Legislator Case Law & Legislation
1744/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal rejecting inadmissible evidence and unauthenticated documents as judicial presumptions.

Case Number 1744/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding inheritance and property disputes. The appellant argued that the lower court improperly admitted unauthenticated tax declarations and a witness testimony given after oath-taking, violating procedural rules. The court ruled that the lower court correctly treated the unauthenticated documents as judicial presumptions under mandatory law and that the witness's late testimony was inadmissible, thereby upholding the original judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1710, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 of the Civil Code; Article 983 of the Civil Code; Articles 974, 1041, 1042, 1045 of the Civil Code; Article 270(2)(b) of the Code of Civil Procedure; Article 524(1) of the Code of Civil Procedure; Article 432 of the Code of Civil Procedure; Articles 336(3) and 339 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11)(a) of the Code of Civil Procedure: Unauthenticated documents and evidence submitted after oath-taking are inadmissible or must be treated as judicial presumptions depending on statutory requirements, and appeals based on their improper admission are unfounded.

Keywords

AI generated
inheritance succession unauthenticated documents judicial presumption admissibility evidence witness oath testimony Code of Civil Procedure property ownership

Cited Legislation

AI generated
Articles 1710(1), 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 of the Civil Code
Article 983 of the Civil Code
Articles 974, 1041, 1042, 1045 of the Civil Code
Article 270(2)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 524(1) of the Code of Civil Procedure
Article 432 of the Code of Civil Procedure
Articles 336(3) and 339 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(a) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1602/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1744 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1744/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αντωνόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... του Ν1, 2. ... του γένος Ν1 και 3. ... του Ν1, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Μπουρμπούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 113/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 666/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-9-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 28-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή νόμιμης μοίρας) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης, κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχτεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του και υπό την περαιτέρω βέβαια προϋπόθεση ότι ο κληρονομούμενος ήταν κύριος των κληρονομιαίων ακινήτων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 983 ΑΚ, η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα. Προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση αυτήν είναι αφενός η κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου νομή του πράγματος εκ μέρους αυτού και αφετέρου η κατά τον ίδιο χρόνο στο πρόσωπο του διαδόχου στη νομή ύπαρξη της ιδιότητας του αληθούς κληρονόμου, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042 και 1045 του ΑΚ η κυριότητα ακινήτου αποκτάται και πρωτοτύπως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, για την κλήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται νόμιμος τίτλος, μεταγραφή αυτού και νομή επί 10ετία με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με έκτακτη δε χρησικτησία απαιτείται νομή επί 20ετία με διάνοια κυρίου, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 980, 981, 984 επ. και 994 ΑΚ συνάγεται, ότι ο συννομέας δεν μπορεί να επικαλεστεί απέναντι στους λοιπούς συννομείς κτήση κυριότητας του κοινού με χρησικτησία πριν από τη γνωστοποίηση σ' αυτούς της απόφασής του να νέμεται το κοινό αποκλειστικά στο όνομά του (Ολ ΑΠ 485/1982).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, αναφορικά με την ύπαρξη συγκυριότητας στο επίδικο ακίνητο των διαδίκων, τα ακόλουθα: Το επίδικο είναι ένα οικόπεδο ευρισκόμενο στη θέση "..." του οικισμού ..., εμβαδού 308 τ.μ., εντός του οποίου υπήρχε μέχρι το 2000 παλαιά οικία εμβαδού 100 τ.μ.

περίπου. Συνομμείς του επιδίκου ήταν αρχικά (από το 1945), όπως δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, οι αδελφοί N1, N2 και N3 και ο εξάδελφος τους Ξ1 κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, οι οποίοι κατέστησαν συγκύριοι αυτού κατά το ίδιο ποσοστό με την συννομή του για διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας (από το 1945).

Το έτος 1978 με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Ληξουρίου ο Ξ1 φέρεται ότι μεταβίβασε το (1/4) εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητάς του επί του επιδίκου στο N2 (πατέρα του εναγομένου). Την 13-9-1979 όμως οι τρεις αδελφοί και αποκλειστικοί συννομείς πλέον του επιδίκου Ν1 (πατέρας των εναγόντων), N2 (πατέρας του εναγομένου) και N3, με ιδιωτικό συμφωνητικό που υπέγραψαν, το οποίο θεωρήθηκε για το γνήσιο των υπογραφών τους από τον τότε Πρόεδρο της Κοινότητας ...και του οποίου η γνησιότητα δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, συμφώνησαν να συννέμονται το ως άνω ποσοστό συγκυριότητας επί του επιδίκου, που απέκτησε με το παραπάνω συμβόλαιο ο εξ αυτών N2 από τον ανωτέρω εξάδελφό τους Ξ1.

Έτσι έκτοτε συννομείς του επιδίκου ήταν οι τρείς ως άνω αδελφοί κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, μέχρι το 1985, που ο N3 μεταβίβασε ατύπως το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της συννομής του (1/3) στους άλλους δύο αδελφούς του N1 και Ν2 και με τον τρόπο αυτό οι τελευταίοι κατέστησαν συννομείς του επιδίκου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Στο επίδικο μέχρι το 1953, που λόγω των σεισμών κατερειπώθηκε η ευρισκόμενη εντός αυτού οικία, διέμενε ο N3. Και μετά τους σεισμούς και μέχρι το θάνατό του, το 1988, ο N3 νεμόταν το επίδικο για λογαριασμό και των άλλων αδελφών, οι οποίοι έλειπαν από το νησί, κυρίως φροντίζοντας για τον καθαρισμό του και επιβλέποντας τα όριά του.

Το γεγονός ότι τα τρία αδέλφια (N1, N2 και N3) ήταν μέχρι τουλάχιστον το 1980 συννομείς του επιδίκου δεν το αρνήθηκε ειδικώς ούτε ο εναγόμενος, ο οποίος το πρώτον με την προσθήκη των προτάσεών του στην παρούσα δίκη ισχυρίζεται, απαραδέκτως, ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας του νεμόταν το επίδικο από το 1950. Η συννομή των τριών αδελφών μέχρι τουλάχιστον το 1980 αποδεικνύεται σαφώς και από την κατάθεση και αυτής της μάρτυρα ανταποδείξεως - συζύγου του εναγομένου, η οποία μεταξύ άλλων κατέθεσε.....

Αλλά και μετά το 1980 δεν αποδεικνύεται ότι ο δικαιοπάροχος του εναγομένου νεμόταν για δικό του λογαριασμό το επίδικο και ότι είχε γνωστοποιήσει την πρόθεσή του αυτή στους λοιπούς συννομείς. Τούτο καταφαίνεται πάλιν από την κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρα, η οποία ενώ κατέθεσε περί γνωστοποιήσεως της προθέσεως αυτής του πεθερού της N2 στους άλλους συννομείς το 1980, στην ερώτηση "Η γνωστοποίηση αυτή πού έγινε, ξέρετε εσείς;" αυτή απάντησε: "Όχι δεν ξέρω, πού να ξέρω".

Κατά συνέπεια μέχρι το θάνατο του Ν2 (δικαιοπαρόχου του εναγομένου) δεν συνέτρεξε αποκλειστική νομή αυτού επί του επιδίκου και ως τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για κληρονομιά τέτοιας νομής από τον εναγόμενο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην υπ' αριθμ. ... αποδοχή της κληρονομιάς του πατέρα του (της Συμβ/φου Ιλίου Μαγδαληνής Μάντζα) ο εναγόμενος επικαλείται σαν τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου (και των άλλων κληρονομιαίων ακινήτων), από τον κληρονομούμενο πατέρα του, την άτυπη δωρεά από την μητέρα του το έτος 1938 και την αποκλειστική έκτοτε νομή του επιδίκου (έκτακτη χρησικτησία).

Το γεγονός αυτό, που είναι ανακριβές, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, δεν το επικαλείται στην παρούσα δίκη, το εξέθεσε δε στην ως άνω αποδοχή προφανώς στην προσπάθεια του να δημιουργήσει τίτλο ιδιοκτησίας αποδεσμευμένο από την συννομή των αδελφών N1 επί του επιδίκου, επειδή ήδη είχαν αρχίσει οι διαμαρτυρίες των εναγόντων για την στάση του σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτού.

Αλλά και ο ίδιος ο εναγόμενος το 1999, επειδή ήθελε να κατεδαφίσει την ετοιμόρροπη οικία, που βρισκόταν μέσα στο επίδικο, και να κατασκευάσει νέα για λογαριασμό του, ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τους ενάγοντες για την ανταλλαγή του ποσοστού συγκυριότητάς τους στο επίδικο και στα άλλα κοινά ακίνητα στην Κεφαλληνία με οριζόντια ιδιοκτησία του στο ..., για την οποία (ανταλλαγή) είχαν συνταχθεί οι προσκομιζόμενες δηλώσεις φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων (ανυπόγραφες), οι υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 2459/1997 των εναγόντων προς τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. ..., ...και ...και τα από ...-1999, ...-1999 και ...-1999 αποδεικτικά φορολογικής ενημερότητας αυτών.

Το γεγονός αυτό καταδεικνύει, ότι ο εναγόμενος ανεγνώριζε τότε την ύπαρξη των επιδίκων δικαιωμάτων των εναγόντων επί του επιδίκου. Οι καταθέσαντες στις ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος, καταθέτουν, ότι μέσα στο επίδικο ήταν ο πατέρας του εναγομένου και στη συνέχεια αυτός.

Τούτο όμως, ενόψει και του ότι οι ενάγοντες και ο δικαιοπάροχός τους διέμεναν στην Αθήνα, δεν μπορεί να ανατρέψει όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, αφού οι καταθέσαντες δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν τις λεπτομέρειες των σχέσεων των διαδίκων και των δικαιοπαρόχων τους σχετικά με το επίδικο ακίνητο. Ο Ν1 απεβίωσε την ...1987 και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους ενάγοντες - τέκνα του, που τον κληρονόμησαν κατά ποσοστό 1/3 ο καθένας.

Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την κληρονομιά του, στην οποία περιλαμβάνονταν και το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, με την υπ' αριθμ. ... πράξη της Συμβ/φου Αθηνών Σ1, που μετεγράφη νομίμως. Ο Ν2 απεβίωσε την ...-1993, κατέλειπε δε την από ... ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 1982/1999 πρακτικά του Μον/λούς Πρωτ/κείου Αθηνών, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμο του τον εναγόμενο σε ολόκληρο το επίδικο.

Ο εναγόμενος αποδέχθηκε την κληρονομιά αυτή με την υπ' αριθμ. ...πράξη αποδοχής της Συμβ/φου Ιλίου Μαγδαληνής Ζάντζα, που μετεγράφη νομίμως. Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω προκύπτουν περαιτέρω τα εξής: (α) Οι αδελφοί Ν1 και Ν2 με τη συννομή αυτών και των δικαιοπαρόχων τους επί του επιδίκου επί διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας κατέστησαν συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαίρετου ο καθένας με έκτακτη χρησικτησία. (β) Ο εναγόμενος δεν απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα του επιδίκου ούτε παραγώγως, ήτοι με την αποδοχή της κληρονομιάς του πατέρα του, αφού αυτός δεν ήταν αποκλειστικός κύριος του καταλειφθέντος στον εναγόμενο με την ως άνω διαθήκη του επιδίκου, ούτε πρωτοτύπως, δηλαδή είτε (i) με έκτακτη χρησικτησία, αφού δεν συνέτρεξε ούτε στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου του ούτε στο δικό του πρόσωπο, ούτε όμως και αθροιστικά στο πρόσωπο και των δύο αποκλειστική νομή του επιδίκου επί διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, είτε (ii) με τακτική χρησικτησία, για τον ίδιο λόγο, ήτοι επειδή ο εναγόμενος και ο δικαιοπάροχός του δεν ήταν καλόπιστοι νομείς του επιδίκου επί τουλάχιστον 10 χρόνια.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η σχετική ένσταση ιδίας κυριότητας που πρότεινε ο εναγόμενος. Και (γ) συγκύριοι του επιδίκου μετά τον θάνατο των ανωτέρω (υπό (α)) δικαιοπαρόχων τους κατέστησαν με κληρονομική διαδοχή οι νυν διάδικοι και σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου καθένας εκ των εναγόντων και 3/6 εξ αδιαιρέτου ο εναγόμενος.

Τέλος το Εφετείο δέχθηκε ότι το έτος 2000 ο εναγόμενος, αφού εφοδιάσθηκε με την υπ' αριθμ.... οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου ..., προέβη στην εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στο επίδικο, ήτοι στην κατεδάφιση της παλαιάς οικίας και στην ανέγερση νέας, αμφισβητώντας έτσι το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγόντων επί του επιδίκου.

Οι ενάγοντες το 2001 πληροφορήθηκαν από την εξαδέλφη τους - μάρτυρα αποδείξεως τις εξελίξεις αυτές και προσπάθησαν να έλθουν σε συμβιβασμό με τον εναγόμενο (παραχώρηση του ισογείου της οικοδομής ή καταβολή χρηματικού ποσού από τον εναγόμενο ή ανταλλαγή με την οριζόντια ιδιοκτησία του στο ...) χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Την 5-3-2002 επέδωσαν στον εναγόμενο την από 31-1-2002 εξώδικη διαμαρτυρία τους, με την οποία διεμαρτύροντο για τις ανωτέρω ενέργειες του εναγομένου και τον καλούσαν να διακόψει τις οικοδομικές εργασίες στο επίδικο και να συμπράξει στην εξώδικη διανομή του. Ο εναγόμενος όμως εξακολουθεί να αμφισβητεί την συγκυριότητα των εναγόντων στο επίδικο".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο δικαιοπάροχος - πατέρας του αναιρεσείοντος N2 δεν έγινε κύριος ολοκλήρου του επιδίκου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και κατ' επέκταση ούτε και ο αναιρεσείων κύριος αυτού, είτε παραγώγως (με κληρονομία του ως άνω πατέρα του) είτε πρωτοτύπως (με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), αλλά ότι συγκύριοι του επιδίκου μετά το θάνατο των δικαιοπαρόχων τους Ν1 και Ν2, οι οποίοι είχαν γίνει συγκύριοι αυτού κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας με έκτακτη χρησικτησία, έγιναν οι διάδικοι με κληρονομική διαδοχή των ανωτέρω δικαιοπαρόχων τους, κατά ποσοστό 1/6 ο καθένας των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων και κατά ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου ο αναιρεσείων - εναγόμενος.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, απορρίπτοντας σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο υποστηρίζονταν τα αντίθετα, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, αφού, αναφορικά με όλα τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, εξέθεσε χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα ή μη και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πέμπτος (τελευταίος) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

II. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησής του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη ενάσκησή του, από την οποία, αντίθετα, προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακροχρόνιας αδράνειας του δικαιούχου, υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον, επιπρόσθετα, συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά, τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (Ολ.

ΑΠ 62/1990, Ολ. 56/1990, ΑΠ 1129/2002). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε επιπλέον, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την απόρριψη της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης του αναιρεσείοντος, η οποία προβλήθηκε με σχετικό λόγο της έφεσης του τελευταίου, τα ακόλουθα:

Ο ισχυρισμός του ότι το δικαίωμα της συγκυριότητας των εναγόντων ασκείται καταχρηστικώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Τούτο διότι και κυρίως οι ενάγοντες δεν επέδειξαν συμπεριφορά, που θα μπορούσε να δημιουργήσει την πεποίθηση στον εναγόμενο ότι δεν θα ασκήσουν το δικαίωμά τους αυτό. Αντίθετα αποδείχθηκε, ότι ουδέποτε αποξενώθηκαν από το δικαίωμά τους επί του επιδίκου ή αδράνησαν για την προστασία του δικαιώματός τους, αφού (α) το 1995, δηλαδή σε χρόνο ανύποπτο, προέβησαν στην αποδοχή της κληρονομιάς του πατέρας τους, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο, (β) το 1999 ήλθαν σε διαπραγματεύσεις με τον εναγόμενο για την ανταλλαγή του επιδίκου με άλλη ιδιοκτησία του (...) και (γ) και μετά την γνώση των ενεργειών του εναγομένου στο επίδικο (2001) και πάλιν επιχείρησαν τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, που δημιουργήθηκε μεταξύ τους κατά τα προεκτεθέντα".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους στο επίδικο ακίνητο και να διαταχθεί δικαστικά η διανομή του, που άσκησαν με την ένδικη αγωγή τους, δεν ασκήθηκε καταχρηστικά κα έτσι απέρριψε κατ' ουσίαν το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και τις παραδοχές που αναφέρονται στην πρώτη σκέψη της παρούσας διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ότι η ένδικη αγωγή δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο για τη ορθή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, και, επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αυτός εκτιμάται, για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών είναι αβάσιμος.

Κατά τα λοιπά με τον ίδιο (τέταρτο λόγο) αναίρεσης και υπό την επίφαση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη και έτσι ο παρών λόγος κατά το αντίστοιχο αυτό τμήμα του, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στην περίπτωση που οι αντίδικοι είναι πλείονες, ακόμη και αν μεταξύ τους υπάρχει απλή και όχι αναγκαστική ομοδικία, πρέπει να κλητευθούν όλοι, εκτός αν τα με την ένορκη βεβαίωση εκτιθέμενα αρμόζουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο ορισμένου από τους ομοδίκους. Διαφορετικά η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε και έναντι εκείνου που τυχόν κλητεύθηκε να παραστεί.

Ο λόγος είναι ότι αν τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά αφορούν τα στοιχεία της αξίωσης, τα οποία είναι κοινά για όλους τους ομοδίκους, κατ' ανάγκην, εφόσον και επί απλής ομοδικίας η διαδικασία διεξάγεται ενιαίως, ή θα ληφθούν αυτά υπόψη για την απόδειξη της ύπαρξης της αξίωσης ή δεν θα ληφθούν.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκανε δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνώρισε τους τελευταίους συγκυρίους του επιδίκου ακινήτου και διέταξε την δια πλειστηριασμού πώληση του τελευταίου, δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ..., ...

και Μ1, που περιέχονται στις ..., ... και ... πράξεις της συμβολαιογράφου Ιλίου Αττικής Μαγδαληνής Ζάντζα, με την αιτιολογία ότι εμπροθέσμως είχαν κλητευθεί μόνο οι δύο πρώτοι ενάγοντες και όχι και ο τρίτος, ενώ όφειλε να τις λάβει υπόψη για τους πρώτο και δεύτερη από αυτούς που είχαν κλητευθεί νομίμως. Όμως, ενόψει του ότι το Εφετείο ανελέγκτως έκρινε ότι οι τρεις πιο πάνω βεβαιώσεις αφορούσαν κοινά στοιχεία της αξίωσης όλων των εναγόντων, καλώς τούτο δεν τις έλαβε υπόψη για κανέναν από τους ενάγοντες και, συνεπώς, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

IV. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το συνεκτίμησε απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008 ΑΠ 2011/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 13.9.1979 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων, με το να απορρίψει, με βάση το συμφωνητικό αυτό, τον ισχυρισμό περί αποκλειστικής νομής του επιδίκου ακινήτου από το δικαιοπάροχο πατέρα του, ενώ αν λάμβανε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα Μ1 θα κατέληγε σε αντίθετο συμπέρασμα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται η σχετική με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού κρίση του Εφετείου που απορρέει από την εκτίμηση και την αξιολόγησή του. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, στην κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το παραπάνω έγγραφο, όπως απαιτεί για την ίδρυση του συναφούς λόγου αναίρεσης το άρθρο 559 αριθ. 20 κΠολΔ.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο τμήμα του από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του ότι ο αναιρεσείων ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τους αναιρεσιβλήτους για την ανταλλαγή του επιδίκου με άλλη ιδιοκτησία του στο ...

και ότι έτσι αναγνώρισε το δικαίωμα συγκυριότητας των τελευταίων επί του επιδίκου ακινήτου, δεν έλαβε υπόψη του την από 6.5.2005 βεβαίωση της πλοιοκτήτριας εταιρείας "ALCYON SHIPPING COMPANY LTD" από την οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων απουσίαζε στο εξωτερικό ως ναυτικός κατά το χρόνο των διαπραγματεύσεων. Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το αμέσως παραπάνω ζήτημα και "από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι".

Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το παραπάνω έγγραφο και, επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο τμήμα του, είναι αβάσιμος.

VI. Όπως από τις διατάξεις των άρθρων 400 αριθ. 2, 403 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει για να είναι παραδεκτή η ένσταση εξαίρεσης του μάρτυρα, που είναι εξαιρετέος, πρέπει να προταθεί πριν από την όρκισή του (ΑΠ 1530/2002). Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ο μάρτυρας του διαδίκου που εξετάσθηκε δεν κατέθεσε για πραγματικά γεγονότα για τα οποία υπάρχει καθήκον εχεμύθειας, και, συνεπώς, δεν υπόκειται στην εξαίρεση του άρθρου 400 αριθ. 2 ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη αναιρετικά.

Με τον τρίτο, κατά το δεύτερο τμήμα του, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει. Πιο συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου της μάρτυρος Σ1, συμβολαιογράφου Αθηνών, παρά το ότι όσα κατέθεσε αυτή αναφορικά με το ανωτέρω ζήτημα, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων ήλθε σε διαπραγματεύσεις και αναγνώρισε έτσι τη συγκυριότητα των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο, περιήλθαν σε γνώση της κατά την άσκηση του επαγγέλματος της ως συμβολαιογράφου και παρόλο που μετά την όρκισή της προέβαλε αυτός τη σχετική ένσταση εξαίρεσής της.

Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με κύρια αιτιολογία που στηρίζει το διατακτικό, απέρριψε την ως άνω ένσταση ως απαράδεκτη, αφού αυτή προτάθηκε μετά την όρκιση της μάρτυρος. Με επικουρική δε αιτιολογία, που επίσης επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του δέχτηκε ότι όσα κατέθεσε η μάρτυρας αυτή τα γνώριζε λόγω της στενότατης συγγενείας της με τους διαδίκους.

Εξάλλου, η (επικουρική) κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σκέψη, για το αν η μάρτυρας αυτή κατέθεσε για πραγματικά γεγονότα για τα οποία είχε καθήκον εχεμύθειας, είναι ανέλεγκτη αναιρετικά. Επομένως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και ο πιο πάνω λόγος, κατά το δεύτερο τμήμα του, είναι αβάσιμος.

VII. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων το δικαστήριο συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 του ίδιου κώδικα.

Το ίδιο ισχύει κατά το άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του ίδιου νόμου και κατά τη διαδικασία στο Εφετείο, όταν προσβάλλεται απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Επομένως έγγραφο, το οποίο δεν πληροί τους όρους του νόμου, μεταξύ άλλων και γιατί δεν φέρει την υπογραφή του εκδότη, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο, κατά το άρθρο 432 ΚΠολΔ (ως μη έχον την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη) αποδεικτικό μέσο, αλλά υποχρεωτικά, κατά το άρθρο 336 παρ. 3 και 339 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη και συνεκτιμάται από το δικαστήριο ως δικαστικό τεκμήριο, αφού αυτό (δικαστήριο) έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη και να συνεκτιμά όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1602/2003).

Με τον τρίτο, κατά το τρίτο τμήμα του, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα τις προσκομισθείσες από τους αναιρεσίβλητους ανυπόγραφες δηλώσεις φόρου μεταβίβασης ακινήτων.

Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη του και τις παραπάνω δηλώσεις φόρου μεταβίβασης ακινήτων (ανυπόγραφες) ως δικαστικά τεκμήρια για την απόδειξη του αμέσως παραπάνω (υπό IV) ζητήματος. Επομένως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και, συνεπώς, ο πιο πάνω λόγος, κατά το τρίτο τμήμα του, είναι αβάσιμος.

VIII. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-9-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 666/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ