Legislator Case Law & Legislation
1743/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident liability judgment due to lack of causation and procedural default.

Case Number 1743/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two drivers against a lower court judgment regarding liability for a traffic accident. The appellants argued for reduced liability based on the victim's actions, but the court found the lower court correctly established the causal link between the drunk driver's negligence and the pedestrian's injuries. The decision was upheld because the appellate court properly applied tort law principles regarding fault and causation without legal error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 10 of Law 1911/1911; Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Liability for damages in traffic collisions requires proof of fault and a direct causal link between the driver's negligent act and the injury, which must be rigorously examined by the appellate court.

Keywords

AI generated
traffic accident liability causal link negligence drunk driving fault appellate review standard civil code provisions procedural default judicial causation

Cited Legislation

AI generated
Article 10 of Law 1911/1911
Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1743 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1743/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Γερασίμου.

Των αναιρεσιβλήτων: ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-7-2000 και 18-7-2000 αγωγές των ήδη 1ου και 2ου εκ των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 653/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2005 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4 Μαϊου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του 1ου εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 21 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση 7200β/8-7-2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πρέβεζας Ν. Τσάνου αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο ..... Όμως αυτός δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.

Τέτοιος σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη ή παράλειψη του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τη ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Όμως η κρίση για το αν τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαίτιων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του Κ.Ο.Κ., αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος.

Αποτελεί απλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.

Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Την 26-12-1999 και ώρα 23.30΄, στο 2ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Πρέβεζας - Μύτικα, το ...

ΙΧΦ αυτοκίνητο (αγροτικό), που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος (πρώτος αναιρεσείων), ήταν δε ιδιοκτησίας του δευτέρου και το εκμεταλλευόταν ο ίδιος (δεύτερος αναιρεσείων) και ήταν κατά τον πιο πάνω χρόνο ανασφάλιστο, εκινείτο επί της άνω οδού με κατεύθυνση προς Μύτικα, παρέσυρε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του (γωνία) τον ενάγοντα (πρώτο αναιρεσίβλητο), ο οποίος βάδιζε, μαζί με άλλα δυο αδέλφια του προερχόμενοι από το οικογενειακό κέντρο "Σεντόνια" και προτιθέμενοι να μεταβούν εις το εις απόσταση 30 μ.

και δεξιά της οδού ευρισκόμενο αυτοκίνητό τους, ομόρροπα, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου αυτού, στο δεξιό και κατά ένα, μη επακριβώς προσδιορισθέν, μέρος του (προς Μύτικα) οδοστρώματος της εν λόγω οδού, η οποία έχει πλάτος 6,90 μ. και διαχωρίζεται σε δυο λωρίδες κυκλοφορίας, με μια ανά κατεύθυνση, πλάτους 3,45 μ., διότι, κατά μήκος του δεξιού (αλλά και του αντιθέτου) ερείσματος της οδού ήταν σταθμευμένα αυτοκίνητα, λόγω της κοινωνικής, στο κέντρο αυτό, εκδήλωσης.

Αποτέλεσμα της παράσυρσης αυτής του ενάγοντος και της εν συνεχεία πτώσεως του επί ετέρου σταθμευμένου αυτοκινήτου, ήταν να τραυματισθεί και να υποστεί κάκωση θώρακος με πολλαπλά κατάγματα πλευρών αριστερά με αιμοθώρακα, κάκωση κοιλιάς με αιμοπεριτόπο, ρήξη ήπατος, θλαστικό τραύμα τριχωτό κεφαλής και εκδορές δεξιάς ωμοπλάτης.

Για το ατύχημα αυτό η υπαιτιότητα βαρύνει, κατά το μεγαλύτερο ποσοστό (80%) τον πρώτο εναγόμενο, κατά το υπόλοιπο (20%) τον ενάγοντα. Συγκεκριμένα, η αμέλεια του πρώτου εναγομένου συνίσταται εις το ότι δεν έδειξε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, όπως κάθε συνετός οδηγός αυτοκινήτου όφειλε να έχει σε ανάλογες περιστάσεις, την οποία αν κατέβαλε θα μπορούσε να προβλέψει το ατύχημα και να το αποφύγει, δηλαδή δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε μείωσε την ταχύτητα με την οποία εκινείτο το αυτοκίνητο του, υποχρεώσεις που του επέβαλαν, η ολισθηρότητα του οδοστρώματος, λόγω βροχοπτώσεως, η περιορισμένη ορατότητα, λόγω της επικατούσης ομίχλης και η μειωμένη ικανότητα να οδηγεί, λόγω της καταναλώσεως ποσότητας οινοπνεύματος (ανιχνεύθη 1,45 γραμμάρια/1 αίματος), ιδιαιτέρως δε το γεγονός ότι εκινείτο εντός κατοικημένης περιοχής και της υπάρχουσας, κατά την πορεία του σημάνσεως με σχετική πινακίδα αναγγελίας κινδύνου λόγων στενότητος του οδοστρώματος (Κ-5).

Έτσι, δεν μπόρεσε να αντιληφθεί έγκαιρα τον ενάγοντα και να τον αποφύγει, ενεργώντας αποφευκτικό ελιγμό ή και ακινητοποιώντας το αυτοκίνητό του. Εξάλλου, η αμέλεια του ενάγοντος εντοπίζεται εις το ότι παρέβη τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 3 εδ. α' του ΚΟΚ, διότι αυτός, αν και ήταν υποχρεωμένος να κινείται επί του οδοστρώματος, αφού το έρεισμα της οδού είχε καταληφθεί από σταθμευμένα αυτοκίνητα, όπως προαναφέρθηκε, δεν εκινείτο αντιθέτως προς την κυκλοφορία των οχημάτων, όπως ήταν υποχρεωμένος και είχε την δυνατότητα αυτή, αλλά ομόρροπα προς αυτήν, γεγονός που δεν του επέτρεπε να ελέγχει έγκαιρα την κίνηση των οχημάτων, παράλειψη η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα.

Να σημειωθεί, ότι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος υπηρετούσε ως αρχικελευστής στο λιμεναρχείο Πρέβεζας, καταδικάσθηκε με την 333/2001 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, και για σωματική βλάβη από αμέλεια εις βάρος του ενάγοντος.

Συνεπώς, η περί συνυπαιτιότητας ένσταση των εναγομένων της πρώτης (από 6-7-2000) αγωγής πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν. Η περί περιορισμού όμως της ευθύνης ένσταση του δευτέρου εναγομένου Ευθυμίου Αθανασίου μέχρι της αξίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου ως κυρίου αυτού και όχι ως κατόχου (κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΓΠΝ/1911), είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έχει απορρίψει ως αβάσιμους όλους τους λόγους της από 8-1-2002 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων και κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης 653/2001 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Πρέβεζας, η οποία είχε δεχτεί κατά ένα μέρος την πιο πάνω από 6-7-2000 κύρια αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου (επιδίκασε δρχ. 8.658.120, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση) και στο σύνολό της την παρεμπίπτουσα (αναγνωριστική) αγωγή αποζημίωσης του δεύτερου αναιρεσίβλητου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο πράγματι διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, στα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του συνυπαίτιου οδηγού και του τραυματισθέντος πεζού, καθώς και της αμέλειας καθένα στο αυτοκινητικό αυτό ατύχημα και στο σοβαρό τραυματισμό του πρώτου αναιρεσίβλητου.

Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε δέχτηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της αμέλειας.

Ειδικά για τη θεμελίωση της αμέλειας του αναιρεσείοντος οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου (κατά το άνω ποσοστό 80%) αρκεί η παραδοχή, ΄0οτι υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες (κατοικημένη περιοχή, ύπαρξη πινακίδας Κ-5, ολισθηρότητα οδοστρώματος λόγω βροχόπτωσης, περιορισμένη ορατότητα λόγω ομίχλης και ύπαρξη πολλών σταθμευμένων αυτοκινήτων κατά μήκος του δεξιού, αλλά και του αντίθετου, ερείσματος της οδού), αυτός οδηγούσε μεθυσμένος, λόγω καταναλώσεως της παραπάνω μεγάλης ποσότητας οινοπνεύματος, εξαιτίας της οποίας δεν οδηγούσε με την επιβαλλόμενη σύνεση και διαρκώς τεταμένη προσοχή, ούτε μπόρεσε να αντιληφθεί και να αποφύγει τον τραυματισθέντα, με κάποιο αποφευκτικό ελιγμό ή ακινητοποίηση του αυτοκινήτου του που έπρεπε να έχει μειωμένη ταχύτητα, κάτω την απ' αυτή των 50 χλμ/ώρα.

Δεν παραβίασε, αλλά σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 932, 929, 330 και 346 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 38 παρ. 3α του ΚΟΚ, 2 παρ. 2 και 4 του ν. ΓΠΝ/1911. Σύμφωνα με όλα αυτά το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ που του αποδίδονται, οι δε αντίθετοι δυο λόγοι αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη τους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Τέλος οι αιτιάσεις των ίδιων λόγων που πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-5-2005 αίτηση των...., για αναίρεση της 33/2005 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου, ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Ευθύνης εξ Ατυχημάτων Αυτοκινήτων", που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ