Legislator Case Law & Legislation
1744/2007 AI generated

1744/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1744/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαρτίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2056/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 281/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Μαϊου 2006 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1744/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Keywords

AI generated
traffic violation minor traffic violation offences against public transport driving while unfit to drive accident victim footpath and trail law
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1744 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1744/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βάϊο Κουκουλέτσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ...., 2. .... και 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας γενικών ασφαλειών "Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Γλυφό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαρτίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2056/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 281/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Μαϊου 2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα: "Την 27.7.2003 και περί ώρα 21.50 ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το υπ' αριθμ. .... ΙΧΕ αυτοκίνητο της κυριότητος του δευτέρου εναγομένου (αναιρεσιβλήτου), που ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη (αναιρεσίβλητη), εκινείτο με αυτό και με κανονική ταχύτητα περί τα 40 χλμ ωριαίως στη λεωφόρο Μεσογείων και μάλιστα στη δεξιά λωρίδα αυτής, με κατεύθυνση προς την οδό Κατεχάκη.

Η λεωφόρος Μεσογείων, στο ύψος του οικοδομικού αριθμού... είναι διπλής κατευθύνσεως και το προς Κατεχάκη ρεύμα διαθέτει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και πλάτος οδοστρώματος 11,20 μ., ενώ το προς Αθήνα ρεύμα της λεωφόρου Μεσογείων έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 10,50 μ. Από τον άνω οικοδομικό αριθμό... και σε απόσταση 20 μ.

υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες, που βρίσκονται επί της λεωφόρου Μεσογείων και λίγο πριν τη διασταύρωση αυτής με την οδό ...., καθώς επίσης και διαγράμμιση διαβάσεως πεζών επί του οδοστρώματος της λεωφόρου Μεσογείων. Καθ' όν χρόνο ο πρώτος εναγόμενος διήλθε τους φωτεινούς σηματοδότες που προαναφέρθηκαν και είχαν πράσινο φως για τους οδηγούς και είχε διανύσει απόσταση 20 μ.

από τη διασταύρωση και τις διαβάσεις πεζών που βρισκόταν στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 76 της λεωφόρου Μεσογείων, η ενάγουσα, η οποία βρισκόταν στην δεξιά πλευρά του πεζοδρομίου της λεωφόρου Μεσογείων, σε σχέση με την πορεία του πιο πάνω οδηγού, προτιθεμένη να διασχίσει καθέτως το προς την οδό Κατεχάκη ρεύμα της λεωφόρου Μεσογείων, κατήλθε ανελέγκτως και αιφνιδίως στο οδόστρωμα και παρενεβλήθη στην πορεία του εις τη δεξιά λωρίδα βαίνοντος αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, σε ελάχιστη απόσταση προ αυτού, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να χτυπήσει την ενάγουσα πεζή με την εμπρόσθια δεξιά γωνία του και να την τραυματίσει.

Με δεδομένες τις πιο πάνω συνθήκες του ατυχήματος, αποκλειστικά υπαίτια τούτου και του τραυματισμού της είναι η ίδια η ενάγουσα, η οποία παρέβη τις διατάξεις περί κινήσεως των πεζών. Ειδικότερα, η ενάγουσα έβαινε από δεξιά, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου και όχι από αριστερά και μάλιστα προερχόμενη από τα φανάρια που βρίσκονται απέναντι από την οδό ...., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ίδια.

Τούτο ενισχύεται από το γεγονός ότι, όλα τα ευρήματα, ήτοι γυαλιά και λίμνη αίματος, απέχουν 20 μέτρα από τα φανάρια και τις διαβάσεις των πεζών του προς Κατεχάκη ρεύματος της λεωφόρου Μεσογείων και μάλιστα η λίμνη αίματος είναι δίπλα από το πεζοδρόμιο της λεωφόρου με την ως άνω κατεύθυνση, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ενάγουσα μόλις κατερχόταν από δεξιά - σε σχέση με την πορεία του οδηγού - του πεζοδρομίου και ουδόλως πέρναγε από τις διαβάσεις πεζών και τα φανάρια του προς Αθήνα ρεύματος της λεωφόρου Μεσογείων και εν συνεχεία διήλθε το προς Κατεχάκη ρεύμα της λεωφόρου Μεσογείων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ίδια η ενάγουσα.

Επίσης, η ενάγουσα διέσχισε τη λεωφόρο Μεσογείων χωρίς έλεγχο, εκτός διαβάσεων πεζών και μακριά από τους σηματοδότες, που λειτουργούσαν εκείνη την ώρα, και ευρίσκοντο σε απόσταση μόνο 20 μ. από τον τόπο του ατυχήματος. Κατήλθε δε αιφνίδια στο οδόστρωμα της λεωφόρου Μεσογείων και ενώ το αυτοκίνητο ήταν σε ελάχιστη απόσταση, έτσι ώστε δεν υπήρχε περιθώριο αντίδρασης από την πλευρά του πρώτου εναγομένου, επιπλέον ήταν νύκτα και η ενάγουσα ήταν δυσδιάκριτη.

Εξάλλου, το αυτοκίνητο έφερε ζημιές στη δεξιά μπροστά γωνία, καθώς και θραύση του δεξιού μπροστινού φαναριού, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ενάγουσα κινήθηκε από δεξιά, σε σχέση με την πορεία του οδηγού, και όχι από αριστερά, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα (βλ. έκθεση αυτοψίας). Αντίθετα, οι καταθέσεις των μαρτύρων της εναγούσης δεν είναι αξιόπιστες και αναιρούνται από τα αντικειμενικά ευρήματα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, η δε μάρτυς ...., που κατέθεσε ότι ήταν μαζί αυτόπτης μάρτυρας ουδόλως αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας ως αυτόπτης.

Ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας, η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία έκρινε διαφορετικά και δέχτηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο πρώτος εναγόμενος και δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία την αγωγή, ενώ έπρεπε να κρίνει πως αποκλειστικά υπαίτια είναι η ίδια η ενάγουσα και να απορρίψει την αγωγή της, έσφαλε περί την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της εφέσεως των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων), ως κατ' ουσίαν βάσιμος.

Κατόπιν όλων τούτων, πρέπει να απορριφθούν η έφεση της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) και η αντέφεση αυτής, ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, και να γίνει δεκτή η έφεση των εναγομένων ως κατ΄ ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση προς κατ' ουσίαν εκδίκαση στο Δικαστήριο αυτό και να απορριφθεί κατ' ουσίαν η αγωγή".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή ως προς το ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου αναφορικά με την επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος.

Ειδικότερα: α) Δεν αναφέρει ποιές ήταν οι συνθήκες τεχνητού φωτισμού στο σημείο του ατυχήματος, ενόψει του ότι κατά το χρόνο που συνέβει είχε νυχτώσει, β) δεν διευκρινίζει σε ποιό σημείο ακριβώς της λεωφόρου Μεσογείων, που επιχείρησε να διασχίσει η αναιρεσείουσα, παρασύρθηκε η τελευταία από το ζημιογόνο αυτοκίνητο, και πόσο απείχε το σημείο αυτό από το δεξιό πεζοδρόμιο, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, από το οποίο κατέβηκε η αναιρεσείουσα για να πραγματοποιήσει την επί της λεωφόρου Μεσογείων κίνησή της, γ) δεν διασαφηνίζει το λόγο για τον οποίο η αναιρεσείουσα, κατά την ώρα του ατυχήματος, ήταν "δυσδιάκριτη" και δ) δεν προσδιορίζει τα μέρη του σώματος, στα οποία τραυματίσθηκε η αναιρεσείουσα κατά το ατύχημα, και τον αιτιώδη σύνδεσμο των τραυμάτων αυτών σε σχέση με την κατ' εκείνη τη στιγμή κατεύθυνση του ζημιογόνου αυτοκινήτου.

Ενόψει των ανωτέρω ασαφειών και ανεπαρκειών στις αιτιολογίες, δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και συνεπώς κρίνεται βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώθηκε παραδεκτά (άρθρο 562 Πα 4 ΚΠολΔικ) από τον εισηγητή αρεοπαγίτη με την έκθεση του. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, δυνάμενο να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 281/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ