πάνω μέρος του, καθόσον, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, προϋπόθεση του κύρους του εν λόγω πρωτοκόλλου είναι η αναγνώριση ή όχι ως εγκαταλελειμένου, κατά το χρόνο της εγκατάλειψης, με την έννοια που προεκτέθηκε, του επιδίκου, με την άσκηση σχετικής αγωγής από τους έχοντες έννομο συμφέρον ιδιοκτήτες του, στην κρινόμενη δε περίπτωση, ενόψει του ότι η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη, με βάση τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που δεν πλήττονται με αναιρετικό λόγο, είναι (συγ)κυρία του επιδίκου κατά το πιο πάνω ποσοστό, των 7/48 εξ αδιαιρέτου, μόνο, κατά το ποσοστό αυτό έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας του ένδικου πρωτοκόλλου κατάληψης, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάσεων, που διαλαμβάνονται στον ίδιο λόγο.

Κατόπιν τούτου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο, της αναγνώρισης, δηλαδή, ως ακύρου του ένδικου πρωτόκολλου κατάληψης. Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί, κατά το μέρος της αυτό, από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδάφ.

α' ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η, κατά το περιεχόμενο, διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 1630/2018, ΑΠ 1444/2018, ΑΠ 358/2017).

Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη κατ'ουσίαν η άνω έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη 7/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο της αναγνώρισης ως ακύρου του ένδικου πρωτόκολλου κατάληψης και η περί δικαστικών εξόδων διάταξή της και, αφού δικασθεί κατά τούτο η υπόθεση (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρο, κατά το ποσοστό των 7/48 εξ αδιαιρέτου το από 21/06/1974 πρωτόκολλο κατάληψης του Ελληνικού Δημοσίου, επί του αναφερόμενου στο διατακτικό ακινήτου, να συμψηφιστούν δε τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, στο σύνολό τους, αφενός των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (1ου και 2ου) λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων, κατ' άρθρ. 22 παρ. 2 εδάφ.

β' ν. 3693/1957 και 178 ΚΠολΔ, (AΠ 1630/2018), και αφετέρου της παρούσας, αναιρετικής δίκης, καθόσον η ερμηνεία των εφαρμοσθεισών διατάξεων ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179, 183 ΚΠολΔ, ΑΠ Ολ. 2/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθμ. 62/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο, ήτοι κατά το κεφάλαιο της αναγνώρισης ως ακύρου του ένδικου από 21/06/12974 πρωτοκόλλου κατάληψης του Ελληνικού Δημοσίου.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.

Δέχεται κατ' ουσίαν την από 03-04-2015 έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.

Εξαφανίζει την αριθμ. 7/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, κατά το πιο πάνω κεφάλαιο της και την περί δικαστικών εξόδων διάταξή της.

Αναγνωρίζει ως άκυρο το άνω από 21/06/12974 πρωτόκολλο κατάληψης του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το ποσοστό των 7/48 εξ αδιαιρέτου, του ακινήτου (αγρού), εκτάσεως 4.094 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ... - Ρόδου, με κτηματολογικά στοιχεία τόμος 3, φύλλο 8, φάκελος 125, μερίδα 94 γαιών ... - Ρόδου. Και Διατάσσει τη διαγραφή του άνω πρωτοκόλλου από τα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου, κατά το ποσοστό αυτό (7/48 εξ αδιαιρέτου).

Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων του πρώτου και δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ