1744/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου – Τρόπος κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Απόρριψη αγωγής ως αόριστης κατά παραδοχή σχετικού λόγου αναίρεσης από 8α και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Legislator headnote
AI generated1744/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 983 Α.Κ., η νομή του ακινήτου, εφόσον ανήκε στον κληρονομούμενο, περιέρχεται στους κληρονόμους του με και από το θάνατο του κληρονομουμένου. Τέλος, κατά το άρθρο 216§1 β Κ.Πολ.Δ., το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου.
Full text
Απόφαση 1744 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου – Τρόπος κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Απόρριψη αγωγής ως αόριστης κατά παραδοχή σχετικού λόγου αναίρεσης από 8α και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Αριθμός 1744/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Α. Φ. του Μ., κατοίκου ..., 3) Γ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 4) Π. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 5) Ε. Β. του Κ., κατοίκου ..., 6) Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 7) Γ. Μ. συζ. Γ., το γένος Ι. Μ., ... και 8) Π. Φ. του Φ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Μυλωνά, ο οποίος ανακάλεσε την από 14/9/2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Γ. - Β., κατοίκου ..., 2) Μ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 3) Α. Γ. του Α., κατοίκου ..., 4) Α. Τ. του Η., κατοίκου ..., 5) Σ. Τ. του Π., 6) Σ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 7) Β. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 8) Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., και 9) Χ. Τ. του Α., κατοίκου ... . Η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ηλιόπουλο, οι 2η, 3ος, 6η, 7η, 8η, και 9η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και οι 4η και 5η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/5/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13461/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 1867/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/2/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 10/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τρίτου και τετάρτου μέρος δεύτερο και τρίτο λόγων αναίρεσης και τη απόρριψη των υπολοίπων λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις 3556/26-3-2012 ως 3557/26-3-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., τις οποίες προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες προκύπτει ότι οι απολειπόμενες τετάρτη και πέμπτη αναιρεσίβλητες κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αφού ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας και κλήση για συζήτηση επιδόθηκε σε κάθε μια απ' αυτές.
Επομένως παρά την απουσία τους πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήσαν και αυτές παρούσες. Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτή, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 1045 Α.Κ., για τη κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).
Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλου ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.
Τις υλικές αυτές πράξεις πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του ο ενάγων, που επικαλείται τη χρησικτησία και εφ' όσον αμφισβητούνται αποδεικνύονται απ' αυτόν και δεν αρκεί η αναφορά ότι ο ενάγων νεμόταν το ακίνητο χωρίς την επίκληση των υλικών πράξεων που ενήργησε στο ακίνητο. Η μη αναφορά των πράξεων αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 983 Α.Κ., η νομή του ακινήτου, εφόσον ανήκε στον κληρονομούμενο, περιέρχεται στους κληρονόμους του με και από το θάνατο του κληρονομουμένου. Τέλος, κατά το άρθρο 216§1 β Κ.Πολ.Δ., το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου.
Διαφορετικά η αγωγή απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της. Στην περίπτωση που η διεκδικητική (ή αναγνωριστική) κυριότητας ακινήτου αγωγή θεμελιώνεται σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία πρέπει ο ενάγων να επικαλεστεί τα περιστατικά που απαιτούνται για την κτήση αυτή δηλ.
συνεχή νομή επί εικοσαετία με δυνατότητα συνυπολογισμού της νομής του καθολικού ή ειδικού διαδόχου του με αναφορά των κατ' ιδία πράξεων νομής.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί το Εφετείο έκρινε την αγωγή ορισμένη ως προς τον επικαλούμενο από τους ενάγοντες μοναδικό τρόπο κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά το χρόνο που αυτοί βρίσκονταν στη νομή του επιδίκου και οι δικαιοπάροχοι της πρώτης έως εβδόμης εξ αυτών, χωρίς να γίνεται αναφορά στην αγωγή υλικών πράξεων νομής που αυτοί και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι τους άσκησαν στο επίδικο κατά τον επικαλούμενο χρόνο της δικής τους χρησικτησίας, στην οποία προσμετρούν και το χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων τους.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 11/5/2007 αγωγής τους, όπως αυτή παραδεκτά διευκρινίστηκε με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι είναι συγκύριοι, συνομείς και συγκάτοχοι ενός ακινήτου-αγροτεμαχίου, εμβαδού 8.102,87 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Κουρουτζίκ" ή "Τσιλάκ Βουνό" της κτηματικής περιοχής Λητής Θεσσαλονίκης και συνορεύει βορειοδυτικά με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας εναγομένων (πρώην Α.
Χ.), και με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Κ. Κ., σε τοξοειδή πλευρά συνολικού μήκους 123,93 γ.μ., βορειοανατολικά με αγροτικό δρόμο σε τεθλασμένη πλευρά συνολικού μήκους 110,59 γ.μ. και νότια με αγροτεμάχιο κληρονόμων Α. Γ. σε πλευρά 59,94 γ.μ. και με αγροτεμάχιο κληρονόμων Μ. σε πλευρά 73,86 γ.μ. Ότι το ακίνητο αυτό ανήκε στην κυριότητα της απώτερης δικαιοπαρόχου τους Σ.
χας Α. Τ. το γένος Χ. Γ., με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον νεμόταν και κατείχε αυτό με διάνοια κυρίας συνεχώς από το έτος 1920 μέχρι και το θάνατο της το έτος 1970, και συγκεκριμένα το καλλιεργούσε με δημητριακά χωρίς αμφισβήτηση από κανέναν και έτσι απέκτησε την κυριότητα τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βρδ όσο και κατά τις διατάξεις του Α.Κ.
Ότι μετά το θάνατο της ανωτέρω δικαιοπαρόχου τους το έτος 1970, το παραπάνω αγροτεμάχιο περιήλθε στα πέντε παιδιά της, μοναδικούς εξ' αδιαθέτου κληρονόμους της, ήτοι στους Α. Τ., Π. Τ., Α. Τ., Β. Τ. (δη ενάγουσα) και Χ. Τ. (9η ενάγουσα), κατά ποσοστό 1/5 ή 12/60 εξ' αδιαιρέτου στον καθένα, οι οποίοι υπεισήλθαν ως κληρονόμοι της νομέως-μητέρας τους, στη νομή του επιδίκου ακίνητου κατά τα ως άνω ιδανικά τους μερίδια και συνέχισαν να νέμονται αυτό μέχρι και το θάνατο τους οι τρεις πρώτοι και μέχρι σήμερα οι λοιπές (8η και 9η των εναγόντων).
Ότι από τους παραπάνω κληρονόμους της αρχικής νομέως Σ. Τ. το γένος Γ.: Α) Η Α. Τ. χα Α. Γ. πέθανε στις 20-1-2000 και κληρονομήθηκε κατά την ως άνω ιδανική της μερίδα του 1/5 ή 12/60 εξ' αδιαιρέτου, από τους μοναδικούς εξ' αδιαθέτου, κληρονόμους της, ήτοι τα τέκνα της Σ. Γ., Μ. Γ. και Α. Γ. (1η, 2η και 3ο των εναγόντων), που υπεισήλθαν στη νομή του εν λόγω ακινήτου ως κληρονόμοι και συνέχισαν να νέμονται αυτό κατά ποσοστό 4/60 εξ' αδιαιρέτου ο καθένας.
Β) Ο Π. Τ. πέθανε στις 28-1-2007 και κληρονομήθηκε κατά την ως άνω ιδανική του μερίδα του 1/5 ή 12/60 εξ' αδιαιρέτου, από τους μοναδικούς εξ' αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι τη σύζυγο του Α. το γένος Η. Τ. και το τέκνο του Σ. Τ. (4η και 5η των εναγόντων), που υπεισήλθαν στη νομή του εν λόγω ακινήτου ως κληρονόμοι και συνέχισαν να νέμονται αυτό κατά ποσοστό 3/60 και 9/60 εξ' αδιαιρέτου αντίστοιχα και Γ) Η Α.
Τ. συζ. Μ., πέθανε στις 5-1-1896, και κληρονομήθηκε κατά την ως άνω ιδανική της μερίδα του 1/5 ή 12/60 εξ' αδιαιρέτου, από τους μοναδικούς εξ' αδιαθέτου κληρονόμους της, ήτοι τα τέκνα της Σ. Μ. και Β. Μ. (6η και 7η των εναγόντων), που υπεισήλθαν στη νομή του εν λόγω ακινήτου ως κληρονόμοι και συνέχισαν να νέμονται αυτό κατά ποσοστό 6/60 εξ' αδιαιρέτου η κάθε μία.
Ότι σύμφωνα με τις ανωτέρω εξ' αδιαθέτου κληρονομικές διαδοχές η εξ' αδιαιρέτου μερίδα του κάθε ενάγοντα επί του ως άνω ακινήτου διαμορφώθηκε σε 4/60 για καθένα από τους 1η, 2η και 3ο των εναγόντων, σε 3/60 για την 4η, σε 9/60 για την 5η, σε 6/60 για κάθε μία των 6ης και 7ης και σε 12/60 για κάθε μία από τις 8η και 9η των εναγόντων.
Ότι έτσι αυτοί έγιναν συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στο χρόνο νομής χρησικτησίας τους και αυτόν των δικαιοπαρόχων τους (άμεσων και απώτερων) και ότι οι εναγόμενοι, αγοραστές της ιδιοκτησίας που εφάπτεται στο βορειοδυτικό όριο της δικής τους, αμφισβητούν την κυριότητα τους.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν οι ενάγοντες να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της συγκυριότητας τους επί του επιδίκου ακινήτου. Επομένως, αφού στην αγωγή δεν γίνεται αναφορά υλικών πράξεων νομής των εναγόντων και των ως άνω αμέσων δικαιοπαρόχων τους, η αγωγή ήταν αόριστη και το Εφετείο κρίνοντας την αγωγή ορισμένη υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθ. 8α και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
και ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης του οποίου η σχετική πλημμέλεια προτάθηκε στο Εφετείο, είναι βάσιμος και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 580§3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12§4 του ν. 4055/2012, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην προκειμένη περίπτωση, εφ' όσον κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του επιδίκου ακινήτου κρίθηκε ως αόριστη και εντεύθεν απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης γι' αυτό επιβάλλεται η παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και η απόρριψη της από τον Άρειο Πάγο ως αόριστης και για το λόγο αυτό απαράδεκτη. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων όλων των βαθμών δικαιοδοσία (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1867/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Εξαφανίζει την 13461/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει την από 11-5-2007 και με αριθμό κατάθεσης 22202/2007 ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων όλων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ