Legislator Case Law & Legislation
1744/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lawyer malpractice and document distortion grounds due to procedural time limits and lack of evidence.

Case Number 1744/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a civil dispute. The appellants argued for malpractice and document distortion, but the court found the claims barred by a six-month statute of limitations and unsupported by evidence. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Art. 73 §§ 1 and 5 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure: A claim for malpractice against a lawyer is barred after six months; distortion of documents requires a manifestly different interpretation, not merely a disputed assessment of content.

Keywords

AI generated
statute of limitations malpractice claim document distortion legal costs appeal dismissal evidence assessment procedural bar

Cited Legislation

AI generated
Art. 73 §§ 1 and 5 of the Code of Civil Procedure
Art. 20 § 1 of the Constitution
Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1744 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1744/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.X1, 2. X2, 3. X3, 4. X4, 5. X5, κατοίκων Κραϊόβα Ρουμανίας, προσωρινά διαμενόντων στην ...... και 6. X6, κατοίκου ......, άπαντες εκπροσωπηθέντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σαργιαννίδη.

Των αναιρεσιβλήτων:1. Ψ1 και 2. Ψ2, δικηγόρων, κατοίκων ......, οι παρέστησαν αυτοπροσώπως, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 259/2004 του ιδίου Δικαστηρίου, 596/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών και 519/2006 εν μέρει οριστική του ιδίου. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21 Ιανουαρίου 2008 κοινή αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 10 Σεπτεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από το άρθρο 73 §§ 1 και 5 ΕισΝ ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη, που επικαλείται ο ενάγων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει".

Κατά την έννοια της συνταγματικής αυτής διατάξεως, ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς για την άσκηση της αγωγής, με την οποία ζητείται η δικαστική προστασία. Τέτοιος περιορισμός είναι και η υποχρέωση για την άσκηση της πιο πάνω αγωγής κακοδικίας, κατά δικηγόρου, μέσα σε σύντομη αποσβεστική προθεσμία και δικαιολογείται από ιδιαίτερους λόγους και μάλιστα κοινωνικού και δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της ιδιότητας των δικηγόρων, ως άμισθων δημόσιων λειτουργών (άρθρο 1 και 38 του ν.δ. 3026/1954), προκειμένου αυτοί να ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Οι περιορισμοί όμως στην άσκηση της αγωγής και οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους πρέπει να αποβλέπουν στο να καταστήσουν προσεκτικό τον ενάγοντα και να περιφρουρήσουν το γενικότερο συμφέρον, που επιβάλλει ασφαλή και ταχεία εκκαθάριση τέτοιων δικών αλλά να μην είναι υπέρμετροι σε σημείο, που να καταλύουν το δικαίωμα σε παροχή έννομης προστασίας, το οποίο καθιερώνει η πιο πάνω συνταγματική διάταξη.

Έτσι η εν λόγω εξάμηνη προθεσμία συνιστά υπέρμετρο περιορισμό στο σημείο που τοποθετεί την έναρξή της στο χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς του δικηγόρου και όχι στο χρόνο γνώσεως από τον εντολέα, με αποτέλεσμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, να επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος, πολύ πριν λάβει γνώση ο εντολέας, που ζημιώθηκε.

Ο περιορισμός αυτός, καθόσον συναρτάται με το χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς, δεν είναι αναγκαίος ούτε πρόσφορος για την απονομή της δικαιοσύνης σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, τις κρατούσες αντιλήψεις και την ιδιαίτερη φύση του προστατευόμενου ουσιαστικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 20/2000). Εξάλλου, η καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος γενική αρχή της ισότητας απαγορεύει στο νομοθέτη, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων ή σχέσεων ή καταστάσεων ή κατηγοριών προσώπων, να προβαίνει σε διαφορετική μεταχείριση, εκτός αν αυτή ανταποκρίνεται σε λόγους γενικότερου (κοινωνικού ή δημοσίου) συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται δικαστικώς.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η θέσπιση εξάμηνης προθεσμίας α) υπό την προϋπόθεση ότι η έναρξη της προθεσμίας τοποθετείται στο χρόνο γνώσεως από τον εντολέα της πράξεως ή της παραλείψεως, δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλ' ούτε και στο άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, που καθιερώνει το δικαίωμα της ελεύθερης προσβάσεως σε δικαστήριο, β) δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεδομένων των κατά τα άνω ιδιαιτέρων λόγων κοινωνικού ενδιαφέροντος από τους οποίους επιβλήθηκε.

Τέλος, ενόψει του κατά τα άνω σκοπού της θεσπίσεως της εν λόγω προθεσμίας, υπόκειται σε αυτήν τόσο η αποζημιωτική αγωγή, λόγω των πράξεων ή παραλείψεων του δικηγόρου, που κατ' α'ρθορ 73 παρ. 4 ΕισΝΚΠολΔ συνιστούν την κακοδικία, όσο και η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση κατ' αυτού, που συνδέεται με τις ως άνω πράξεις ή παραλείψεις.

Συνεπώς, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής του άρθρου 938 ΑΚ, κατά το οποίο, όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 904 επ.), να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 596/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα ακόλουθα: Στις 22.7.1993 στο πέμπτο χιλιόμετρο της Ε.Ο. ......-...... συνέβη τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα ο Α, υπήκοος Ρουμανίας, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας του δεύτερου έως πέμπτου των εναγόντων και γαμπρός από θυγατέρα του έκτου τούτων.

Η πρώτη ενάγουσα, εκπροσωπώντας τα ανήλικα τέκνα της και τον πατέρα της, ήλθε σε συμφωνία με τους εναγομένους δικηγόρους Λαρίσης, όπως αυτοί, ενεργούντες κατ' εντολή όλων των εναγόντων, ασκήσουν αγωγή κατά του υπαιτίου οδηγού Β και του Επικουρικού Κεφαλαίου, ζητώντας αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από τον θάνατο του οικείου τους.

Προς τούτο καταρτίσθηκε το από 10.7.1995 ιδιωτικό συμφωνητικό "εργολαβικό δίκης" με τους αναφερόμενους σ' αυτό όρους. Το συμφωνητικό αυτό συντάχθηκε στην ελληνική γλώσσα, αφού όμως διερμηνεύθηκε από την ελληνική στην ρουμανική, από τον επίσημο διερμηνέα της ρουμανικής Γ, επειδή η ενάγουσα δεν εγνώριζε την Ελληνική.

Οι εναγόμενοι, σε εκτέλεση της εντολής αυτής, κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας την υπ' αριθ. 4135/95 αγωγή, με την οποία εζητείτο ως αποζημίωση το ποσό της διατροφής που αποστερήθηκαν η πρώτη ενάγουσα και τέκνα της από τον θάνατο του συζύγου και πατέρα τους βάσει των εισοδημάτων του θανόντος που αποκέρδαινε στην Ελλάδα, όπου εργαζόταν, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του οικείου τους.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 679/1996 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου Β, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε ο άνω εναγόμενος και το Επικουρικό Κεφάλαιο (διότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο δεν ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη) να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 27.160.000 δρχ., νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής στους ενάγοντες, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ενώ απορρίφθηκαν τα αγωγικά κονδύλια της αποζημιώσεως για την απώλεια διατροφής.

Η άνω απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 5.000.000 δρχ. το οποίο εισέπραξε ο πρώτος των εναγομένων στις 24-1-1997 από το Επικουρικό Κεφάλαιο, κατέβαλε δε στην πρώτη ενάγουσα, που ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών εναγόντων, το ποσό των 2.000.000 δρχ. Μετά την έκδοση της άνω αποφάσεως, ετέθη θέμα συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς με το Επικουρικό Κεφάλαιο.

Γι' αυτό η πρώτη ενάγουσα μετέβη στην ...... με φιλικό της πρόσωπο (Δ) για να υπογράψει τα έγγραφα συμβιβασμού με το Επικουρικό Κεφάλαιο. Επειδή αυτή δεν είχε άδεια του Δικαστηρίου για να εκπροσωπήσει τα ανήλικα τέκνα της στον συμβιβασμό, ούτε έγγραφο πληρεξούσιο από τον πατέρα της, προσήλθε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλη, καθ' υπόδειξη του πρώτου εναγομένου, και έδωσε εντολή και πληρεξουσιότητα στον τελευταίο να προβεί στην συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς και να εισπράξει το ποσό που θα συμφωνηθεί συμβιβαστικά.

Προς τούτο συντάχθηκε το υπ' αριθ. ...... πληρεξούσιο του άνω συμβολαιογράφου. Το πληρεξούσιο συντάχθηκε στην Ελληνική, πλην όμως τα διαλαμβανόμενα σ' αυτό διερμηνεύοντο από τον Δ, ο οποίος ήταν φιλικό της πρόσωπο. Η ενάγουσα μάλιστα εφιλοξενείτο στην οικία του πατέρα του, Ε, ο οποίος και αυτός γνώριζε την Ρουμανική.

Έτσι οι εναγόμενοι, ήλθαν σε εξώδικο συμβιβασμό με το Επικουρικό Κεφάλαιο. Κατά τις διαπραγματεύσεις και την υπογραφή του εγγράφου του συμβιβασμού, που έλαβε χώρα την 20-5-1997, παρευρίσκονταν η πρώτη ενάγουσα, συνοδευόμενη από τον Δ, ο οποίος εκτελούσε χρέη διερμηνέως, και έλαβε κατά τον τρόπο αυτό γνώση των συμφωνηθέντων.

Το ποσό του συμβιβασμού, με τον οποίο καταργήθηκε η δίκη, ανερχόταν σε 27.150.000 δρχ., πλέον τόκων υπερημερίας 4.312.500 δρχ. και δικαστικών εξόδων 1.050.000 δρχ., ήτοι συνολικά ανερχόταν σε 32.512.500 δρχ. Σε εκτέλεση του συμβιβασμού, το Επικουρικό Κεφάλαιο εξέδωσε τραπεζική επιταγή ποσού 27.512.500 δρχ. σε εξόφληση της όλης οφειλής (27.512.500 + 5.000.000 προσωρινώς εκτελεστό), την οποία εισέπραξε ο πρώτος εναγόμενος.

Στις 23-5-1997 και μετά την είσπραξη της επιταγής από τον πρώτο εναγόμενο, έλαβε χώρα συνάντηση της πρώτης ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου στο γραφείο του τελευταίου. Κατά την συνάντηση αυτή παρίσταντο και τα φιλικά της ενάγουσας πρόσωπα Δ και Ε, οι οποίοι εκτελούσαν χρέη διερμηνέως, όπως και ο δεύτερος εναγόμενος.

Κατ' εκείνη την συνάντηση, ο πρώτος εναγόμενος της κατέβαλε μετρητά 3.750.000 δρχ. και της ενεχείρησε βιβλιάριο της Τράπεζας Εργασίας στο οποίο είχε καταθέσει το ποσό των 12.000.000 δρχ. Έτσι η ενάγουσα την ημέρα εκείνη εισέπραξε 15.750.000 δρχ. Μετά την καταβολή αυτή συντάχθηκε η από 23-5-1997 "απόδειξη πληρωμής δραχμών 15.750.000 - Δήλωσις", στην οποία η πρώτη ενάγουσα δηλώνει ότι έλαβε το άνω ποσό, ότι έκλεισε συμβιβαστικώς η διαφορά, ότι εξοφλείται κάθε απαίτηση των εναγόντων που απορρέει από το άνω ατύχημα και δηλώνει ότι, λαμβάνοντας συνολικά 17.750.000 δρχ. (2.000.000 + 12.000.000 + 3.750.000), δεν έχει καμία απαίτηση από τους δικηγόρους της.

Την άνω απόδειξη δήλωση υπέγραψαν η πρώτη ενάγουσα και οι εναγόμενοι, προσυπέγραψαν δε ως μάρτυρες και οι Δ και Ε. Κατά τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η πρώτη ενάγουσα, η οποία ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών εναγόντων, εγνώριζε πλήρως τις πράξεις ή παραλείψεις των εντολοδόχων δικηγόρων της και ήταν πλήρως ικανοποιημένη και ευχαριστημένη.

Από τον Ιούλιο 1998, όταν εκδικάστηκε η υπόθεση της εξ αμελείας ανθρωποκτονίας στο Εφετείο Λάρισας, και μέχρι τον Μάρτιο του 2002 οι διάδικοι δεν είχαν πλέον καμία επικοινωνία ούτε η ενάγουσα όχλησε ποτέ τους εναγομένους, για περαιτέρω αξιώσεις της. Τον Μάρτιο όμως του 2002, οι εναγόμενοι έλαβαν τηλεομοιοτυπία (FAX) από Ιταλικό δικηγορικό γραφείο, με την οποία ζητούνταν πληροφορίες για την τύχη της υποθέσεως.

Έκτοτε ανακινήθηκε η υπόθεση από τους εγκατεστημένους στην Ιταλία ενάγοντες, οι οποίοι και ζήτησαν πλέον εγγράφως από το Επικουρικό Κεφάλαιο πληροφορίες για την εξέλιξη της αστικής υποθέσεως. Οι ενάγοντες επικαλούνται ότι έλαβαν γνώση των πράξεων και παραλείψεων των εναγομένων την 10-7-2003, όταν έλαβαν έγγραφα από το Επικουρικό Κεφάλαιο.

Όμως, κατά τα προεκτεθέντα, η πρώτη ενάγουσα, που ενεργούσε πάντοτε και για λογαριασμό των λοιπών εναγόντων, είχε πλήρη γνώση των πράξεων και τυχόν παραλείψεων των εναγομένων από 20-5-1997, όταν και έλαβε χώρα ο εξώδικος συμβιβασμός με το Επικουρικό Κεφάλαιο, μετά τον οποίο και υπέγραψε την από 23-5-1997 απόδειξη.

Κατόπιν των παραπάνω, δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, η αγωγή που ασκήθηκε την 15.12.2003, προδήλως ασκήθηκε μετά την πάροδο εξαμήνου από της γνώσεως των πράξεων και παραλείψεων των εναγομένων, αφού η πρώτη ενάγουσα, η οποία ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών, έλαβε γνώση αυτών την 20.5.1997. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο απέρριψε την κρινόμενη αγωγή, κακοδικίας, λόγω της παρόδου της αποκλειστικής προθεσμίας εντός της οποίας έπρεπε κατά νόμο να ασκηθεί το δικαίωμα, τόσο κατά την κύρια εκ του αδικήματος (υπεξαίρεση), όσο και κατά την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της.

Κρίνοντας έτσι το δικαστήριο της ουσίας α) δεν παραβίασε τα άρθρα 20 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ούτε τα άρθρα 938 και 904 επ. ΑΚ και συνεπώς είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι σχετικοί εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατ' ορθήν υπαγωγή, εικοστός δεύτερος και εικοστός τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως και β) διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοστέους, αναφερόμενους στη σκέψη που προηγήθηκε, κανόνες δικαίου των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 73 του ΕισΝΚΠολΔ σχετικώς με τον χρόνο της γνώσεως των πράξεων των εναγομένων και την πάροδο της αποκλειστικής προθεσμίας, οι δε αντίθετοι εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δωδέκατος, εικοστός τρίτος και εικοστός πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ως "ζητήματα" επί των οποίων η απουσία πλήρους αιτιολογίας ή η ύπαρξη ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και τα απλά πραγματικά επιχειρήματα, τα οποία προβάλλουν οι διάδικοι, προς υποστήριξη των απόψεών τους ή γεγονότα που στηρίζουν τεκμήρια υπό την έννοια των αποδεικτικών λόγων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους έβδομο μέχρι και ενδέκατο και δέκατο τρίτο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 λόγους της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες για τα ακόλουθα ζητήματα, ήτοι α) πότε οι αναιρεσείοντες έλαβαν αντίγραφο και γνώση του περιεχομένου των εξής εγγράφων ή γνώση των εξής γεγονότων, ήτοι αα) του ......

πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Μητρέλη, ββ) του συμβιβασμού με το Επικουρικό Κεφάλαιο και τους όρους αυτού, καθώς και του σχετικού από 20.5.1997 ιδιωτικού συμφωνητικού, γγ) της από 23.5.1997 αποδείξεως καταβολής και β) αν η πρώτη από τους αναιρεσείοντες, κατά τον χρόνο της υπογραφής της από 23.5.1997 αποδείξεως, ήταν αντικειμενικώς σε θέση να αντιληφθεί τη σημασία και το νόημα των αριθμητικώς αναγραφομένων σ' αυτή (απόδειξη) ποσών.

Τα ζητήματα όμως αυτά δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων κατά την προδιαληφθείσα έννοια, αλλά πραγματικά επιχειρήματα ή γεγονότα που στηρίζουν τεκμήρια, υπό την έννοια των αποδεικτικών λόγων, προβαλλόμενα σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα του χρόνου της γνώσεως εκ μέρους των αναιρεσειόντων της ζημιογόνου συμπεριφοράς των εναγομένων δικηγόρων.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη του τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, καθώς και ειδικώς αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, μεταξύ των οποίων και η ......

ένορκη βεβαίωση που συντάχθηκε ενώπιον της Προξενικής Αρχής της Ελλάδας στη Ρώμη. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ακόλουθα, ήτοι την ......

ένορκη βεβαίωση του ΣΤ ενώπιον του αναπληρούντος τον διευθύνοντα το Προξενικό γραφείο της Ελληνικής Δημοκρατίας στη Ρώμη Ιταλίας, την από 16.7.2003 εξώδικη πρόσκληση της πρώτης αναιρεσείουσας με τις ...... και ...... εκθέσεις επιδόσεως, το από 11.3.2002 έγγραφο (φαξ) του δικηγόρου Ρώμης Ιταλίας Ζ, την από 23.5.1997 απόδειξη πληρωμής - δήλωση, την από 21.9.2004 ένορκη εξέταση του Ε στην Πταισματοδίκη Λάρισας, καθώς και την ένορκη εξέταση του μάρτυρα Δ στην ανακρίτρια του Α' Τμήματος του Πρωτοδικείου Λάρισας, το 62/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και τις από 6.9.2004 προτάσεις των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Επομένως οι δέκατος τέταρτος έως και εικοστός πρώτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμεν αποδεικτικά μέσα και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα. Ως εκ τούτου, δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή, κατά το μέρος που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεων και ανταποδείξεως, καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου.

Συνεπώς, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των 926/2004 και 927/2004 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως άν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που διαλαμβάνονται σ' αυτό. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η πλημμέλεια υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου αποδίδει σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και όχι όταν, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει, από λανθασμένη εκτίμηση, σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Συνακολούθως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραμορφώσεως αντιστοίχως του από 11.3.2002 εγγράφου (φαξ) του δικηγόρου Ρώμης Ζ, του ...... πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Μητρέλη, της από 23.5.1997 αποδείξεως πληρωμής - δηλώσεως του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, του από 20.5.1997 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και των αναιρεσιβλήτων και της από 31.5.2003 αιτήσεως πρώτης αναιρεσείουσας προς το Επικουρικό Κεφάλαιο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Διότι όπως διατυπώνεται το αναιρετήριο, οι αποδιδόμενες στην απόφαση πλημμέλειες συνίστανται όχι σε διαγνωστικό λάθος κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά σε σφάλμα εκτιμήσεως του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-1-2008 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5 και 6) Χ6 για αναίρεση της 596/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Oκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ