Legislator Case Law & Legislation
1743/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court judgment for breach of substantive law and orders restitution.

Case Number 1743/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment, finding a violation of substantive law regarding the legal characterization of the defendant's conduct. The court held that the lower court incorrectly applied the concept of 'unjust enrichment' to the defendant's behavior without proper legal basis. Consequently, the appeal was granted, the case was remitted to a new panel of the Court of Appeal for retrial, and the appellant was ordered to have the case restored to its pre-judgment status.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 686 of the Civil Code; The Supreme Court may overturn a lower court decision if it finds a violation of substantive law, including the erroneous application of legal concepts such as unjust enrichment to facts that do not legally support such a characterization.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation unjust enrichment legal characterization case remittal restitution of case court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 686 of the Civil Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 579(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 7/2006
Supreme Court 4/2005
Supreme Court 18/1998
Supreme Court 571/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1743 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1743/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμο Τεχνική Εταιρία με την επωνυμία "Α - Β ΟΕ. - ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πετρόγλου.

Της αναιρεσιβλήτου : Ψ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λάμπρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουλίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι: 5575/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4951/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Μαρτίου 2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών, και την αναίρεση στο σύνολό της της υπ' αριθμ. 4951/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθ. 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και 4/2005). Η "νομική δε αοριστία" της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε, περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός, για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.

Α.Π. 18/1998, ΑΠ 571/2004). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 686 εδ. α' και β' του ΑΚ, αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ανεξάρτητα από, το πταίσμα του εργολάβου, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου.

Σε περίπτωση υπαναχώρησης, η σύμβαση καταργείται αναδρομικώς και επέρχεται απόσβεση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων, οι δε παροχές των μερών αποδίδονται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου, (η οποία επέρχεται κατ' άρθρο 341 § 1 του ΑΚ, και με την παρέλευση της δήλης ημέρας που συμφωνήθηκε), ο εργοδότης έχει τα δικαιώματα που προβλέπονται από το άρθρο 383 του ΑΚ.

Όπως προκύπτει από τη διάταξη του αρθρ. 686 εδ. α' του ΑΚ για την άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη για υπαναχώρηση από τη σύμβαση έργου δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της υπερημερίας του εργολάβου, ούτε η ύπαρξη υπαιτιότητας του εργολάβου στην καθυστέρηση, που μπορεί να οφείλεται και σε αντικειμενικές δυσχέρειες, ούτε η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 383 επ.

του ΑΚ, γιατί πρόκειται για υπαναχώρηση που παρέχεται ευθέως από το νόμο, και σ' αυτήν έχουν μόνο ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 396 του ΑΚ, έχει δε σαν αποτέλεσμα την κατάργηση αναδρομικά όλης της σύμβασης και την απόδοση στον εργολάβο της αξίας της εργασίας και των υλικών που ενσωματώθηκαν στο έργο, όχι ως αμοιβή, αλλά ως ωφέλεια κατά τη διάταξη του άρθρου 904 του Α.Κ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 700 του ΑΚ, ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση, στην περίπτωση δε αυτή οφείλει να καταβάλλει στον εργολάβο τη συμφωνημένη αμοιβή. Ο εργοδότης, αρνούμενος, αιτιολογημένα την αγωγή του εργολάβου περί καταβολής της αμοιβής, λόγω καταγγελίας κατ' άρθρο 700 του ΑΚ, μπορεί να ισχυρισθεί επί πλέον κατ' ένσταση ότι δεν κατάγγειλε τη σύμβαση, αλλά ότι υπαναχώρησε σύμφωνα με το άρθρο 686 εδ.

α' του ΑΚ, και κατά συνέπεια, ότι ο εργολάβος δεν έχει αξίωση για την πληρωμή της αμοιβής του ή ότι μεσολάβησε συμφωνημένη λύση της σύμβασης έργου. Τέλος, η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη περί υπαναχώρησης κατά το εδ. α' του άρθρ. 686 του Α.Κ. ή καταγγελίας κατά το άρθρο 700 του Α.Κ. μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή, η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συνάγεται υπαναχώρηση ή καταγγελία από τα γενόμενα δεκτά ως περιλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά, όπως και ως προς τα κατ' ουσίαν γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 233/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 30-7-2002 αγωγή της, όπως από την κατ' άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτει, η αναιρεσείουσα εκθέτει τα εξής κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της, που έγινε δεκτό κατ' ουσίαν από την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης ενώπιον του Εφετείου συνεπεία της από 19-4-2005 έφεσης της αναιρεσίβλητης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση: "Ότι δυνάμει της από 10-9-2000 σύμβασης έργου, που συνήψε με την αναιρεσίβλητη, ανέλαβε αντί αμοιβής της, αφενός την κατασκευή εξ υπαρχής οικίας επί της οδού ......

αρ. ... της ...... των ......, αφετέρου την αποκατάσταση διατηρητέας οικίας, όμορης προς την ανωτέρω, με κατασκευή προσθήκης στο ισόγειό της, επί της οδού ...... αρ. ... . Ότι το έργο συμφωνήθηκε να εκτελεσθεί εντός είκοσι μηνών από 20-9-2000, με (βάση τις μνημονευόμενες οικοδομικές άδειες), προϋπολογίσθηκε δε δαπάνης 54.406.000 δρχ.

για την πρώτη οικία και 121.286.000 δρχ. για τη δεύτερη, μαζί με την εκ ποσοστού 20% εργολαβική αμοιβή της (αναιρεσείουσας), σύμφωνα με τις τιμές μονάδος των αντιστοίχων προσφορών της που απετέλεσαν το περιεχόμενο της εργολαβικής σύμβασης. Ότι οι εργασίες εκτέλεσης του έργου άρχισαν αμέσως, αλλά από 20-10-2000, για μεν την οικία της οδού ......, απαγορεύθηκαν από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, λόγω αρχαιολογικών ανασκαφών, για δε την οικία της οδού ......

επιβραδύνθηκαν, λόγω ενδιαφέροντος της ίδιας Υπηρεσίας και συναφών επεμβάσεών της στον τρόπο κατασκευής του υπογείου της οικίας αυτής. Ότι μετά ταύτα η αναιρεσίβλητη, αφού αντικατέστησε τους επιβλέποντες μηχανικούς της, προέβη σε αλλαγή των σχεδίων, αρχικώς της οικίας της οδού ...... και ακολούθως και της οικίας, της οδού ......, με βάση τις μελέτες και τα σχέδια των νέων μηχανικών, που παρέδωσε και σ'αυτήν στις 19-3-2001 και στις 15-5-2001, ζήτησε την αναθεώρηση των οικοδομικών αδειών, εκδόθηκαν δε οι νέες άδειες στις 13-11-2001 και 22-11-2001 αντίστοιχα, ενώ στο μεταξύ από 19-3-2001 έως 15-5-2001, κατόπιν εντολής της αναιρεσίβλητης η αναιρεσείουσα εκτέλεσε οικοδομικές εργασίες με βάση τις νέες μελέτες.

Ότι οι αλλαγές αυτές προέβλεπαν δαπανηρότερη και πολυπλοκότερη κατασκευή, λόγος για τον οποίο καταρτίσθηκε στα τέλη Μαΐου 2001 και νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής δι' αποδοχής από την αναιρεσίβλητη πρότασης της αναιρεσείουσας με τους νέους όρους-προσφορά της τελευταίας. Ότι, εν τούτοις, η αναιρεσίβλητη όταν στις 20-11-2001 έλαβε λογαριασμό της αναιρεσείουσας για μέρος εργασιών, βασισμένο στην νέα προσφορά της τελευταίας, δι' επιστολής της από 29-11-2001 ισχυρίσθηκε αναληθώς ότι η αναιρεσείουσα είχε υπαναχωρήσει της αρχικής σύμβασης (πράγμα το οποίο η αναιρεσείουσα ρητώς δεν αποδέχεται).

Εκτίθεται περαιτέρω στην αγωγή ότι η αναιρεσίβλητη, δια της προβολής του ισχυρισμού ότι η ενάγουσα υπαναχώρησε της μεταξύ τους σύμβασης, στην πραγματικότητα υπαναχώρησε η ίδια από την εν λόγω σύμβαση, από την οποία ήθελε να απαλλαγεί, αφού διαπραγματευόταν να μεταβιβάσει τις δύο ημιτελείς οικίες της, στην κατάσταση που βρισκόντουσαν".

Εξ άλλου, από την επισκόπηση επίσης του κύριου σώματος των από 7-4-2004 εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 6-4-2004, εμπρόθεσμα κατά την έννοια του άρθρου 237 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ενόψει της συζήτησης της αγωγής στο Δικαστήριο εκείνο κατά τη δικάσιμο της 29-4-2004, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα συμπλήρωσε παραδεκτά και διευκρίνισε κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 εδ.

β' του ΚΠολΔ το προαναφερόμενο ιστορικό του δικογράφου της αγωγής της ότι δηλαδή: "η από 29-11-2001 επιστολή της αναιρεσίβλητης γράφηκε προκειμένου εκείνη να επιτύχει την επί ζημία της (αναιρεσείουσας) απομάκρυνσή της από το έργο που της είχε αναθέσει, ώστε να μπορέσει η αναιρεσίβλητη να προβεί στην πώληση των ακινήτων, τα οποία ήδη είχε προσυμφωνήσει να πωλήσει, με την κόρη της, ότι η οριστική αγοραπωλησία των ακινήτων έλαβε χώρα την 31-1-2002 με τα προσκομιζόμενα ......, ......

και ...... συμβόλαια της Συμβ/φου Πειραιά Π. Σουρή των οποίων τυχαίως, έλαβε γνώση, και ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στην οριστική καταγγελία της μεταξύ τους σύβασης και της οφείλει κατ' άρθρ. 700 του Α.Κ. την εργολαβική της αμοιβή". Ζήτησε ακολούθως η αναιρεσείουσα (κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της αγωγής που έγινε δεκτό με την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση), να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει:

α) 22.265 Ευρώ που είναι το υπόλοιπο της συμφωνημένης αμοιβής της για το τμήμα του έργου που κατασκευάσθηκε και β) 87.301 Ευρώ, που αποτελεί τη συμφωνημένη αμοιβή της για τις εργασίες που προβλέπονταν στον προϋπολογισμό και δεν εκτελέσθηκαν συνεπεία της "υπαναχωρήσεως" της εναγομένης (και ειδικότερα 58.736 Ευρώ για την οικία της οδού ......

και 28.565 Ευρώ για την οικία της οδού ......). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκληθείσα απόφασή του, με αριθμό 5575/2004 εκτίμησε, ότι η αναιρεσίβλητη κατάγγειλε την εργολαβική σύμβαση, με την πώληση σε τρίτους των υπόψη οικιών, και αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά το άρθρο 700 ΑΚ επιδίκασε στην αναιρεσείουσα την αιτηθείσα εργολαβική αμοιβή της συνολικά 99.477,62 Ευρώ.

Η απόφαση εκείνη προσβλήθηκε με την από 19-4-2005 έφεση της αναιρεσίβλητης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 4951/2006 του Εφετείου Αθηνών που δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, με τις ακόλουθες παραδοχές: "Στην προκειμένη περίπτωση είναι πρόδηλο ότι ο (επαναλαμβανόμενος) χαρακτηρισμός, στην ένδικη αγωγή, της συμπεριφοράς της εργοδότιδας εναγομένης ως υπαναχωρήσεώς της από τη σύμβαση, δεν σχετίζεται με την κατά τα ανωτέρω έννοια της υπαναχωρήσεως του εργοδότη από την εργολαβική σύμβαση, αλλά δι' αυτού (χαρακτηρισμού) επιχειρείται να περιγραφεί συμπεριφορά της εναγομένης μη τηρήσεως των συμφωνηθέντων.

Συνεπώς, δεν αξιολογείται ο άνω χαρακτηρισμός ως ισχυρισμός ότι η εναγομένη υπαναχώρησε της συμβάσεως, ελλείψει αιτιάσεων ως ανωτέρω. Αλλά και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι εμπεριέχεται στην αγωγή ισχυρισμός ότι εχώρησε έγκυρη υπαναχώρηση, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη γιατί δεν περιέχει βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αλλά ζητείται δι' αυτής εργολαβικό αντάλλαγμα και δη το σύνολό του.

Αλλά, και περαιτέρω, σε κανένα σημείο της αγωγής δεν εκτίθεται ότι η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση, δηλαδή προέβη σε μονομερή απευθυντέα δήλωση βουλήσεως προς την ενάγουσα ότι δεν επιθυμεί την εκτέλεση του έργου. Κατά την αγωγή, επομένως, υπόκειται ενεργός σύμβαση εργολαβίας, μη καταγγελθείσα αλλά και μη λυθείσα δι' υπαναχωρήσεως.

Τούτο σημαίνει ότι η ενάγουσα, για την απόληψη της αιτούμενης εργολαβικής αμοιβής της έπρεπε να ισχυρισθεί είτε εκτέλεση και παράδοση του έργου, είτε συμφωνία περί καταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος προ της αποπερατώσεως και παραδόσεως του έργου, τα οποία δεν εκτίθενται στην αγωγή. Έσφαλε, επομένως, η εκκαλουμένη, με το να εκτιμήσει ότι περιεχόταν στην αγωγή ισχυρισμός καταγγελίας της εργολαβικής συμβάσεως από την εργοδότιδα εναγομένη και είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της εφέσεως, που πλήττει την εκκαλουμένη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 700 ΑΚ, συνεπεία της οποίας έγινε δεκτή κατά τα άνω η αγωγή".

Το Εφετείο, με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τον αντίστοιχο δεύτερο λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης, κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η πιο πάνω αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα, και με το να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και να απορρίψει την ίδια αγωγή ως μη νόμιμη, στο σύνολό της (όσο είχε εκκληθεί με την έφεση), παραβίασε την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 700 του Α.Κ., καθόσον τα πιο πάνω ιστορούμενα με την αγωγή πραγματικά περιστατικά της συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης με την αποστολή της από 29-11-2001 προσχηματικής επιστολής της, των διαπραγματεύσεων της αναιρεσίβλητης για τη μεταβίβαση των ακινήτων, και τέλος της μεταβίβασης τους (ανεξάρτητα από την ουσιαστική βασιμότητά τους), πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταγγελίας του άρθρου 700 του Α.Κ.

εκ μέρους της αναιρεσίβλητης με την ιδιότητα της εργοδότιδας, της μεταξύ των διαδίκων εργολαβικής σύμβασης, και δικαιολογούν την υποβολή του αγωγικού αιτήματος για καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο σύνολό της, τόσο για τις εκτελεσθείσες, όσο και τις μη εκτελεσθείσες εργασίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση και άλλων στοιχείων καταγγελίας στην αγωγή, τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση θεώρησε ως ελλείποντα εσφαλμένα.

Αυτά δε ενόψει και του ότι το ουσιαστικό δικαστήριο εφαρμόζοντας εξ επαγγέλματος το νόμο, χαρακτηρίζει σύμφωνα με αυτόν το αντικείμενο της αγωγής, και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην έννομη σχέση που προσβάλλεται με αυτή, τη νομική έννοια που αρμόζει, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων επί του θέματος αυτού, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, όπου η ένδικη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης χαρακτηρίζεται στην ένδικη αγωγή ως "υπαναχώρηση", χωρίς όμως η νομική αυτή έννοια να συνδέεται με οποιοδήποτε αίτημα από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αλλά και με την όλη έννομη σχέση που προβάλλεται με την αγωγή.

Επομένως, τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ εγκείμενη στην παραβίαση του αριθ. 700 Α.Κ. κρίνονται βάσιμα και πρέπει να γίνει δεκτός ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ. Με το από 14-2-2008 αυτοτελές δικόγραφό της, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 14-2-2008, και επιδόθηκε αυθημερόν στην αναιρεσίβλητη (βλ. την υπ' αριθ. ...... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......), εν όψει της αρχικής δικασίμου για την ένδικη υπόθεση της 18-2-2008, ζήτησε η αναιρεσείουσα να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκουσία εκτέλεση της καταχρηστικής διάταξης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με την οποία καταδικάστηκε αυτή (αναιρεσείουσα) στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσιβλητης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας εκ τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Η αίτηση αυτή, που ασκήθηκε παραδεκτά και εμπρόθεσμα είναι νόμιμη και πρέπει να γίνει δεκτή και από ουσιαστική άποψη κατά τα εις το διατακτικό, αφού αποδεικνύεται προαποδεικτικά η βασιμότητά της από την από 7-3-2007 απόδειξη καταβολής καθώς και την εκδοθείσα σχετική επιταγή στο όνομα του εισπράξαντος πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης Δημητρίου Λάμπρου, που ενσωματώνονται στο δικόγραφο της αίτησης επαναφοράς.

Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στα εις το διατακτικό δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 4951/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Δέχεται την από 14-2-2008 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της πιο πάνω αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ