1743/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρο 11 παρ.1 του ν.489/1976, "ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατ' άρθρο 10 παρ.1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού".
Legislator headnote
AI generated1743/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη του άρθρου 10§2 του Ν. 489/1976, ρυθμίζουσα ειδικώς την αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστού, ευθυνόμενου έναντι του παθόντος όχι εξ αδικοπραξίας αλλά εκ του νόμου, επικρατεί της γενικής διατάξεως του άρθρου 937 Α.Κ. Επομένως, μέσα στη διετία, από της επομένης του ατυχήματος, πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής κατά του ασφαλιστού.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1743 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1743/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ALLIANZ ΕΛΛΑΣ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (Νέα επωνυμία της ΑΕΓΑ-ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 7393/10-7-2007) νομίμως εκπροσωπούμενη, εδρεύουσας στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Χ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Χαρίκλεια Απαλαγάκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 28123/10-7-2003 και 37128/20-10-2003 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης και τις 18234/30-4-2001, 25424/20-6-2000, 22505/14-6-2000, 25424/20-6-2000, αγωγές και 42813/2-12-2003, 42814/2-12-2003 πλαγιαστικές αγωγές άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 298/2007 εν μέρει οριστική και 15303/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1331/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς ανέγνωσε την από 7-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων της.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 11 παρ.1 του ν.489/1976, "ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατ' άρθρο 10 παρ.1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού".
Κατά δε την παράγραφο 2 του άνω άρθρου και νόμου, "η ακύρωση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης δύναται ν' αντιταχθεί κατά του τρίτου που ζημιώθηκε μόνο αφού το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι ημερών από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνωστοποίηση της ακύρωσης ή λήξης ή αναστολής". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ.1 του ν.2496/1997 "κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου", κατά δε την παράγραφο 6 του αυτού άρθρου και νόμου "σε περίπτωση παράβασης από δόλο της άνω υποχρέωσης, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης".
Τέλος, κατά το άρθρο 5 παρ.2 εδ.β' του ίδιου ν. 2496/1997, που εφαρμόζεται και στη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, γιατί η ρύθμιση που περιέχει δεν είναι ασυμβίβαστη προς το όλο σύστημα του ν. 489/1976 ο οποίος δεν έχει αντίθετους ορισμούς, "αν κατά τη σύναψη της ασφάλισης, ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ή ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, γνώριζε ότι η ασφαλιστική περίπτωση είχε ήδη επέλθει, ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται σε παροχή και δικαιούται, εφόσον δεν γνώριζε την επέλευση του κινδύνου, το ασφάλιστρο μέχρι τέλους της ασφαλιστικής περιόδου".
Στην τελευταία αυτή περίπτωση αληθινά πρόκειται για ακυρωσία που στηρίζεται σε απάτη που διέπραξε ο αντισυμβαλλόμενος, αλλά ο νόμος έχει προβεί σε ειδική ρύθμισή της και την αντιμετωπίζει ως μονομερώς ανενεργή, δηλαδή ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται από την ασφάλιση, δικαιούται όμως να απαιτήσει το ασφάλιστρο, εφόσον δεν γνώριζε την επέλευση του κινδύνου.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι κάθε ένσταση που αφορά και θεμελιώνεται στην ασφαλιστική σύμβαση, όπως είναι και εκείνη της ακυρότητας για οποιοδήποτε λόγο αυτής, δεν αντιτάσσεται κατά του προσώπου που ζημιώθηκε από αυτοκινητικό ατύχημα και ασκεί την αξίωσή του κατά της ασφαλιστικής εταιρείας κατά το άρθρο 10 παρ.1 του ν. 489/ 1986, εκτός αν η ασφαλιστική εταιρεία επικαλεστεί και αποδείξει, ότι είχε γνωστοποιήσει την ακυρότητα αυτή 16 ημέρες πριν συμβεί το ατύχημα.
Παρέπεται απ' αυτά, ότι δεν αντιτάσσεται κατά του τρίτου, ούτε η μονομερής ανενέργεια της σύμβασης ασφάλισης που οφείλεται στο ότι ο αντισυμβαλλόμενος, για να γεννηθεί υπέρ αυτού και των ασφαλισμένων προσώπων ασφαλιστική κάλυψη, πέτυχε να εξαπατήσει τον ασφαλιστή και να αποκρύψει κατά τη σύναψη της σύμβασης ότι ήδη είχε επέλθει ατύχημα και ζημία σε τρίτο πρόσωπο (ΑΠ 1485/2005, ΑΠ 727/2008, ΑΠ 1288/ 2009).
Εξάλλου, λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη είτε σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου είτε σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εφαρμοσθέντος ή μη κανόνα δικαίου, ενώ λόγος αναίρεσης από τον αρ.19 του ίδιου άρθρου δημιουργείται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1288/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι ασφαλιστικής σύμβασης: "Η πρώτη εναγομένη μετά το ένδικο ατύχημα, δεν επέδειξε στα αστυνομικά όργανα που επιλήφθηκαν του ατυχήματος, τα νόμιμα έγγραφα ασφαλιστικής κάλυψης της αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Την ίδια μέρα και περί ώρα 15.08', ο τρίτος εναγόμενος, ενεργώντας με τη διπλή ιδιότητα αφ' ενός του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης εταιρείας ως ιδιοκτήτριας του άνω ζημιογόνου αυτοκινήτου και αφ' ετέρου του ασφαλιστικού συμβούλου, απέστειλε με τηλεομοιότυπο (FΑΧ) προς την εταιρεία "British Providence", που ενεργούσε ως μεσίτης υπέρ της ασφαλιστικής εταιρίας "AGF ΚΟΣΜΟΣ", η οποία ήδη έχει μετονομασθεί σε "ALLIANZ ΑΕΓΑ", πέμπτη εναγομένη της κύριας αγωγής, την από 8-12-1998 αίτηση ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Στην αίτηση το αυτοκίνητο δηλώθηκε ως καινούριο, με έτος κατασκευής το 1998. Αυτό ήταν ανακριβές, διότι αυτό κυκλοφορούσε με πρώτη άδεια κυκλοφορίας την 7-5-1997 και είχε εμπλακεί ήδη, την 12-9-1997, σε άλλο τροχαίο ατύχημα, στο οποίο είχε καταβληθεί αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ". Η ανακρίβεια ήταν σκόπιμη και απέβλεπε στο να καταρτισθεί σύμβαση ασφάλισης από την 12.00 μεσημβρινή ώρα της ίδιας ημέρας, πρακτική που εφαρμοζόταν για καινούρια αυτοκίνητα, προκειμένου να εμφανιστεί αναληθώς ότι το επίδικο ατύχημα είχε συμβεί σε χρόνο, κατά τον οποίο υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη.
Τα περιστατικά αυτά, που ήταν γνωστά στον τρίτο και την πρώτη των εναγομένων, ήταν άγνωστα τόσο στους αρμοδίους υπαλλήλους των εταιρειών "British Providence" και "ALLIANZ ΑΕΓΑ" όσο και στην ενάγουσα-παθούσα. Έτσι, την επόμενη ημέρα εκδόθηκε ασφαλιστήριο με ετήσια διάρκεια, από το μεσημέρι της 8-12-1998 μέχρι το μεσημέρι της 8-12-1999.
Κατόπιν, η πρώτη εναγομένη υπέβαλε δήλωση ατυχήματος προς την πέμπτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με την οποία ανέλαβε την ευθύνη για το επίδικο ατύχημα. Όταν, στη συνέχεια, διερευνήθηκαν από την ασφαλιστική εταιρία οι συνθήκες του ατυχήματος, διαπιστώθηκαν τα παραπάνω και υποβλήθηκε έγκληση σε βάρος του τρίτου εναγομένου για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Με βάση τα αναφερθέντα περιστατικά, προκύπτει με σαφήνεια ότι, στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει ακυρωσία της άνω ασφαλιστικής σχέσης, που στηρίζεται στην απάτη, που διέπραξε ο τρίτος εναγόμενος για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης εταιρίας - αντισυμβαλλόμενης της ασφαλιστικής εταιρίας, με την σκόπιμη απόκρυψη του επιδίκου ατυχήματος και συνακόλουθα της πλήρωσης της ασφαλιστικής περίπτωσης από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, η οποία δεν είχε διαπραγματευτεί ή αποδεχτεί την κατάρτιση αναδρομικής ασφάλισης.
Σε μια τέτοια περίπτωση, ο νόμος (άρθρο 5 παρ.2 εδ.β του ν. 2496/1997) έχει προβεί σε ειδική ρύθμιση της εν λόγω σχέσης και την αντιμετωπίζει ως μονομερώς ανενεργή, δηλαδή ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται από την ασφάλιση, δικαιούται ωστόσο να απαιτήσει το ασφάλιστρο, εφόσον δεν γνώριζε την επέλευση του κινδύνου και επομένως η επίμαχη σύμβαση ασφάλισης δεν δεσμεύει την εταιρεία "ALLIANZ ΑΕΓΑ" σε παροχή έναντι των άλλων συνεναγομένων της.
Όσον αφορά όμως την ενάγουσα-παθούσα η άνω μονομερής ανενέργεια της σύμβασης ασφάλισης δεν αντιτάσσεται κατ' αυτής, αφού η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία δεν επικαλείται ότι είχε γνωστοποιήσει την εν λόγω ανενέργεια 16 ημέρες πριν συμβεί το ατύχημα ούτε προέκυψε, όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι η ενάγουσα-παθούσα τελούσε καθοιονδήποτε τρόπο σε γνώση της προαναφερθείσας παράνομης πράξης των αντιδίκων της και συνακόλουθα της ανενεργείας της σύμβασης".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή τις πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, απορρίπτοντας την ένσταση της αναιρεσείουσας για απαλλαγή της από την καταβολή του ασφαλίσματος έναντι της παθούσας λόγω ελλείψεως ασφαλιστικής καλύψεως. Άρα ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
2. Ο αναιρετικός λόγος του αρθρ. 559 αριθ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο ουσίας παρείδε αυτοτελείς ισχυρισμούς, όχι δε απλώς αρνήσεις ή επιχειρήματα (ΑΠ 195/ 2010). Με το δεύτερο λόγο η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται για παράλειψη λήψης ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι ο αγωγικός ισχυρισμός περί αναπηρίας της αναιρεσίβλητης υπό τα αναφερόμενα σε αυτόν περιστατικά είναι αβάσιμος. Η αιτίαση όμως αυτή είναι προέχοντος απαράδεκτη ως αναιρετικός λόγος από το 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, διότι ο ανωτέρω δε συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Άρα ο ως άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
3. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδάφ. 2 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να εύρει την έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και ότι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων. Θεωρούνται ως διδάγματα της κοινής πείρας οι σταθερές αρχές, κανόνες και αφηρημένες κρίσεις, που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμεύουν για την εξειδίκευση νομικών κανόνων και εννοιών, (οπότε και μόνο μπορεί να εύρει έδαφος ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος) ή για τη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή γενικώς κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα και για την εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (οπότε η χρησιμοποίηση ή μη από το δικαστήριο των διδαγμάτων αυτών είναι αναιρετικά ανέλεγκτη).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη, από το άρθρο 559 αριθ.1 περ.β' ΚΠολΔ, για παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, διότι το Εφετείο προκειμένου να επιδικάσει αποζημίωση στην αναιρεσίβλητη για δαπάνες από νοσηλεία και φυσικοθεραπείες λόγω της αναπηρίας που υπέστη από το ατύχημα, χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι το άτομο που οδηγεί αυτοκίνητο, δεν συνταξιοδοτείται και εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος (νηπιαγωγός), είναι υγιές και δεν δίδει το συμπέρασμα προσώπου με ισόβια αναπηρία.
Το Εφετείο για το ζήτημα αυτό δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Παρά τη νοσηλεία και τη θεραπευτική αγωγή ο τραυματισμός είχε σημαντικά κατάλοιπα για την ενάγουσα, ήτοι υπαισθησία δεξιά, ημιπάρεση αριστερά, με αδυναμία του αριστερού ώμου και του σύστοιχου κάτω άκρου που διαταράσσει τη στάση του σώματος και την ισορροπία και γίνεται εμφανέστατη κατά τη βάδιση.
Τα προβλήματα αυτά σήμερα θεωρούνται πλέον μόνιμα και μη αναστρέψιμα. Ακόμη αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα παρουσίασε σημαντική και εμμένουσα ελάττωση συνολικής μυϊκής ισχύος του αριστερού κάτω άκρου, με σημαντική επιβράδυνση της βάδισης, μικρή ατροφία του αριστερού ώμου και βραχίονα, οστεοπενία, υπολειμματική αριστερή πυραμιδική συνδρομή με ατελές σύνδρομο ημιδιατομής του νωτιαίου μυελού.
Τα παραπάνω προκύπτουν τόσο από την ως άνω ιατρική πραγματογνωμοσύνη, όσο και από την από 18-10-2007 ιατρική έκθεση του τεχνικού συμβούλου της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ορθοπεδικού χειρουργού Δ. Β., ο οποίος αφού εξέτασε την παθούσα, γνωμάτευσε ότι οι τραυματισμοί του κεντρικού νευρικού συστήματος (εγκεφάλου και νωτιαίου μυελού) μπορεί να της αφήσουν μακροχρόνιες μετατραυματικές βλάβες, οι οποίες δεν μπορούσαν να προβλεφθούν με ακρίβεια στο χρόνο της πρωτογενούς αντιμετώπισης και ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι οι υπολειμματικές βλάβες που εμφανίζει θα υπάρχουν και δια βίου.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα, εξαιτίας της ως άνω επιδείνωσης της υγείας της, θεωρείται ανάπηρη με ποσοστό αναπηρίας 67%, χωρίς να αποκλειστεί αύξησή του στο μέλλον". Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο χρησιμοποίησε τα επικαλούμενα στον ανωτέρω λόγο περιστατικά ως διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει την αόριστη νομική έννοια της αναπηρίας.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος του αναιρετηρίου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
4. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω από τον αριθμό 11 περίπτωση γ' του αρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη το υπ' αριθμ. 1840/01 έγγραφο και τις υπηρεσιακές βεβαιώσεις υπ' αριθμ. 198/04, 587/04, 3038/08, 3038/09 και 3038/08. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα. Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
5. Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το αρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί νομικής επάρκειας της αγωγής αξίωσε πλείονα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος, ή αντιθέτως αρκέστηκε σε ελάσσονα από εκείνα που αξιώνει ο νόμος προς τούτο.
Η περαιτέρω ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής που ανάγεται σε ποιοτική ή ποσοτική αοριστία αυτής ελέγχεται από τα εδάφιο 8 και 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί προηγουμένης αγωγής αποζημιώσεως του παθόντος, στηριζομένης στην ίδια αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο στη νέα δίκη με την οποία ζητείται η επιδίκαση αποζημιώσεως για μεταγενέστερο χρόνο, ως προς τις συνθήκες τέλεσης αυτής, την υπαιτιότητα του εναγομένου, τη συνδρομή ή μη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και τις ζημίες (θετική και διαφυγόν κέρδος) που αυτός υπέστη για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην αγωγή.
Δεν αποτελεί όμως δεδικασμένο για τις απαιτήσεις μεταγενεστέρου χρόνου, κατά τη διάρκεια του οποίου είναι δυνατόν να εξακολουθήσει η αδικοπραξία να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες μη προβλεφθείσες με την προηγούμενη αγωγή, γιατί αυτές δεν είχαν καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη δίκη (ΑΠ 715/2000).
Δεν αποτελεί, συνεπώς, στοιχείο της βάσεως της αγωγής το απρόβλεπτο των νέων συνεπειών της αδικοπραξίας, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, διότι αυτό είναι περιεχόμενο της ενστάσεώς του ότι η αξίωση του ενάγοντος έχει υποκύψει σε παραγραφή.
Στην περίπτωση αυτή ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη συνιστά άρνηση της ένστασης (ΑΠ 2/ 2010). Άρα, το Εφετείο που δέχτηκε ως ορισμένη την αγωγή δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αφού δεν αξίωσε ελάσσονα στοιχεία από όσα από το νόμο (αρθρ. 914 και 929 ΑΚ) απαιτούνται.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αιτίαση από το εδάφιο 1 του 559 ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένα έκρινε ως ορισμένη τόσο την κυρία, όσο και την συμπληρωματική επίδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, ενώ αυτή ήταν αόριστη, διότι δεν εκτίθεται ότι οι εξελίξεις της υγείας της ήταν απρόβλεπτες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
6. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 10§1 του Ν. 489/1976, το πρόσωπο, που ζημιώθηκε, έχει από την ασφαλιστική σύμβαση, και μέχρι το ποσό αυτής, ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Κατά την διάταξη δε της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου, όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 8 του Ν. 3557/2007, η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής.
Για την έναρξη της διετούς αυτής παραγραφής, η οποία αρχίζει, εν όψει της διατάξεως του άρθρου 241 ΑΚ, από την επομένη ημέρα του ατυχήματος, δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση ο ζημιωθείς τρίτος. Η διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, διότι αυτή ισχύει στις αξιώσεις αποζημιώσεως από αδικοπραξία.
Η διάταξη του άρθρου 10§2 του Ν. 489/1976, ρυθμίζουσα ειδικώς την αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστού, ευθυνόμενου έναντι του παθόντος όχι εξ αδικοπραξίας αλλά εκ του νόμου, επικρατεί της γενικής διατάξεως του άρθρου 937 Α.Κ. Επομένως, μέσα στη διετία, από της επομένης του ατυχήματος, πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής κατά του ασφαλιστού.
Αν η επίδοση της αγωγής γίνει μετά τη συμπλήρωση της διετίας, επιτρεπτώς προτείνεται από τον ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Η ανωτέρω δε διετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει την περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή ζημίας του παθόντος, επελθούσας και μέλλουσας, καθώς και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο δύναται να συμβεί επί απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδεινώσεως της υγείας του παθόντος.
Σε περίπτωση απρόβλεπτης ζημίας, η νέα διετής παραγραφή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς εξελίξεως (ΑΠ 604/2010). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του όρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την αιτίαση, από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 10 του νόμου 489/1976, 937 ΑΚ και 7 ν. ΓπΝ/1911, απορρίπτοντας την ένστασή της περί παρα γραφής των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης, με το να δεχτεί ως αφετηρία της διετούς παραγραφής το χρόνο γνώσεως της ζημίας από την παθούσα και όχι εκείνη του χρόνου του ατυχήματος.
Το Εφετείο, σχετικά με το ζήτημα αυτό δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα εξαιτίας της ως άνω επιδείνωσης της υγείας της, θεωρείται ανάπηρη, με ποσοστό αναπηρίας 67% χωρίς να αποκλειστεί αύξησή του στο μέλλον και ότι η ως άνω μετατραυματικές βλάβες προκλήθηκαν σταδιακά, παγιώθηκαν και εξακολούθησαν επιδεινούμενες, η δε γνώση της ενάγουσας περί της μονιμότητας της ανωτέρω κατάστασής της και της αναπηρίας της έλαβε χώρα μετά την 31-12-2001 αφού υποβλήθηκε σε συνεχείς ιατρικές εξετάσεις και επομένως, μέχρι την άσκηση της πρώτης αγωγής, που όπως αναφέρει η ίδια η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, της επιδόθηκε στις 4-8-2003, δεν παρήλθε διετία.
Κατά συνέπεια η ένσταση της διετούς παραγραφής την οποία προέβαλε η πέμπτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία κατ' αρθρ. 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976 είναι ουσία αβάσιμη και απορριπτέα". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-12-2009 αίτηση και τους από 5-6-2010 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1331/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ