Legislator Case Law & Legislation
1743/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to prior binding precedent on legal validity of public sector employment claims.

Case Number 1743/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the municipality's appeal against a first-instance judgment regarding public sector employment benefits. The court held that the lower court's decision was legally sound and binding because the Supreme Court had previously established the validity of the claim in a prior ruling. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under the rule preventing re-litigation of settled legal issues.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560(1) KPolD; Art. 562(1) KPolD: An appeal is inadmissible if the court of remand has ruled in conformity with a prior Supreme Court decision, as the legal validity of the claim has already been definitively established.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal binding precedent legal validity court of remand public sector employment re-litigation prohibition Supreme Court ruling

Cited Legislation

AI generated
Art. 560(1) KPolD
Art. 562(1) KPolD

Cited Case Law

AI generated
16/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
17/2015
Supreme Court allows appeal against appellate court's failure to consider sworn affidavit as evidence.
1392/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι: α) Το ορθό ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 3 αναιρεσείουσας είναι "Α. Φ." και όχι "Α. Φ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, β) Το ορθό ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 15 αναιρεσείουσας είναι "Χ. Κ." και όχι "Χ. Κ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, γ) Το ορθό ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 18 αναιρεσείουσας είναι "Σ. Τ." και όχι "Α. Τ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, δ) Το ορθό ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 23 αναιρεσείουσας είναι "Α. Κ." και όχι "Α. Κ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ε) Το ορθό ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 24 αναιρεσείουσας είναι "Ρ. Κ." και όχι "Ρ. Κ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, στ) Το ορθό ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 27 αναιρεσείουσας είναι "Θ. Π." και όχι "Δ. Π." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ζ) Το ορθό ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 34 αναιρεσείουσας είναι "Ε. Κ." και όχι "Ε. Κ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1743 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1743/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας Βλαδίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Σ. του Δ., 2) Σ. Φ. του Ι., 3) Α. Φ. του Κ., 4) Ν. Κ. του Δ., 5) Γ. Κ. του Δ., 6) Α. Κ. του Ν., 7) Α. Λ. του Δ., 8) Μ. Κ. του Ι., 9) Σ. Λ. του Α., 10) Ε. Δ. του Γ., 11) Κ. Κ. του Γ., 12) Ε. Α. του Ε., 13) Α. Σ., 14) Β. Μ., 15) Χ. Κ., 16) Ε. Τ. του Π., 17) Α. Γ. του Δ., 18) Σ. Τ. του Χ., 19) Α. Ν. του Α., 20) Σ. Τ. του Χ., 21) Δ. Μ. του Κ., 22) Μ. Μ. του Ε., 23) Α. Κ. του Β., 24) Ρ. Κ. του Ι., 25) Μ. Π. του Γ., 26) Κ. Σ. -Τ. του Χ., 27) Θ. Π. του Δ., 28) Κ. Τ. του Ι., 29) Ά. Σ. του Ε., 30) Α. Π. του Ι., 31) Π. Μ. του Μ., 32) Α. Τ. του Ι., 33) Α. Π., 34) Ε. Κ. του Ν., 35) Π. Ν. του Κ. και 36) Μ. Μ. του Σ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Βούκουτου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών την 11-9-2006.

Εκδόθηκαν η 261/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 8481/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 28-4-2011 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1392/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η τότε προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ίδιο δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 3270/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 10-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη, από 11-9-2006 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επικαλούμενοι ατομικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ζήτησαν να υποχρεωθεί το αρχικώς εναγόμενο ΝΠΔΔ, στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει ήδη ο αναιρεσείων ΟΤΑ, να τους καταβάλει για το χρονικό διάστημα από 1-9-2005 μέχρι 1-9-2006 την ειδική παροχή (176 ευρώ) του άρθρου 14 παρ.2 του ν. 3016/2002, συνολικού ύψους 2.548 ευρώ για τον καθένα. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 261/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία αυτή κρίθηκε αόριστη και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, διότι δεν αναφερόταν αν και ποια άλλα επιδόματα λαμβάνουν οι ενάγοντες και αν το άθροισμα αυτών υπολείπεται ή υπερβαίνει το ποσό των 176 ευρώ μηνιαίως. Κατά της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι ενάγοντες άσκησαν την από 4-6-2007 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 8481/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν, η έφεση έγινε τυπικά δεκτή, αλλά απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της, με την ίδια αιτιολογία.

2.Η ως άνω απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προσβλήθηκε από τους ενάγοντες με αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 1392/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με αυτήν, η αίτηση έγινε δεκτή με την αιτιολογία ότι, κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων των άρθρων 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ.2 του ν. 3205/2003, για τη νομική θεμελίωση της αγωγής είναι αρκετή η επίκληση ότι οι ενάγοντες αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου της δημόσιας διοίκησης και ότι η τυχόν λήψη από αυτούς άλλων επιδομάτων συνιστά ζήτημα ουσίας.

Και περαιτέρω, με την αναιρετική απόφαση κρίθηκε ότι α) το επίδομα ειδικής απασχόλησης του προσωπικού των ΟΤΑ (άρθρο 8 παρ.8 του ν. 2470/1997) είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες εργασίας του εν λόγω προσωπικού, ενώ η ένδικη ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, δεν συναρτάται με τις συνθήκες αυτές, αλλά συνιστά γενική αύξηση του μισθού όλων των υπαλλήλων που αμείβονται με το μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης και β) το επίδομα κίνησης (που προβλέφθηκε αρχικώς με το άρθρο 3 του ν. 2346/1995 και κατόπιν με το ν. 2346/1999) αποτελεί αποζημίωση για την κάλυψη των δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται οι υπάλληλοι των ΟΤΑ κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, γι’ αυτό και αμφότερα (τα υπό α’ και β’ επιδόματα) δεν μπορούν να συμψηφισθούν με την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002.

Κατόπιν αυτού, η τότε προσβληθείσα 8481/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναιρέθηκε στο σύνολό της και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

3. Μετ’ αναίρεση, εκδόθηκε η ήδη προβαλλόμενη 3270/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν, το δικαστήριο της ουσίας συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ.4), έκρινε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως προς το ότι οι τακτικές αποδοχές του καθενός από τους ενάγοντες έπρεπε να προσαυξηθούν με την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, επιδίκασε για την αιτία αυτή στον καθένα το ποσό των 2.112 ευρώ, αλλά απέρριψε την αγωγή κατά τα λοιπά, δεχθέν ότι η ένδικη παροχή δεν μπορούσε να προσαυξήσει και τα επιδόματα εορτών και αδείας, δοθέντος ότι αυτά "υπολογίζονται επί του βασικού μισθού ενώ η ειδική παροχή δεν προσαυξάνει το βασικό μισθό, αλλά τις τακτικές αποδοχές".

4. Κατά της ως άνω αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ο αναιρεσείων ΟΤΑ, που κατά τη διάρκεια της επιδικίας υπεισήλθε στη θέση του αρχικώς εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δημοτικό Κέντρο Παιδιού Δήμου Αιγάλεω", άσκησε την υπό κρίση, από 21-12-2015 (ημερομηνία καταθέσεως) αίτηση αναιρέσεως, με την οποία ζητεί την ακύρωσή της για το μοναδικό λόγο από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενο στο ότι ήδη, με τις 16/2015 και 17/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, επήλθε μεταβολή στην προηγούμενη νομολογία του ακυρωτικού δικαστηρίου με αποτέλεσμα, αντίθετα προς τα όσα είχαν γίνει δεκτά με την 1392/2013 αναιρετική απόφαση, να θεωρείται πλέον μη νόμιμη η αδιάκριτη επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 σε όλους τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, με μοναδική προϋπόθεση την υπαγωγή τους στο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης.

Με το περιεχόμενο αυτό, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.1 ΚΠολΔ, στην οποία, προς αποφυγή, ακριβώς, της διαιώνισης της εκκρεμοδικίας λόγω πιθανών παλινωδιών στην αναιρετική νομολογία, ορίζεται ότι λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται κατά αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής, στο μέτρο που αυτό συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.

Εξαίρεση στον κανόνα αυτό δεν προβλέπεται ακόμη και όταν η νομολογιακή μεταβολή επήλθε με απόφαση μείζονος συνθέσεως του ακυρωτικού δικαστηρίου. Το δε περί του αντιθέτου επιχείρημα του αναιρεσείοντος, ότι δήθεν με την αναιρετική απόφαση, προς την οποία συμμορφώθηκε το πολυμελές πρωτοδικείο που δίκασε κατ’ έφεση ως δικαστήριο της παραπομπής, επιλύθηκε μόνο το ζήτημα του ορισμένου και όχι αυτό της νομικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, είναι εσφαλμένο, διότι προκειμένου ο Άρειος Πάγος να αποφανθεί ότι η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, ερεύνησε τη νομική βασιμότητα αυτής, ερμήνευσε, σύμφωνα με την άποψη που τότε προκρίθηκε ως ορθή από το αναιρετικό τμήμα, τις εφαρμοστέες διατάξεις και αποφάνθηκε ότι το ιστορικό της αγωγής έχει επαρκή πληρότητα και βρίσκει έρεισμα σ’ αυτές.

Είπε, δηλαδή, νόμω βάσιμη την αγωγή και κατά τούτο δέσμευσε το δικαστήριο της παραπομπής, του οποίου η κρίση, ως συμμόρφωση προς την αναιρετική απόφαση, δεν είναι πλέον δυνατό να ελεγχθεί αναιρετικώς.

5.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου της δικονομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε, σε συνδυασμό με το ότι σύμφωνα με τις ΟλΑΠ 16/2015 και 17/2015, που επακολούθησαν, η αγωγή θα είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-12-2015 αίτηση περί αναιρέσεως της 3270/ 2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Οκτωβρίου 2017. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Οκτωβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ