1744/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1744/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 914 και 932 A.K., προκύπτει ότι δικαιούχος αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία αδικοπραξίας είναι εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα ή υπέστη ηθική βλάβη από αυτήν, δηλαδή εκείνος που προσεβλήθη άμεσα από αυτήν στα δικαιώματα ή τα έννομα συμφέροντά του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1744 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1744/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Γεώργιο Κοντό και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γ. το γένος Θ. Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Βαρδάκου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Τ. του Α. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σκαρίπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7015/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6410/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-10-2010 αίτησή της και τους από 17-7-2013 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 11-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η ήδη αναιρεσείουσα, με την ένδικη αγωγή της ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος, πρώην σύζυγος της, την 5-10-2001, ενεργώντας από κοινού με άγνωστη γυναίκα, επέτυχε, πλαστογραφώντας την υπογραφή αυτής, ενώπιον υπαλλήλου της Πρεσβείας των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα, να εκποιήσει , εν αγνοία της και παρά την αντίθετη βούληση της, το ανήκον σ' αυτήν 1/2 εξ αδιαιρέτου ακινήτου συνιδιοκτησίας των, κειμένου στις Η.Π.Α., ιδιοποιούμενος παρανόμως το αντίστοιχο μέρος του τιμήματος, ανερχόμενο στο ποσό των 232.815 ευρώ και αποκομίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας της. Εζήτησε δ' ακολούθως με την αγωγή, μετά τον περιορισμό τον αιτήματος αυτής από καταψηφιστικού σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει σ' αυτήν το ανωτέρου χρηματικό ποσό που συνιστά την περιουσιακή της ζημία καθώς επίσης και το χρηματικό ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της για την ηθική βλάβη που υπέστη από την εις βάρος της, αδικοπραξία, με τον νόμιμο τόκο, από της επιδόσεως της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκδοθείσα απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η ασκηθείσα δε από την ενάγουσα έφεση απερρίφθη με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση επίσης ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 914 και 932 A.K., προκύπτει ότι δικαιούχος αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία αδικοπραξίας είναι εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα ή υπέστη ηθική βλάβη από αυτήν, δηλαδή εκείνος που προσεβλήθη άμεσα από αυτήν στα δικαιώματα ή τα έννομα συμφέροντά του.
Ειδικότερα από το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 216 Π.Κ.. άμεσα ζημιούμενος και δικαιούμενος να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι εκείνος που μπορεί να υποστεί ή υπέστη τις παραγόμενες από το πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο έννομες συνέπειες και τέτοιος είναι πρωτίστως αυτός του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή αλλοιώθηκε το γραπτό κείμενο, αλλά και οιοσδήποτε άλλος ζημιώνεται από τη χρήση τούτου (Α.Π. 534/20Ί3, 1537/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998, 1756/2011). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δίκαιον κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία (ανελέγκτως) εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. (ΑΠ 43/2013, 335/2012). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.ΠοΛ.Δ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει τον πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δίκαιον, τον οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να.
μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "0ι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο...στις 21-8-1981, από τον οποίο απέκτησαν δύο ...τέκνα...που είναι, ήδη, ενήλικα. Μετά τον γάμο τους, εγκαταστάθηκαν ... στην πόλη ... της πολιτείας της Καλιφόρνιας των ΗΠΑ... μέχρι τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1989, οπότε και μετακόμισαν στην...πόλη .... Εκεί, παρέμειναν, μέχρι τον μήνα Οκτώβριο του έτους 1991, οπότε και επέστρεψαν στην Ελλάδα. Το έτος 2000, η έγγαμη συμβίωση τους διακόπηκε, και από το έτος 2003, ο γάμος τους έχει λυθεί... με την ... 7185/2003 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στις 16-8-1989, ο εναγόμενος προέβη σε αγορά ενός ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στην πόλη ... της πολιτείας της Καλιφόρνια.... Το ακίνητο αυτό, έχει έκταση Ι και 1/2 στρέμματα περίπου... Σ' αυτό, υπάρχει μια διώροφη οικοδομή...
Στις 2-12-1991, ο εναγόμενος μεταβίβασε το ακίνητο αυτό, λόγω δωρεάς, στους Χ. και Γ. Λ., προφανώς, όμως, για φορολογικούς λόγους, οι οποίοι και την αποδέχτηκαν.... Οι διάδικοι, διατηρούσαν φιλικές σχέσεις, με το ζεύγος αυτό, που διατηρήθηκαν και μετά την επιστροφή των διαδίκων στην Ελλάδα. Το έτος 1994, το ακίνητο μεταβιβάστηκε και στους δύο διαδίκους, εξ αδιαιρέτου, λόγω δωρεάς από το ζεύγος Λ. ...
Όπως αποδείχτηκε μεταγενέστερα, η μεταβίβαση αυτή έπασχε από νομικό ελάττωμα και, για τον λόγο αυτό, κατά το έτος 2001, ο Χ. Λ., ο οποίος διαχειριζόταν, κατά την απουσία τους. την περιουσία των διαδίκων στις ΗΠΑ, τους ενημέρωσε, ότι, προκειμένου να καταστεί δυνατή η περαιτέρω μεταβίβαση του ακινήτου, αυτό έπρεπε να μεταβιβασθεί εκ νέου στο ζεύγος Λ..
Τους απέστειλε, μάλιστα, και υπόδειγμα του σχετικού εγγράφου και τους ενημέρωσε ότι. τέτοια πράξη καλό θα ήταν να γίνει το συντομότερο, ενώπιον συμβολαιογράφου των ΗΠΑ που βρίσκεται σε προξενείο ή πρεσβεία της χώρας αυτής. Στις 5-10-2001. οι διάδικοι αν και βρίσκονταν σε διάσταση, συμφώνησαν, για την ανάγκη της υπογραφής της πράξης μεταβίβασης και μετέβησαν στην πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα, μαζί με τον Αλέξανδρο, το μεγαλύτερο τέκνο τους, όπου και συνυπέγραψαν την πράξη μεταβίβασης του ακινήτου, στο ζεύγος Λ..
Κατά τον χρόνο αυτό. το ακίνητο κινδύνευε να εκπλειστηριαστεί, με αναγκαστική εκποίηση και αυτός ήταν ο λόγος που οι διάδικοι συμφώνησαν, να υπογράψουν, από κοινού, την πράξη μεταβίβασης. Μετά την μεταβίβαση, οι δωρεοδόχοι, ως αποκλειστικοί κύριοι του ακινήτου, στις 5-11-2001. το πώλησαν έναντι τιμήματος 420.000 δολαρίων ΗΠΑ, στους Μ.
και Τ. Ν.....Ο ισχυρισμός της ενάγουσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που αφορά, όμως, σε όλους τους λόγους της έφεσης, ότι, δηλαδή, ουδέποτε εμφανίσθηκε η ίδια στην πρεσβεία των ΗΠΑ και ότι ουδέποτε υπέγραψε το επίδικο έγγραφο, αλλά, ότι ο εναγόμενος, εξαπατώντας τους υπαλλήλους της πρεσβείας, εμφάνισε ά)λη γυναίκα, που παρέστησε ψευδώς, ότι είναι η αιτούσα και πλαστογραφώντας την υπογραφή της, παρέστησε, ότι είναι η Γ.
Ι., ορθά απορρίφτηκε..... Η ενάγουσα προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών της. προσκόμισε την από 27-1-2004 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε, κατόπιν εντολής της, η δικηγόρος -δικαστική γραφολόγος Μ. - Μ. Κ. (και η οποία...κατ' άρθρο 390 του Κ.Πολ.Α. εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο...), σύμφωνα με την οποία η υπογραφή της ενάγουσας στην από 5-10-2001 πράξη παραχώρησης είναι πλαστή, τούτο, όμως, δεν αναιρεί το συμπέρασμα, ότι η επίδικη υπογραφή έχει όντως τεθεί από την ενάγουσα, για τους λόγους, που ήδη, αναλυτικά, προπαρατέθηκαν.....
Περαιτέρω, δεν αποδείχτηκε, ότι ο εναγόμενος ζημίωσε παράνομα και υπαίτια την ενάγουσα, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας, αντίστοιχα, την περιουσία της...Απορριπτέος είναι και ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης έφεσης που αφορά την έλλειψη, δήθεν, της ανάγλυφης σφραγίδας των Η.Π.Α στην επικύρωση του επίδικου εγγράφου, αφού η αναγκαιότητα της δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο.
Επίσης, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα διενεργείας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης (368 επόμ. Κ.Πολ.Δικ.) που υποβάλει η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της από 2-2-2008 έφεσης της και με τις προτάσεις αυτής της συζήτησης, καθόσον αφενός μεν, όπως προαναφέρθηκε, έχει ήδη διενεργηθεί η από 27-1-2004 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και γνωμοδότηση της ειδικής γραφολόγου Μ. -Μ.
Κ. η οποία εκτιμάται ελεύθερα και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, το δικαστήριο μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση...Για τον ίδιο λόγο, πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα της εκκαλούσας που υποβάλλει με το δικόγραφο της έφεσης της περί ανάγκης, δηλαδή, εφαρμογής του άρθρου 245 Κ.Πολ.Δικ. καθώς και την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων και των νομίμων αντιπροσώπων τους στο ακροατήριο, για την υποβολή ερωτήσεων και τη παροχή διασαφήσεων, σχετικών με την υπόθεση...
Άρα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια, ορθά εφάρμοσε το νόμο κι εκτίμησε τις αποδείξεις και τα, για το αντίθετο, υποστηριζόμενα στην κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Κατά συνέπεια, η από 2-2-2008 έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη στην ουσία της...".
Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του Α.Κ. τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, καθόσον, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του, δεν στοιχειοθετείται η δια της αγωγής αποδιδομένη στον αναιρεσίβλητο αδικοπραξία εις βάρος της αναιρεσειούσης και συνεπώς δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων τούτων.
Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ,Δ., αιτίαση λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προδιαληφθεισών διατάξεων των άρθρων 914 και 932 Α.Κ, τυγχάνει αβάσιμος. Εξάλλου ο αυτός λόγος αναιρέσεως κατά τις αιτιάσεις του περί παραβιάσεως των προειρημένων ουσιαστικών διατάξεων συντελεσθείσης δια της μη προσηκούσης εκτιμήσεως της προσκομισθείσης από την αναιρεσείουσα εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και της απορρίψεως του αιτήματος αυτής περί διενεργείας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, τυγχάνει απαράδεκτος.
Τούτο δε διότι η μεν εκτίμηση από το Εφετείο της εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, ως αποδεικτικού εγγράφου, που προσεκομίσθη ενώπιον του από την αναιρεσείουσα, δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ,Δ., σε αναιρετικό έλεγχο, η δε διάταξη γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης για το υπό έρευνα ζήτημα της πλαστογραφίας εναπόκειται ωσαύτως στην κυριαρχική και μη αναιρετικώς ελεγχομένη κρίση του Εφετείου (αρθρ. 368 Κ.Πολ.Δ.), αφού, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, αλλά και από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν υπάρχει παραδοχή αυτού ότι για το συγκεκριμένο ζήτημα απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του. δεν εστέρησε την προσβαλλομένη απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 305 αριθμ. 4 και 340 εδ. β' του Κ.Πολ,Α. αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προειρημένων ουσιαστικών διατάξεων. Τούτο δε διότι αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή δεν συνετελέσθη η αποδιδομένη στον αναιρεσίβλητο αδικοπραξία (πλαστογραφία) σε βάρος της αναιρεσειούσης, δεδομένου ότι η ιδία ενεφανίσθη ενώπιον της πρεσβείας των Η.Π.Α. και συνυπέγραψε από κοινού με τον αναιρεσίβλητο, εν διαστάσει τότε σύζυγο της, την επίμαχη πράξη μεταβιβάσεως του ακινήτου αυτών. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, δεύτερος κύριος και αντίστοιχος πρόσθετος, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναγόμενες σε ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα αιτιολογιών περί ζητημάτων μη ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως των διαδίκων περί μεταβιβάσεως του ακινήτου των , τυγχάνουν αβάσιμοι.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε Θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη νια τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (Α.Π.1131/2007, 120/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αιτήσεώς της, μέμφεται το Εφετείο ότι δέχθηκε ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι η, κατά το έτος 1994 μεταβίβαση του ακινήτου λόγω δωρεάς από το ζεύγος Λ. στους διαδίκους, έπασχε από νομικό ελάττωμα, που καθιστούσε αναγκαία την αναμεταβίβαση αυτού στο ζεύγος Λ., χωρίς να διατάξει απόδειξη περί του ισχυρισμού αυτού και να ζητήσει την προσκομιδή του δικαίου της Πολιτείας της Καλιφόρνιας των Η.
Π.Α. για να κριθεί, σύμφωνα με το δίκαιο αυτό, η συνδρομή ή μη του συγκεκριμένου νομικού ελαττώματος. Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, διότι η αποδιδομένη στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια δεν αφορά "πράγματα" ισχυρισμούς δηλαδή που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά το περιεχόμενο διατάξεων αλλοδαπού δικαίου, το οποίο το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 337 του Κ.Πολ,Δ., λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη, η διάταξη της οποίας εναπόκειται στην διακριτική του ευχέρεια.
Επειδή, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.ΠολΑ. (Ολ.Α.Π. 2/2008). Ο λόγος δεν στοιχειοθετείται αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσεκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (ΑΠ 109/2012, 1573/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο κύριο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμο έγγραφο και δη το από 31-1-2008 επίσημο έγγραφο της πρεσβείας των ΗΠΑ, σύμφωνα, με το οποίο κατά την διαδικασία της επικυρώσεως εγγράφων από το αμερικανικό προξενείο, ο πρόξενος θέτει την υπογραφή του και την ανάγλυφη σφραγίδα της Πρεσβείας.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος διότι, όπως σαφώς προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδεικτικών μεσούν και το φερόμενο ως αγνοηθέν, ως άνω, έγγραφο. Τούτο δε πέραν από την γενική αναφορά, του στην απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα νομίμως προσκομισθέντα παρά των διαδίκων έγγραφα, συνάγεται αναμφιβόλως και από την αιτιολογία του που αφορά τον συναφή πέμπτο λόγο εφέσεως, όπου και μνημονεύει ειδικώς την ανάγλυφη σφραγίδα της πρεσβείας με την αναφορά ότι αυτή δεν ήταν αναγκαία για την επικύρωση τον επιδίκου εγγράφου.
Η παραδοχή δε αυτή του Εφετείου επιβεβαιώνεται και εκ του περιεχομένου της ενδίκου αγωγής, η οποία θεμελιώνεται στην νομότυπη σύνταξη και επικύρωση του περί ου ο λόγος εγγράφου φερομένου ως πλαστού κατά την υπογραφή της αναιρεσειούσης), δυνάμει τον οποίου και έλαβε χώρα η επίμαχη μεταβίβαση του ακινήτου των διαδίκων.
Τέλος, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την αυτή ως άνω αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ..Λ., υπό την έννοια ότι δεν έλαβε υπόψη τις από 25-2-2002 προτάσεις του αναιρεσιβλήτου σε άλλη μεταξύ των δίκη ενώπιον τον Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την, στην αυτή δίκη, προσκομισθείσα εκ μέρους του από 13-2-2002 ένορκη βεβαίωση του δωρεοδόχου στην επίδικη μεταβίβαση Χένρι Λ..
Και ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι από την προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα από την προρρηθείσα αναφορά της ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα νομίμως προσκομισθέντα παρά των διαδίκων έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση, όπως διαμορφώθηκε με το δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-10-2010 αίτηση της Γ. Θ.Ι. και τους από 17-7-2013 προσθέτους λόγους αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6410/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ