Supreme Court dismisses bank's appeal on breach of law regarding employee negligence in payment to wrong beneficiary.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Bank of Piraeus's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment ordering it to pay €90,441.02 to two beneficiaries based on a contract of irregular deposit. The court found the lower court correctly applied the law regarding the bank's employee's gross negligence in failing to verify the identity of the account holder, which constituted a breach of the specific law on anonymous companies. Consequently, the court held that the bank's liability remained despite the beneficiary's fraudulent conduct, rejecting the argument that the fraud broke the causal chain.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3 of the Law 177/1923 on anonymous companies; The bank remains liable for payments made to the wrong beneficiary due to its employee's gross negligence in verifying identity, even if the beneficiary acted fraudulently.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1743 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1743/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου, Εμμανουήλ Κλαδογένη, και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Σπυρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Φ. Ξ. του Ι., κατοίκου ... και 2. Κ. Ξ. του Ι., κατοίκου ..., από τους οποίους ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Πικράκη και ο δεύτερος παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-8-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 984/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 3590/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-9-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 18-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3590/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 6-5-2010 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 984/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτά είχε γίνει μερικώς δεκτή η από 19-8-2005 αγωγή των αναιρεσίβλητων και είχε υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει το ποσόν των 90.441,02 ευρώ στον καθένα (με το νόμιμο τόκο) με βάση σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.
Ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 633/2011).
Εξάλλου, η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και συνεπώς έχει επ' αυτής εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 830 παρ. 1 εδ. β' του ΑΚ, με την οποία, επί ανώμαλης παρακαταθήκης, σχετικά με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης, ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, επομένως, και η διάταξη της ΑΚ 827, κατά την οποία ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξη του, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ.
της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", η οποία, ως ειδική, υπερισχύει των διατάξεων των άρθρων 888 και 889 του ΑΚ, "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας η άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένη διά της επ' αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμή ετέλει εν δόλω ή εν βαρεία αμέλεια".
Τέτοια "απόδειξη καταθέσεως χρημάτων" είναι και το βιβλιάριο καταθέσεως ταμιευτηρίου, το οποίο εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη η τραπεζική ανώνυμη εταιρεία. Το βιβλιάριο αυτό εξομοιώνεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 444 εδ. 3 του ΚΠολΔ, με ιδιωτικό έγγραφο και αποτελεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 448 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, πλήρη απόδειξη για όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφει (με μηχανική απεικόνιση), επιτρέπεται δε μόνο ανταπόδειξη περί της αληθείας των εγγραφών.
Επομένως, κάθε φορά που η τράπεζα εξοφλεί, ολικώς ή μερικώς, απαίτηση του καταθέτη που αναφέρεται στο βιβλιάριο αυτό και σημειώνει επ' αυτού την εξόφληση (ανάληψη) με μηχανική απεικόνιση, σύμφωνα με τα ανωτέρω, έχει εφαρμογή η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923, από την οποία προκύπτει ότι απαραίτητο κατά νόμο στοιχείο για την υποχρέωση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το ποσό της καταθέσεώς του, το οποίο κατέβαλε σε τρίτο που πλαστογράφησε την υπογραφή του καταθέτη, είναι ο δόλος ή η βαριά αμέλεια των οργάνων της (ΑΚ 330 και 334 εδ.
α') και ότι τέτοια βαριά αμέλεια υπάρχει και όταν οι προστηθέντες υπάλληλοί της, που συνέταξαν και εκτέλεσαν το ένταλμα πληρωμής του αναληφθέντος ποσού, δεν προέβησαν σε διαπίστωση της ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού από αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του τελευταίου.
Η κρίση, αν είναι βαριά η αμέλεια που επιδείχθηκε, καταλείπεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν υπόψη του και αποδείχθηκαν, θα κρίνει αν είναι βαριά η αμέλεια αυτή. Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη βαριάς αμέλειας, που είναι αόριστη νομική έννοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου μόνο ως προς το αν, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αμέλεια είναι βαριά, όχι δε και ως προς το αν είναι ή όχι ορθή η εκτιμητική από τις αποδείξεις κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των περιστατικών αυτών.
Γενικώς, η αμέλεια μπορεί να χαρακτηριστεί ως βαριά, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη που φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα εις βάρος τρίτων αποτελέσματά της (ΑΠ 1765/2008). Συναφώς, η άρνηση της τράπεζας να αποδώσει στον παρακαταθέτη το χρηματικό ποσό της καταθέσεως, και αν ακόμα αυτό έχει αναληφθεί από τρίτο με αξιόποινη πράξη, συνιστά αθέτηση συμβάσεως, παρά το ότι μπορεί να απαλλαγεί αυτή της εν λόγω υποχρεώσεώς της, κατά το άρθρο 3 του ν.δ. 17-7/13-8- 1923, ανεξάρτητα αν συγχρόνως συνιστά ή όχι τούτο και αστικό αδίκημα.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις του άρθρου 3 ν.δ. της 17-7/13-8-1923 και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία της αόριστης νομικής έννοιας της "βαρείας αμέλειας", καθώς και με αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε ότι η συμπεριφορά της υπαλλήλου της Τράπεζας έφερε το χαρακτήρα της βαρείας αμέλειας κατά την εξόφληση λογαριασμού από μη δικαιούμενο πρόσωπο και δέχθηκε κατόπιν αυτού την αγωγή των αναιρεσίβλητων με βάση τις διατάξεις περί ανώμαλης παρακαταθήκης.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 1-10-2004, βρέθηκε νεκρή στην Αθήνα, η εκ πατρός θεία των εναγόντων, Χ. Ξ. του Κ., χήρα Ν. Κ., ο θάνατος όμως της τελευταίας τοποθετείται από την γενομένη ιατροδικαστική εξέταση 5-6 ημέρες πριν την ως άνω ημερομηνία.
Η ανωτέρω αποβιώσασα δεν είχε συντάξει διαθήκη, μόνοι δε πλησιέστεροι συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής ήταν οι ενάγοντες ανηψιοί της, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, οι οποίοι αποδέχτηκαν την κληρονομία. Μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονταν στην κληρονομιά της αποβιωσάσης θείας των εναγόντων, ήταν και ο λογαριασμός ταμιευτηρίου με αρ. ..., τον οποίο διατηρούσε στην εναγομένη τράπεζα, περιελάμβανε δε αυτός ομόλογα ΕΤΒΑ, εκδόσεως μηνός Ιουλίου 2002, ποσού 2.700 ευρώ, και ομόλογα ΕΤΒΑ, εκδόσεως μηνός Μαρτίου 2003, ποσού 178.023,36 ευρώ.
Ο ανωτέρω λογαριασμός είχε ανοιχθεί σε υποκατάστημα της εναγομένης στην Αθήνα, με δικαιούχο την ανωτέρω αποβιώσασα. Από την 1-10-2004, ημερομηνία κατά την οποία η Χ. Ξ. βρέθηκε νεκρή, είχε διαταχθεί η σφράγιση της κινητής περιουσίας της με την υπ' αρ. 514/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία ανακλήθηκε στις 28-1-2005, κατόπιν της από 7-12-2004 σχετικής αίτησης των εναγόντων, με απόφαση του ιδίου ανωτέρω δικαστηρίου και αποσφραγίστηκε η σχετική κινητή περιουσία της.
Στο μεταξύ, περί τα μέσα Δεκεμβρίου του 2004, προσήλθε σε υποκατάστημα της εναγομένης που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη και στην οδό ..., ο Γ. Π. του Ι., όπου επέδειξε αντίγραφο του υπ' αρ. .../7-10-2004 ειδικού πληρεξουσίου, το οποίο φερόταν ότι είχε συνταχθεί από το συμβ/φο Αθηνών Γεώργιο Βασιλείου Πολίτη και δυνάμει του οποίου, η ως άνω αποβιώσασα φερόταν να διορίζει αντιπρόσωπο της τον προαναφερθέντα Π., στον οποίο έδιδε την πληρεξουσιότητα να πωλήσει τα ανωτέρω ομόλογα και να εισπράξει για λογαριασμό της το σχετικό αντίτιμο.
Ο αρμόδιος υπάλληλος του ανωτέρω υποκαταστήματος κατέστησε γνωστό στον Π. ότι προκειμένου να εκτελεστούν οι πράξεις που αναφέρονται σ' αυτό, θα πρέπει προηγουμένως να ελεγχθεί από τη νομική υπηρεσία της εναγομένης η γνησιότητα του, στην οποία και πρέπει να αποσταλεί. Ωστόσο, πριν ακόμη αποσταλεί το εν λόγω πληρεξούσιο, ο ανωτέρω Π.
έσπευσε να εμφανιστεί στο ίδιο υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης, συνοδευόμενος από υπερήλικη γυναίκα, αγνώστων στοιχείων, η οποία παρουσιάστηκε στην προστηθείσα από την εναγομένη αρμόδια για τις καταθέσεις υπάλληλο του ως άνω υποκαταστήματος, ως Χ. Κ., επιδεικνύοντας μάλιστα σ' αυτή, πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, με τα ίδια στοιχεία της αποβιωσάσης, με εξαίρεση βέβαια τη φωτογραφία του προσώπου, που απεικόνιζε την ως άνω υπερήλικη γυναίκα και όχι τη Χ.
Κ.. Επιδεικνύοντας δε την εν λόγω ταυτότητα, ζήτησαν από την αρμόδια υπάλληλο να προστεθεί ο Π., ως συνδικαιούχος στο λογαριασμό ταμιευτηρίου της Χ. Κ., συνυπογράφοντας ο ίδιος στη σχετική αίτηση, την οποία υπέγραψε και η ανωτέρω υπερήλικη γυναίκα με πλαστή υπογραφή, ως "Χ.Κ." και έτσι δεν κρίθηκε απαραίτητο να αποσταλεί στη νομική υπηρεσία για έλεγχο το προαναφερόμενο πληρεξούσιο, το οποίο εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι ήταν πλαστό.
Την επομένη ημέρα 22-12-2004, ο Π. συνοδευόμενος και πάλι από την ανωτέρω υπερήλικη γυναίκα, προσήλθε στο ίδιο υποκατάστημα της εναγομένης και ζήτησαν την εξόφληση των προαναφερομένων ομολόγων και την κατάθεση του προϊόντος της ρευστοποίησής τους στον ανωτέρω κοινό πλέον λογαριασμό. Η αρμόδια για τις καταθέσεις υπάλληλος της εναγομένης, στην οποία αποτάνθηκαν, για την προσθήκη συνδικαιούχου του λογαριασμού και τη ρευστοποίηση των ομολόγων, ζήτησε από την υπερήλικη γυναίκα, η οποία παρέστησε στην υπάλληλο ψευδώς ότι είναι η Χ.
Κ., δελτίο ταυτότητας. Η εν λόγω κυρία επέδειξε στην υπάλληλο πλαστό δελτίο ταυτότητας, το οποίο έφερε τα ίδια στοιχεία με αυτά της γνήσιας ταυτότητας της Χ. Κ. (αριθμός δελτίου ταυτότητας, ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο, μητρώνυμο, ονοματεπώνυμο συζύγου, χρονολογία γεννήσεως, τόπος γεννήσεως, διεύθυνση επάγγελμα), διέφερε δε ως προς τη φωτογραφία, το σχήμα προσώπου, που στο γνήσιο αναγραφόταν ως σφαιρικό, ενώ στην πλαστή, ως ωοειδές και ως προς την υπογραφή.
Η αρμόδια υπάλληλος, εξετάζοντας τόσο στην αίτηση προσθήκης συνδικαιούχου, όσο και στην αίτηση εξόφλησης των ομολόγων, τα στοιχεία της αιτούσης αρκέστηκε στην αντιπαραβολή της φωτογραφίας της πλαστής ταυτότητας με τη φυσιογνωμία της προσελθούσης στο υποκατάστημα κυρίας και στην αντιπαραβολή των στοιχείων της πλαστής ταυτότητας, με αυτά που ήταν καταχωρημένα στο αρχείο της εναγομένης και αφορούσαν τον αριθμό της ταυτότητας και τα ατομικά στοιχεία του κατόχου αυτής.
Έτσι πείσθηκε ότι η εμφανισθείσα ενώπιον της ανωτέρω κυρία ήταν η πραγματική δικαιούχος του λογαριασμού και προέβη το μεν στην προσθήκη του αιτουμένου συνδικαιούχου, το δε στην εξόφληση των επιδίκων ομολόγων και την κατάθεση του προϊόντος της ρευστοποίησης τους, που ανήρχετο την ημέρα εκείνη στο ποσό των 180.882,025 ευρώ, στον κοινό λογαριασμό.
Στη συνέχεια ο ανωτέρω Γ. Π., συνδικαιούχος πλέον του ανωτέρω λογαριασμού της αποβιωσάσης συγγενούς των εναγόντων, εισέπραξε σταδιακά τις επόμενες ημέρες το σύνολο του ποσού που υπήρχε σ' αυτόν. Η ανωτέρω προσθήκη συνδικαιούχου στον επίδικο λογαριασμό, που έλαβε χώρα ύστερα από αίτηση μη δικαιούχου του λογαριασμού, η πληρωμή-ρευστοποίηση των ομολόγων από μη δικαιούχο και η κατάθεση του προϊόντος αυτής στον εν λόγω λογαριασμό, με συνέπεια την ανάληψη του ποσού αυτού από μη δικαιούμενο πρόσωπο, θα είχαν αποφευχθεί αν η αρμοδία υπάλληλος της εναγομένης δεν επεδείκνυε βαρεία αμέλεια κατά τη διενέργεια των ανωτέρω συναλλαγών.
Ειδικότερα οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έλαβαν χώρα οι ανωτέρω πράξεις, και συγκεκριμένα το γεγονός ότι το ποσό των ομολόγων, ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, ο σχετικός λογαριασμός είχε ανοιχθεί σε υποκατάστημα άλλης πόλεως καθώς και το γεγονός ότι η υπογραφή που έθεσε η ανωτέρω υπερήλικη γυναίκα στις προαναφερόμενες συναλλαγές, διέφερε ουσιωδώς με την υπάρχουσα τοιαύτη στο δελτίο της πλαστής ταυτότητας, δεδομένου ότι η πρώτη αποτελείται από τα αρχικά του ονόματος της φερομένης ως δικαιούχου ήτοι "Χ.Κ.", ενώ της δεύτερης από το αρχικό του κυρίου ονόματος και ολόκληρο το επίθετο, ήτοι "Χ.
Κ.", έπρεπε να ωθήσουν την εν λόγω υπάλληλο, η οποία είχε εμπειρία άνω των δέκα ετών, στη λήψη πρόσθετων μέτρων ασφαλείας, ώστε να ερευνηθεί εάν το πρόσωπο που συνηλλάσετο ήταν πράγματι η δικαιούχος Χ. Κ.. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω η αρμόδια υπάλληλος όφειλε να ζητήσει να αποσταλεί στο υποκατάστημα που εργαζόταν, από το υποκατάστημα των Αθηνών, στο οποίο είχε ανοιχθεί ο επίδικος λογαριασμός, φωτ/φο της ταυτότητας δικαιούχου και κυρίως δείγμα υπογραφής αυτής, ώστε να είναι δυνατή η σύγκριση με την υπογραφή που έθεσε η φερόμενη ως δικαιούχος.
Μη ζητώντας όμως η αρμοδία υπάλληλος της εναγομένης τα ανωτέρω, επέδειξε συμπεριφορά που φέρει τον χαρακτήρα βαρείας αμέλειας και επομένως η εναγομένη καταβάλλοντας το πιο πάνω ποσό στον μη δικαιούχο ανωτέρω Π., δεν απαλλάσσεται της υποχρεώσεως της για την πληρωμή του ποσού αυτού στους δικαιούχους ενάγοντες, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 περί ειδικών, διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ως άνω διάταξη του άρθρου 3 ν.δ. 17.7/13-8-1923, καθόσον, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που -αναιρετικώς ανέλεγκτα- έκρινε αποδεδειγμένα, συντρέχει όντως βαριά αμέλεια της υπαλλήλου της αναιρεσείουσας, υπό την προεκτεθείσα έννοια.
Δεν δημιουργείται δε αντίφαση στις αιτιολογίες της απόφασης από την παραδοχή ότι η υπάλληλος της αναιρεσείουσας πείσθηκε για την ταυτοπροσωπία της γυναίκας που εμφανίσθηκε ενώπιον της ως Χ. Κ. με την παραδοχή ότι βαρύνει την ίδια βαριά αμέλεια ως προς τον τρόπο διαχειρίσεως του λογαριασμού της εν λόγω δικαιούχου, αφού, σύμφωνα με το όσα εκτέθηκαν παραπάνω ως παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, έπρεπε (και μπορούσε αν επεδείκνυε την ειθισμένη προσοχή) να διακριβώσει ότι η γυναίκα εκείνη δεν ήταν η πραγματική δικαιούχος του λογαριασμού. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τα άρθρα 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 335 ΑΚ, και ειδικότερα, εφόσον δέχθηκε παράνομη και δόλια συμπεριφορά εκ μέρους του Γ. Π., εξαιτίας της οποίας ανέλαβε αυτός σταδιακά ως συνδικαιούχος τα χρηματικά ποσά από το λογαριασμό της Χ. Κ., θα έπρεπε να δεχθεί ότι η συμπεριφορά αυτή διέκοψε την αιτιώδη διαδρομή μεταξύ του δικαιολογητικού λόγου ευθύνης της Τράπεζας για την απόδοση των χρηματικών ποσών από το λογαριασμό της Χ. Κ. και της ζημίας των αναιρεσίβλητων, και να απορρίψει συνακόλουθα την αγωγή τους. Ο λόγος αυτός είναι νομικώς αβάσιμος. Τούτο, δε, διότι από το γεγονός, ότι την επέλευση της ζημίας προκαλεί προεχόντως (δολία) εγκληματική ενέργεια ενός προσώπου, ουδόλως αποκλείεται να καθίσταται αιτιωδώς εφικτή η διάπραξη του εγκλήματος και η επέλευση της ζημίας από συγκλίνουσα (όχι δολία αλλά) αμελή συμπεριφορά άλλου προσώπου, όπως είναι εν προκειμένω η ως άνω συμπεριφορά ης υπαλλήλου της αναιρεσείουσας Τράπεζας. Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-9-2011 αίτηση της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. για αναίρεση της 3590/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα ση δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ