Legislator Case Law & Legislation
1743/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and rejects inadmissibility objection regarding civil party standing in duty breach case.

Case Number 1743/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for breach of duty and rejected his objection regarding the civil party's standing. The court found that the civil party, a hospital director, suffered immediate material loss by not being appointed to the position due to the alleged breach. Consequently, the court ruled that the civil party had a legitimate interest and the objection was baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473, 474 of the Code of Criminal Procedure; Article 259 of the Penal Code: A civil party may participate in criminal proceedings if they suffer immediate material damage directly caused by the alleged crime, establishing a causal link between the protected legal interest and the specific charge.

Keywords

AI generated
breach of duty civil party standing immediate material damage causal nexus criminal appeal procedural admissibility hospital director

Cited Legislation

AI generated
Article 473 paragraphs 2 and 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 474 paragraphs 1 and 2 of the Code of Criminal Procedure
Article 259 of the Penal Code
Article 937 of the Civil Code
Article 510 paragraph 1 paragraph 1 item A of the Code of Criminal Procedure
Article 171 paragraph 2 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 284/2016
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1743 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1743/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Παπανδρέου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ε., Αναστασία Περιστεράκη, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη - Εισηγήτρια και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιουλίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστέας Θεοδόση και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Π. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Γεωργακόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1313/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Β. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 3 Απριλίου 2018,. Έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../3.4.2018 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2018.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση υπ' αριθμ. πρωτ. .../3.4.2018 δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1313/20.9.2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς με την οποία ο αναιρεσείων Σ. Π. του Ι. κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 473 παρ.2 και 3, 474 παρ. 1 και 2 του Κ.Ποιν.Δ.). Επομένως είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, ερήμην του πολιτικώς ενάγοντος Κ. Β. ο οποίος καίτοι κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (βλ. από 25.5.2018 αποδεικτικό επίδοσης του Λ. Χ. Επιμελητή της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου) δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.

Κατά το άρθρο 259 του ΠΚ υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να βλάψει το Κράτος ή κάποιον άλλον τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή με την οποία προστατεύεται το έννομο αγαθό της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της δημόσιας υπηρεσίας για το γενικότερο συμφέρον, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνο υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ.

α' και 263 α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση όχι απλού υπηρεσιακού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου το οποίο καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της Προϊσταμένης Αρχής ή ενυπάρχει στην ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θέλησης της Πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημοσίων θέσεων και ενεργειών, στις σχέσεις της έναντι των τρίτων, β) ο υπάλληλος πρέπει να είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιος για την τέλεση μίας συγκεκριμένης υπηρεσιακής ενέργειας γ) δόλος του δράστη που συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παράβασης του καθήκοντος της υπηρεσίας του (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος) και δ) σκοπός του δράστη ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, συνιστάμενος στην επιδίωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το Κράτος ή κάποιον άλλον, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη η οποία μπορεί να είναι υλική ή ηθικής.

Επομένως αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη(ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου, μόνο αν συνιστά (θετική ή αποθετική) έκφραση της πολιτειακής βούλησης και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων. Για να συντρέξει δε ο ανωτέρω σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο όρος "με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το Κράτος ή κάποιον άλλον" προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από τον δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο) και επιπλέον ότι η βούληση του δράστη κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης (υποκειμενικό στοιχείο). 'Ετσι μεταξύ της αξιόποινης πράξης της παράβασης καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει τέτοια αιτιώδης συνάφεια ώστε η πράξη της παράβασης καθήκοντος να είναι, είτε ο αποκλειστικός σκοπός είτε ο πρόσφορος τρόπος απόκτησης του σκοπούμενου οφέλους ή της βλάβης.

Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Κατά τηρητή επιταγή του άρθρου αυτού η προβλέπουσα το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος διάταξη είναι επικουρική, εφαρμοζόμενη μόνο όταν η παράβαση δεν τιμωρείται δι' άλλης ποινικής διάταξης (ΑΠ 10/2017 ΑΠ 351/2014).

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογικοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών των τελευταίων στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινή διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι, κατ' επιλογή, μόνο μερικά από αυτά, ενώ το γεγονός, ότι εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει, ότι δεν λήφθηκαν υπ' όψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους συσχέτισης και εκτίμησης, καθ' όσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ειδικότερα, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.

Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξης "εν γνώσει ορισμένου περιστατικού ή με πρόσθετο σκοπό", ως υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου, όπως το τελευταίο αυτό απαιτείται στο έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά (σκοπό και γνώση) με παράθεση περιστατικών που τα δικαιολογούν.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 52/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή του έννοια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι προέκυψαν από τη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, της προσβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, το τελευταίο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πολιτικώς ενάγων, Κ.

Β., είναι ιατρός χειρουργός και υπηρετεί στο ΓΝ Νίκαιας "...". Από 21-1-2007 είχε επιλεγεί και διοριστεί στη θέση του Διευθυντή της Α'Χειρουργικής Κλινικής του ως άνω Νοσοκομείου, η επιλογή του και ο διορισμός του, ωστόσο, ακυρώθηκε με τις υπ'αριθμ. 2496/2009 και 2500/2008 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Στις 25-1-2011 συνεδρίασε το Συμβούλιο Προσλήψεων- Κρίσεων Ιατρών ΕΣΥ του ως άνω Νοσοκομείου, με Προεδρεύοντα τον κατηγορούμενο, Σ.

Π., ο οποίος αναπλήρωνε τον κωλυόμενο Πρόεδρο του Συμβουλίου, Διοικητή του Νοσοκομείου, Χ. Ρ. και μέλη τον Γ. Μ. (Πρόεδρο του Επιστημονικού Συμβουλίου), Α. Π. (Διευθυντή Χειρουργικού Τομέα), Σ. Ρ. (Συντονιστή Διευθυντή Χειρουργικής στο ΓΝ Πειραιά "...") και Σ. Π., -προκειμένου να εκλέξει νέο Διευθυντή της Α' Χειρουργικής Κλινικής.

Κατά τη συνεδρίαση επελέγη και πάλι, κατά πλειοψηφία, ο Κ. Β., αφού κατατάχθηκε πρώτος στον οικείο αξιολογικό πίνακα ,με τρεις ψήφους υπέρ του, ήτοι των μελών Γ. Μ., Α. Π. και Σ. Ρ., ενώ τα μέλη Σ. Π. και Σ. Π. (κατηγορούμενος) ψήφισαν υπέρ των υποψηφίων κ. Π. και Ι., αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος, με σκοπό να μην διορισθεί στη θέση για την οποία επελέγη ο πολιτικώς ενάγων και να βλάψει αυτόν, παραβαίνοντας με πρόθεση τα καθήκοντα του ως Προεδρεύων του Συμβουλίου Κρίσεων απέστειλε στις 14.2.2011 στο Α' Τμήμα της Διεύθυνσης Προσωπικού του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης το υπ' αριθμ. ...-1-2011 Πρακτικό του ως άνω Συμβουλίου, το οποίο ήταν ελλιπές και μη νόμιμο, καθόσον δεν έφερε τις υπογραφές τριών εκ των πέντε μελών του Συμβουλίου και συγκεκριμένα τις υπογραφές των μελών, που είχαν ψηφίσει υπέρ της επιλογής του Κ.

Β. (Γ. Μ., Α. Π. και Σ. Ρ.), παρότι σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 10 της Υ10α2103/2003 ΥΑ ορίζεται ότι "Τα πρακτικά και οι πίνακες αξιολογικής κατάταξης των υποψηφίων υπογράφονται από τον Πρόεδρο, τα μέλη και τον Γραμματέα του Συμβουλίου". Τα τρία μέλη του Συμβουλίου που δεν υπέγραψαν το ως άνω πρακτικό, αδυνατώντας να συνεννοηθούν με τον κατηγορούμενο (χαρακτηριστικό είναι το από 15-2-2011 υπόμνημα του μέλους Μ.

προς τον κατηγορούμενο με το οποίο, αφού αναφέρεται σε ελλείψεις και ανακρίβειες στο αποσταλέν από τον τελευταίο στο Υπουργείο Πρακτικό, τον καλεί να συγκαλέσει συνάντηση των μελών του Συμβουλίου για τη σύνταξη κοινού Πρακτικού), διότι επέμεναν να αποτυπώσουν αιτιολογημένα στο ως άνω Πρακτικό του Συμβουλίου τις απόψεις τους, ώστε να μην πάσχει τούτο ακυρότητας, απέστειλαν προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Κρίσεων-Προσλήψεων (κατηγορούμενο), τη Διοικήτρια της 2ηςΥΠΕ και τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Προσωπικού της Γενικής Διεύθυνσης Υγείας του Υ.Υ.Κ.Α το από 21-2-2011 έγγραφο τους αναφέροντας την αιτιολογία της ψήφου τους, όπως αυτή διατυπώθηκε κατά τη συνεδρίαση της 25-1-2011, αλλά δεν συμπεριελήφθη στο πρακτικό που διαβιβάστηκε από τον κατηγορούμενο.

Με το υπ' αριθμ. .../11-4-2011 έγγραφο του Υπουργείου Υγείας, αναπέμφθηκε στο Συμβούλιο το ως άνω υποβληθέν σ' αυτό από τον κατηγορούμενο Πρακτικό, και δόθηκε εντολή να υποβληθεί "...ενιαίο κείμενο πρακτικού με συνημμένο πίνακα κατάταξης νομίμως συντεταγμένου και υπογεγραμμένου από τον Πρόεδρο, τον γραμματέα και όλα τα μετέχοντα στη συνεδρίαση μέλη σύμφωνα με τις διατάξεις της κανονιστικής υπουργικής απόφασης και το σκεπτικό και διατακτικό των υπ'αριθμ. 2500/2008 και 2496/2009 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών".

Ωστόσο, ο κατηγορούμενος, αρνήθηκε, να προβεί στη σύνταξη ενιαίου κειμένου πρακτικού, περιλαμβάνοντας τις επισημάνσεις και όσα είχαν αποτυπώσει τα τρία πλειοψηφούντα μέλη του Συμβουλίου, αν και είχε λάβει γνώση του πρακτικού που είχαν συντάξει, επιμένοντας ότι μπορούν να προβούν μόνο σε διορθώσεις του πρακτικού, χωρίς να διαφοροποιείται η ουσία του περιεχομένου (σχετικό το από 17-2-2011 υπηρεσιακό σημείωμα του κατηγορουμένου προς τον κ.Μ.) και απέστειλε νέα διευκρινιστικά τμήματα (βλ.

υπ' αριθμ. .../14-4-2011 έγγραφο), τα οποία απαντήθηκαν με το αριθμ. .../2011 έγγραφο του Υπουργείου Υγείας στο οποίο αναφέρονται ειδικότερα "...Σύμφωνα με τα οριζόμενα στη σχετική υπουργική απόφαση (παρ. 12, άρθρο 5 της Υ10α/2103/2003) σε περίπτωση αναπομπής το Συμβούλιο είναι υποχρεωμένο για την επανεξέταση του θέματος.

Κατόπιν των ανωτέρω να προβείτε σε επανεξέταση του θέματος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο έγγραφο αναπομπής του πρακτικού, ειδικότερα προκειμένου να υποβληθεί στην υπηρεσία μας ενιαίο κείμενο πρακτικού με συνημμένα πίνακα κατάταξης συντεταγμένου και υπογεγραμμένου από τον Πρόεδρο, τον γραμματέα και όλα τα μετέχοντα στη συνεδρίαση μέλη και την υπουργική απόφαση Υ10α/2103/2003, καθώς και το σκεπτικό και διατακτικό των 2500/2008 και 2496/2009 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών".

Πρέπει να σημειωθεί ότι, στο σκεπτικό της υπ' αριθμ. 2500/2008 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί αιτήσεως ακυρώσεως του ιατρού Ε. Π. κατά α) της υπ'αριθμ. .../2006 απόφασης της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Υγείας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με την οποία διορίσθηκε στη θέση του Διευθυντή Χειρουργικής, επί θητεία, ο πολιτικώς ενάγων και β) της Σ. 18/21-6-2006 απόφασης του Συμβουλίου Επιλογής και Αξιολόγησης Διευθυντών Ιατρών Ε.Σ.Υ.

με την οποία επιλέχθηκε για την κατάληψη της θέσεως αυτής ο τελευταίος, και επί παρεμβάσεως του πολιτικώς ενάγοντος, αναφέρεται ότι "δεν αιτιολογείται επαρκώς η βαθμολογία του παρεμβαίνοντος, αφού δεν προσδιορίζεται από ποια συγκεκριμένα στοιχεία προκύπτει το μείζον εκπαιδευτικό του έργο. Επομένως η απόφαση του Συμβουλίου Επιλογής είναι πλημμελώς αιτιολογημένη ως προς τη βαθμολογική αξιολόγηση των κριτηρίων της κλινικής εμπειρίας και του εκπαιδευτικού έργου του αιτούντος και του παρεμβαίνοντος και για το λόγο αυτό που προβάλλεται βασίμως, πρέπει να ακυρωθεί, προκειμένου το Συμβούλιο να προβεί σε νέα νόμιμη κρίση, λαμβάνοντας υπόψη μόνο τα δικαιολογητικά των υποψηφίων που κατατέθηκαν εμπροθέσμως μαζί με το βιογραφικό τους..".

Με βάση τις σκέψεις αυτές το ως άνω Δικαστήριο ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση, για να κρίνει αιτιολογημένα και να αξιολογήσει τον αιτούντα και τον παρεμβαίνοντα στα κριτήρια της κλινικής εμπειρίας και του εκπαιδευτικού έργου. Εξάλλου, στην υπ' αριθμ. 2496/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσας επί αιτήσεως ακυρώσεως του ιατρού Π.

Ι., έτερου υποψηφίου για τη θέση του Διευθυντή Χειρουργικής, κατά των προαναφερόμενων προσβαλλόμενων αποφάσεων, αναφέρεται ότι η "απόφαση του Συμβουλίου Επιλογής και Αξιολόγησης δεν είναι νόμιμα αιτιολογημένη, γιατί στο κριτήριο της κλινικής εμπειρίας, για την αξιολόγηση του Κ. Β., ελήφθησαν υπόψη συστατικές επιστολές και βεβαίωση του Καθηγητή Χειρουργικής του Πανεπιστημίου Πατρών και Διευθυντή της Χειρουργικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Ρίου, Φ.

Κ., για το είδος και τον αριθμό των χειρουργικών επεμβάσεων που πραγματοποίησε ο αιτών από τον Ιούνιο του έτους 2000 έως τον Αύγουστο του έτους 2004, οι οποίες κατατέθηκαν στο Συμβούλιο στις 8-2-2005, ήτοι μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής υποψηφιοτήτων (14-10-2004). Κατόπιν τούτων, ενόψει της διαφοράς βαθμολογίας των δύο υποψηφίων και της δυνατότητας ανατροπής της σειράς κατατάξεως αυτών, κρίνεται ότι η επί του ως άνω πρακτικού του Συμβουλίου Επιλογής ερειδόμενη απόφαση διορισμού του Κ.

Β. δεν είναι νόμιμη...". Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την προαναφερθείσα 2500/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, δέχθηκε την αίτηση και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση. Του περιεχομένου των ως άνω αποφάσεων, που απαιτούσε ειδική αιτιολογία για την αξιολόγηση των υποψηφίων για τη θέση του Διευθυντή της Χειρουργικής, όπως προκύπτει από το πρακτικό συνεδριάσεως της 25-1-2011, είχε λάβει γνώση ο κατηγορούμενος.

Ωστόσο, και πάλι, με σκοπό να ακυρώσει την από 25-1-2011 επιλογή και διορισμό του πολιτικώς ενάγοντος στη θέση του Διευθυντή Χειρουργικής, δεν μερίμνησε για την αποστολή εγκύρου πρακτικού περί της αξιολόγησης και επιλογής αυτού, ο δε Πρόεδρος του Συμβουλίου Κρίσεων-Προσλήψεων Χ. Ρ., απέστειλε την από 10-6-2011 πρόσκληση σε συνεδρίαση, με την οποία συγκάλεσε Συμβούλιο στις 16-6-2011 για την επανάληψη της κρίσης για την πλήρωση της θέσης του Διευθυντή της Α' Χειρουργικής Κλινικής, οπότε και, αν και μετά την έκδοση της υπ' αριθμ.../14-6-2011 απόφασης της Διοικητού της 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου περί ανάκλησης της συγκρότησης του Συμβουλίου, επελέγη για την προαναφερόμενη θέση ο υποψήφιος κ.

Π.. Επομένως, εφόσον ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του Προεδρεύοντος του Συμβουλίου Προσλήψεων- Κρίσεων Ιατρών ΕΣΥ, στις 25-1-2011 και κατά το χρονικό διάστημα από 11-4-2011 έως 10-6-2011, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα του, με σκοπό να βλάψει τον πολιτικώς ενάγοντα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης της παράβασης καθήκοντος, κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό".

Ακολούθως το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ότι: Στον Πειραιά στις 25-1-2011 και κατά το χρονικό διάστημα από 11-4-2011 έως 10-6-2011, έχοντας την ιδιότητα του Προεδρεύοντος του Συμβουλίου Προσλήψεων - Κρίσεων Ιατρών ΕΣΥ για τη θέση Διευθυντή Χειρουργικής για το Α' Χειρουργικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Νίκαιας "...", με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας με σκοπό να βλάψει άλλον.

Συγκεκριμένα: α) στις 25-1-2011 έχοντας την ανωτέρω ιδιότητα, συνέταξε το ελλιπές μη νόμιμο υπ' αριθμ. ...-1-2011 πρακτικό, το οποίο δεν έφερε παρανόμως τις υπογραφές τριών εκ των πέντε μελών του Συμβουλίου και συγκεκριμένα των Μ. Γ. (Πρόεδρο του Επιστημονικού Συμβουλίου), Α. Π. (Δ/ντή Χειρουργικού Τομέα), Σ. Ρ. (Συντονιστή Δ/τη Χειρουργικής στο Γ.Ν.

Πειραιά "..."), ήτοι των μελών που είχαν ψηφίσει υπέρ της επιλογής του Κ. Β., το οποίο (πρακτικό) εν συνέχεια και απεστάλη στο Α1 Τμήμα της Διεύθυνσης Προσωπικού του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, β) κατά το χρονικό διάστημα από 11.4.2011 έως 10.6.2011, όντας Προεδρεύων και ως εκ τούτου υπεύθυνος σύνταξης, των πρακτικών του ως άνω Συλλογικού Οργάνου, παρέλειψε να συμμορφωθεί στις γνωστοποιηθείσες σε αυτόν εντολές του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, όπως αυτές περιεχόταν στο υπ' αριθμ.

πρωτ. .../11-4-2011 έγγραφο του Υπουργείου Υγείας, να υποβληθεί σε αυτόν "ενιαίο κείμενο πρακτικού με συνημμένο πίνακα κατάταξης νομίμως συντεταγμένο και υπογεγραμμένο από τον Πρόεδρο, τον Γραμματέα και όλα τα μετέχοντα στη συνεδρίαση μέλη συμφωνά με τις διατάξεις της κανονιστικής υπουργικής απόφασης και το σκεπτικό και διατακτικό των με αριθμούς 2500/2009 και 2469/2009 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Με τις παραδοχές αυτές, το δίκασαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην εν λόγω απόφαση, την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που ανωτέρω αναπτύχθηκε, αφού εκθέτει, σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13α5, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 259 Π.Κ., τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει την απόφαση του νόμιμης βάσης.

Περαιτέρω, οι επί μέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναίρεσε ίο ντος είναι αβάσιμες, καθόσον: Α) Προσδιορίζεται το υπηρεσιακό καθήκον που παραβίασε ο αναιρεσείων, ως υπάλληλος, ήτοι ως Προεδρεύων του Συμβουλίου Προσλήψεων - Κρίσεων Ιατρών Ε.Σ.Υ. και αναπληρωτής του κωλυομένου Προέδρου του Συμβουλίου αυτού, Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου Νίκαιας Πειραιώς, καθώς και από πού προέκυψε το καθήκον του αυτό.

Β) Προκύπτει σαφώς, ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, πως ο ίδιος με την άνω ιδιότητα του είχε αρμοδιότητα για τη σύνταξη, κατά νόμιμο τρόπο, του υπ' αριθμ. ...-1-2011 πρακτικού του προαναφερομένου Συμβουλίου και υποβολή αυτού στο Α' Τμήμα της Δ/νσης Προσωπικού του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

Γ) Αιτιολογείται πλήρως, ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με θέληση παραβάσεως του ως άνω καθήκοντος της υπηρεσίας του και ότι αυτό το έπραξε με σκοπό να βλάψει τον πολιτικώς ενάγοντα, με τον εκτεθέντα τρόπο, που όπως επιχειρήθηκε ήταν πρόσφορος να βλάψει τον τελευταίο. Συγκεκριμένα, αναλύεται με επάρκεια ο αιτιώδης σύνδεσμος και η προσφορότητα της σχετικής, με την παράβαση καθήκοντος, συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και πως η τελευταία ήταν αντικειμενικά πρόσφορη και ικανή, να επιφέρει βλάβη στον πολιτικώς ενάγοντα.

Ειδικότερα, αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, ως προς το αξιούμενο από το νόμο πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο, ότι δηλαδή η αποδιδόμενη σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) παράβαση καθήκοντος έγινε με σκοπό να βλάψει τον πολιτικώς ενάγοντα, αιτιολογουμένου ιδιαιτέρως του στοιχείου τούτου.

Η αιτιολογία αυτή προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ότι ο αναιρεσείων, αρχικά μεν απέστειλε στο άνω Υπουργείο ελλιπές και μη νόμιμο πρακτικό, καθόσον δεν έφερε τις υπογραφές τριών, εκ των πέντε μελών του Συμβουλίου, και δη αυτών που είχαν ψηφίσει υπέρ της επιλογής του πολιτικώς ενάγοντος, ακολούθως δε, δεν μερίμνησε για τη σύνταξη εγκύρου πρακτικού, που να περιλαμβάνει τις επισημάνσεις και όσα είχαν αποτυπώσει τα τρία πλειοψηφούντα μέλη του Συμβουλίου, παρά τις σαφείς εντολές και οδηγίες του Υπουργού Υγείας που του είχαν γνωστοποιηθεί με τα υπ' αριθμ. .../11-4-2011 και .../2011 σχετικά έγγραφα, καθώς και τις διαμαρτυρίες των μελών αυτών.

Με τα παραπάνω, σκοπό είχε να ακυρωθεί η από 25-1-2011 επιλογή και ο διορισμός του πολιτικώς ενάγοντος, στη θέση του Διευθυντού Χειρουργικής του άνω Νοσοκομείου, επιφέροντας βλάβη σ' αυτόν, όπως και έγινε, αφού ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Κρίσεων - Προσλήψεων, Διοικητής του Νοσοκομείου, συγκάλεσε Συμβούλιο για επανάληψη της κρίσης, το οποίο συνεδρίασε στις 16-6-2011 και επέλεξε άλλον υποψήφιο.

Οι λοιπές συναφείς αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτες, αφού υπό την επίφαση των λόγων της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πλήττουν την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 937 του ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπαιτίου προς αποζημίωση, εάν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης. Στην παραπάνω πενταετή παραγραφή υπόκειται και η κατ' άρθρο 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα, όμως αυτή, που δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος, ή όταν δεν τηρήθηκε η επιβαλλομένη από το άρθρο 68 του ΚΠοινΔ διαδικασία, ως προς τον τρόπο και τον χρόνο άσκησης και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 68 και 82 του ΚΠοινΔ, εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα από την αξιόποινη πράξη ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από αυτή, δικαιούται να επιδιώξει την ικανοποίηση της σχετικής απαίτησης του, παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου. Η δήλωση αυτή, πρέπει, να γίνει ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, αν δε αφορά χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, χωρίς έγγραφη προδικασία.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 68, 83, 84 Κ.Π.Δ., 914, 932 ΑΚ και 85 παρ. 1, 86 του Π.Δ.611/1977, ο αμέσως ζημιωθείς από πράξη ή παράλειψη που χαρακτηρίζεται ως ποινικό αδίκημα, δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων σε βάρος δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. μόνον προς υποστήριξη της κατηγορίας, αφού ο υπάλληλος δεν ευθύνεται προσωπικώς για την προκληθείσα ζημία στον τρίτο, ενώ από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο υπαγόμενος στις διατάξεις αυτές υπάλληλος, δεν ευθύνεται για πράξεις ή παραλείψεις που οφείλονται σε δόλο ή βαριά αμέλεια και έγιναν κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ' αυτόν δημοσίας εξουσίας, αλλά υπέχει ευθύνη για την αποζημίωση μόνο το Ν.Π.Δ.Δ., ως αστικώς πλέον υπεύθυνο, την οποία υποχρεούται να καταβάλει κατά το άρθρο 105 εδάφ.

α' Εισ Ν. Α.Κ. στον αμέσως από το αδίκημα παθόντα για αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας ή για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 2 ΚΠοινΔ, "με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 89 παρ. 1, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, περιορίζεται αποκλειστικά, σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο νομιμοποιούμενος, κατά το άρθρο 63 του ίδιου Κώδικα, σε άσκηση πολιτικής αγωγής, μπορεί να παραστεί ως 1 πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από το έγκλημα, όταν ταυτόχρονα ή παράλληλα με το δημόσιο πλήττεται και ιδιωτικό έννομο συμφέρον, δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο, μόνο προς υποστήριξη της κατά του κατηγορουμένου υπαλλήλου κατηγορίας, χωρίς να είναι αναγκαίο στην περίπτωση αυτή να διευκρινίζει αν παρίσταται για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης ή για αποκατάσταση υλικής ζημίας, αφού τέτοια δικαιώματα δεν έχει έναντι του κατηγορουμένου υπαλλήλου.

Όμως, η προς υποστήριξη και μόνο της κατηγορίας παράσταση, αναγκαίως έχει προϋπόθεση ο παριστάμενος να είναι αμέσως παθών από την αξιόποινη πράξη και δεδομένου ότι δεν πρόκειται για παράσταση, προς αξίωση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης, αλλά μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας, δεν ισχύει επ' αυτής η ως άνω προθεσμία παραγραφής του άρθρου 937 του Α.Κ. (Α.Π. 351/2014 ΑΠ 1016/2014).

Ειδικότερα, όταν δεν πρόκειται για παράσταση πολιτικής αγωγής προς αξίωση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αλλά μόνο για υποστήριξη της κατηγορίας για το μη υποκείμενο σε παραγραφή δημοσίου δικαίου δικαίωμα παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 937 του ΑΚ περί παραγραφής η οποία προϋποθέτει αξίωση εξ αδικοπραξίας (ΑΠ 351/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τον έλεγχο της βασιμότητας του από τον αναιρεσείοντα προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παράνομης παράστασης πολιτικής αγωγής, ο Κ. Β.

του Ε. δήλωσε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του κατηγορουμένου δημοσίου υπαλλήλου, Προέδρου του Συμβουλίου Προσλήψεων - Κρίσεων Ιατρών ΕΣΥ" του Γ.Ν. Νίκαιας (ΝΠΔΔ) προς υποστήριξη της κατηγορίας σχετικά με την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος τελεσθείσα στις 25.1.2011 και κατά το χρονικό διάστημα από 11.4.2011 έως 10.6.2011 για την οποία είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως και για την οποία (υποστήριξη της κατηγορίας) είχε παρασταθεί και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τη συνεδρίαση αυτού την 16.1.2017.

Κατά της παράστασης αυτής αντέλεξε ο συνήγορος του κατηγορουμένου με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης και αναπτύχθηκε και προφορικά, ισχυριζόμενος κατά λέξη τα εξής: "Υπάρχουν αντιρρήσεις για την παράσταση της πολιτικής αγωγής. Το 64 δεν αναιρεί την προϋπόθεση του 63.

Πρέπει να προκύπτει ηθική και υλική ζημία. Δεν υπάρχει αστικής φύσεως αξίωση. Πρέπει να συντρέχει το 63 και μετά το 64 παρ. 2". Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε και ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, καίτοι ήταν αόριστη με την παρακάτω αιτιολογία "Κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ. "με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 89 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.

όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο νομιμοποιούμενος κατά το άρθρο 63 του ίδιου Κώδικα σε άσκηση πολιτικής αγωγής μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από το έγκλημα, όταν ταυτόχρονα ή παράλληλα με το Δημόσιο πλήττεται και ιδιωτικό έννομο συμφέρον, δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο προς υποστήριξη και μόνο της κατά του κατηγορουμένου, δημοσίου υπαλλήλου κατηγορίας, χωρίς να είναι αναγκαίο στην περίπτωση αυτή να διευκρινίζει αν παρίσταται για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης ή για αποκατάσταση υλικής ζημίας, αφού τέτοια δικαιώματα δεν έχει έναντι του κατηγορουμένου υπαλλήλου.

Όμως η προς υποστήριξη και μόνο της κατηγορίας παράσταση αναγκαία προϋπόθεση έχει να είναι αμέσως παθών από την αξιόποινη πράξη. Δηλαδή πρέπει η πολιτική αγωγή για αξίωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως να έχει άμεση σχέση και μάλιστα αιτιώδη συνάφεια με την κατηγορία για την οποία ο κατηγορούμενος διώχθηκε και δικάζεται τούτο δε κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό χαρακτηρισμό, όπως διατυπώνεται στο κλητήριο θέσπισμα ή στην κλήση του κατηγορουμένου και σύμφωνα με το προστατευόμενο αγαθό. 'Ετσι για να προσδιορισθεί ποιος είναι ο αμέσως ζημιούμενος και αν έχει έννομο συμφέρον και νομιμοποιείται ενεργητικά σε άσκηση πολιτικής αγωγής, αναζητείται ποιο είναι το συμφέρον και το έννομο αγαθό που προστατεύει η συγκεκριμένη διάταξη που παραβιάστηκε από τον κατηγορούμενο για την οποία δικάζεται (ΑΠ 284/2016 ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση ο Κ. Β. δήλωσε ενώπιον του ακροατηρίου όπως και πρωτοδίκως, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για υποστήριξη της κατηγορίας κατά του κατηγορουμένου για την ηθική βλάβη που υπέστη. Η παράσταση αυτή παραδεκτώς και νομοτύπως ασκείται, ενόψει του ότι ο προαναφερόμενος πολιτικώς ενάγων, φέρεται, σύμφωνα με το κατηγορητήριο ως αμέσως ζημιωθείς από την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος αφού εξαιτίας αυτής δεν εξελέγη στη θέση του Διευθυντή Χειρουργικής του Γενικού Νοσοκομείου Νίκαιας.

Επομένως ο σχετικός ισχυρισμός περί απαραδέκτου της πολιτικής αγωγής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος".

Κατ' ακολουθίαν αυτών που προεκτέθηκαν αφού στην προκειμένη περίπτωση παράλληλα προς το συμφέρον του Δημοσίου (ΝΠΔΔ) πλήττεται και το ιδιωτικό συμφέρον του πολιτικώς ενάγοντος Κ. Β. ο οποίος συνεπεία της αξιόποινης πράξης της παράβασης καθήκοντος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, δεν διορίσθηκε στη θέση του Διευθυντή της Χειρουργικής Κλινικής του Γ.Ν. Νίκαιας (ΝΠΔΔ) δικαιούτο να παραστεί πολιτική αγωγή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο για την υποστήριξη της κατηγορίας ως αμέσως ζημιωθείς εξ αυτής για την οποία σημειωτέον δεν ισχύει η παραγραφή της αξιώσεώς του εκ του άρθρου 937 ΑΚ.

Συνεπώς ορθά απορρίφθηκε η προβληθείσα ένσταση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, από την παράσταση της οποίας κατά την επί του ακροατηρίου διαδικασία δεν επήλθε ακυρότητα αυτής και ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, για έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2.4.2018 (αρ. πρωτ. .../3.4.2018) δήλωση του Σ. Π. του Ι. και της Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1313/20.9.2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ