Legislator Case Law & Legislation
1742/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to proper summons and rejects substantive arguments on lease and tort law.

Case Number 1742/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the husband and son against the First Instance Court's judgment regarding agricultural land leasing. The appellants argued that the lower court failed to verify power of attorney, misidentified leased parcels, and violated tort law principles by accepting a lease contract that allegedly nullified the tenant's use of the property. The court ruled that the respondent was properly summoned and present, and the lower court's findings were based on the respondent's own admissions rather than the appellants' claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 559, 560 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the respondent was properly summoned and the lower court's decision relies on facts admitted by the respondent rather than contested allegations by the appellants.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal dismissal proper summons agricultural lease tort law violation power of attorney admissions of fact

Cited Legislation

AI generated
Articles 576, 559, 560 of the Code of Civil Procedure
AI generated
1638/2009
Supreme Court dismisses appeal for failure to prove facts without evidence and procedural inadmissibility.
165/2012
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and for lack of clarity regarding res judicata. The court rejects the appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued for procedural errors and a violation of res judicata. The court found the appeal inadmissible due to the appellant's absence and the fourth ground being vague. The court ruled that the fourth ground regarding res judicata was rejected because the appeal petition failed to clearly specify which specific legal issue the lower court had treated as res judicata. The court held that for a res judicata claim to be admissible, the appeal petition must explicitly reference the specific issue accepted as res judicata by the prior final judgment. The court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued for procedural errors and a violation of res judicata. The court found the appeal inadmissible due to the appellant's absence and the fourth ground being vague. The court ruled that the fourth ground regarding res judicata was rejected because the appeal petition failed to clearly specify which specific legal issue the lower court had treated as res judicata. The court held that for a res judicata claim to be admissible, the appeal petition must explicitly reference the specific issue accepted as res judicata by the prior final judgment. The court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued for procedural errors and a violation of res judicata. The court found the appeal inadmissible due to the appellant's absence and the fourth ground being vague. The court ruled that the fourth ground regarding res judicata was rejected because the appeal petition failed to clearly specify which specific legal issue the lower court had treated as res judicata. The court held that for a res judicata claim to be admissible, the appeal petition must explicitly reference the specific issue accepted as res judicata by the prior final judgment.
1617/2023
Greece Supreme Court dismisses State's appeal on forest land ownership, ruling the disputed property was not forest land.
935/2020
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to cite specific legal provisions for each ground.
888/2008
Supreme Court allows appeal against eviction damages ruling due to erroneous application of unjust enrichment law.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1742 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1742/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Μαρία Αρχοντάκη - Τραυλού Τζανετάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Λ. συζύγου Ι., το γένος Δ., 2) Ι. Λ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σ. με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Θεόδωρος Δρυμής, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/6/2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 23/2021 μη οριστική και 32/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/6/2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή, αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ....2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κέρκυρας, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, Ε. Γ. Σ., ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 4.12.2023, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, στον αναιρεσίβλητο.

Ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου ούτε και κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και, συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνες των άρθρων 226 παρ. 4 εδάφ.

τρίτο και τέταρτο, 575 εδάφ. β' ΚΠολΔ, κατά τις οποίες δεν απαιτείται κλήση του διαδίκου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, καθόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με την κρινόμενη από 1.6.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθ. 32/2022 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος κατ' έφεση Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της με αριθ. 24/2020 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή, δικασθέντων των εναγομένων ερήμην λόγω κατάθεσης εκπροθέσμων προτάσεων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους, ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν στον ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 15.970 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης έως την ολοσχερή εξόφληση, για αποζημίωσή του λόγω αδικοπραξίας και χρηματική ικανοποίηση αυτού για ηθική βλάβη που του προκλήθηκε από την αδικοπραξία.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Ι.1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 457 παρ. 1 του ΚΠολΔ τη γνησιότητα ιδιωτικού εγγράφου, εφόσον αμφισβητείται, πρέπει να την αποδείξει εκείνος που το επικαλείται και το προσάγει, εκτός αν είναι τόσο φανερά αλλαγμένο, ώστε το δικαστήριο να μπορεί να διαπιστώσει αμέσως και ασφαλώς ότι δεν είναι γνήσιο, κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του αυτού άρθρου εκείνος, κατά του οποίου προσάγεται το ιδιωτικό έγγραφο, οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο και κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, αν αναγνωριστεί ή αποδειχθεί η γνησιότητα της υπογραφής, θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου, με την επιφύλαξη της προσβολής του ως πλαστού.

Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 455, 458, 460, 461 και 463 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων, δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή από διάδικο ιδιωτικού εγγράφου, για άμεση ή έμμεση (ως δικαστικό τεκμήριο), απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ενέχει και ισχυρισμό της γνησιότητάς του, την οποία οφείλει ο ίδιος να αποδείξει, σύμφωνα με το άρθρο 338 ΚΠολΔ, όταν αμφισβητηθεί από τον αντίδικό του, καθόσον η αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτού αποτελεί άρνηση (ΑΠ 235/2019, ΑΠ 20/2017, ΑΠ 279/2011).

Έτσι, εφόσον το έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορο αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, η αμφισβήτηση της γνησιότητας αναφέρεται στην υπογραφή του εγγράφου και η απόδειξη της γνησιότητας της υπογραφής δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο για τη γνησιότητα του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή, το οποίο τεκμήριο ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (ΑΠ 1088/2014, ΑΠ 575/2010, ΑΠ 1338/2008).

Τούτο δε διότι η προσβολή του εγγράφου ως πλαστού αναφέρεται στο περιεχόμενο του εγγράφου, ενώ η αμφισβήτηση της γνησιότητας ενός ιδιωτικού εγγράφου μόνο στην υπογραφή του. (ΑΠ 535/2019).

2. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 98 περ. β', 460 και 461 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την προσβολή εγγράφου ως πλαστού, είτε η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο είτε όχι, πρέπει ο δικηγόρος που προβάλλει τον ισχυρισμό περί πλαστότητας να έχει ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του διαδίκου εντολέα του (ΑΠ 488/2024). Αν ο ισχυρισμός περί πλαστότητας είναι απαράδεκτος, λόγω έλλειψης ειδικής προς τούτο πληρεξουσιότητας του δικηγόρου που τον προβάλλει, πρέπει να ερευνάται η εμπεριεχόμενη σ' αυτόν, ως το έλασσον στο μείζον, άρνηση της γνησιότητας του εγγράφου που προσβάλλεται απαραδέκτως ως πλαστό (ΑΠ 368/2002).

3. Αν ο ισχυρισμός, περί πλαστότητας δεν είναι πλήρης, πρέπει να ερευνάται η εμπεριεχόμενη σ' αυτόν άρνηση της γνησιότητας (ΑΠ 368/2002 ΕλλΔνη 2004,525). Εάν αμφισβητηθεί και δεν αποδειχθεί η γνησιότητα ιδιωτικού εγγράφου, το έγγραφο αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 457, 336 παρ. 3, 339, 340 και 395 ΚΠολΔ, δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή ως αποδεικτικό μέσο, που δεν πληροί τους όρους του νόμου, εφόσον προϋπόθεση τούτου είναι το βέβαιο και αναμφισβήτητο του γεγονότος, το οποίο αποτελεί τη βάση του τεκμηρίου. Αν το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει την άρνηση της γνησιότητας του περιεχομένου του, λάβει ή δεν λάβει υπόψη το ως άνω έγγραφο, τότε υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α του ΚΠολΔ (ΑΠ 279/2011, ΑΠ 72/2008). Ωστόσο, για την πλημμέλεια αυτή δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, διότι στο όπως παρακάτω άρθρο 560 ΚΠολΔ, που ορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται αναίρεση κατά των εν λόγω αποφάσεων, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ, ήτοι αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.

ΙΙ. Kατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, ως ίσχυε πριν την διαμόρφωσή του με το άρθρο 26 του ν. 5134/11.9.2024, η οποία (διαμόρφωση) ισχύει από 16.9.2024 κατ' άρθρο 120 παρ. 1 του ίδιου νόμου, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: (...), 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης, (...)".

Από την ως άνω διάταξη, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το μονομελές πρωτοδικείο που δίκασε ως εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 477/2024, ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 733/2020 ΑΠ 308/2020) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019), όπως και στην περίπτωση που το δικαστήριο, μολονότι ήταν υποχρεωμένο, δεν έλαβε υπόψη του αυτεπαγγέλτως μη προταθέντα ισχυρισμό.

Για να είναι πλήρης ο λόγος αυτός, σε περίπτωση μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κάποιου ισχυρισμού, θα πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο ο λόγος για τον οποίο θα ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 387/2019, ΑΠ 1593/2017) και όλα εκείνα τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 230/2010).

ΙΙΙ. Kατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, ως ίσχυε πριν την διαμόρφωσή του με το άρθρο 26 του ν. 5134/11.9.2024, η οποία (διαμόρφωση) ισχύει από 16.9.2024 κατ' άρθρο 120 παρ. 1 του ίδιου νόμου, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: (...), 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Ο αναιρετικός αυτός λόγος από την ως άνω διάταξη, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εν προκειμένω του μονομελούς πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο, και ελλείψεις και ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 750/2022).

Ιδρύεται δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 175/2020), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 26/2015). Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019).

Δεν ελέγχεται επίσης ως πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, σφάλμα της απόφασης, συνδεόμενο με την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής (ΑΠ 780/2017, ΑΠ 784/2001). Οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι, με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται μ' αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

IV. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων των άρθρων 559 και 560 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/20|15).

Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 115/2000, ΑΠ 1275/2018, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015).

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις των άρθρων 559 και 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 1780/2022, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τους, όπως παρακάτω, λόγους αναίρεσης μέρος, τα ακόλουθα: Ο ενάγων είχε μισθώσει από την δεύτερη εναγομένη (πρώτη αναιρεσείουσα), δυνάμει των από 12.3.2007 και 15.5.2014 ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης, τα οποία υπεγράφησαν αυθημερόν από αμφοτέρους και στα οποία βεβαιώθηκε το γνήσιο των υπογραφών τους από το Α.Τ.

Παραμυθιάς και τον Αντιδήμαρχο Δήμου Σουλίου, Π. Π. αντίστοιχα, ένα αγροτεμάχιο, στη θέση "ΒΑΛΑΡΙΑ" της κτηματικής περιφέρειας του αγροκτήματος Ραχουλίου Δήμου Σουλίου Θεσπρωτίας, συνολικής έκτασης 19.800 τ.μ. Στη συνέχεια διαπίστωσε ότι αυτό αποτελείται από δύο συνεχόμενα αγροτεμάχια, τα με αριθμ. 421 και 425, αναδασμού αγροκτήματος Ραχουλίου - Παραμυθιάς Θεσπρωτίας, έκτασης του μεν πρώτου 7.900 τ.μ.

και με συγκυρίους εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία τούτου τον δεύτερο αναιρεσείοντα και την Μ. Λ., του δε δευτέρου 9.250 τ.μ., με κυρία αποκλειστική την πρώτη αναιρεσείουσα, ήτοι συνολικής έκτασης 17.150 τ.μ., δηλαδή μικρότερης κατά 2.650 τ.μ. από την αναγραφόμενη στα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά. Μολονότι ο ενάγων εγκαταστάθηκε στη χρήση των δύο ομόρων αγροτεμαχίων που αποτελούσαν μια ενιαία έκταση και άρχισε την καλλιέργεια τριφυλλιού (μηδικής), με έτος πρώτης σποράς τον Μάιο του 2014, στις 2.1.2016, ο πρώτος εναγόμενος (δεύτερος αναιρεσείων), με τη σύμφωνη γνώμη της δεύτερης εναγομένης (πρώτης αναιρεσείουσας), έδωσε εντολή σε ιδιοκτήτη αγροτικού μηχανήματος να εισέλθει αυθαίρετα στην μισθωμένη από αυτόν αγροτική έκταση και να οργώσει ένα τμήμα της, εμβαδού 9.000 τ.μ., καταστρέφοντας έτσι την υφιστάμενη καλλιέργεια τριφυλλιού.

Στη συνέχεια, στις 9.3.2016 οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) εισήλθαν αυθαίρετα στο μισθωμένο από τον ενάγοντα αγροτεμάχιο με αριθμ. 421 και μετακίνησαν τμήμα της περίφραξης που είχε αυτός τοποθετήσει στο όριο μεταξύ του αγροτεμαχίου τούτου και του αγροτεμαχίου με αριθ. 420, ιδιοκτησίας τρίτου, και την τοποθέτησαν στο όριο μεταξύ του αγροτεμαχίου 421 και του αγροτεμαχίου 425.

Οι εναγόμενοι συνομολογούν ότι η δεύτερη από αυτούς είχε πράγματι εκμισθώσει με το από 12.3.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό στον ενάγοντα τα αγροτεμάχια Ραχουλίου 421 και 425, αλλά ισχυρίζονται ότι μετά το τέλος της πρώτης μίσθωσης παρέμεινε εκμισθωμένο στον ενάγοντα το 425 αγροτεμάχιο, ενώ το 421 αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας του πρώτου και της κόρης του αποφάσισαν να μην το εκμισθώσουν εκ νέου και άρχισαν να το εκμεταλλεύονται οι ίδιοι.

Ο ισχυρισμός τους δεν κρίνεται πειστικός διότι οι ίδιοι δεν μπορούν να δικαιολογήσουν το υπόλοιπο της εκμισθωθείσας έκτασης που αναφέρεται στο από 15.5.2014 δεύτερο ιδιωτικό συμφωνητικό. Εξάλλου, παρόλο που, κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων, δεν είχε συναφθεί εκ νέου συμφωνία μίσθωσης με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό για το με αριθ. 421 αγροτεμάχιο, η δεύτερη εναγομένη ουδέποτε αμφισβήτησε άμεσα τη μίσθωση αυτή, επιτρέποντας την καλλιέργεια της εκμισθωθείσας έκτασης και εισπράττοντας το μίσθωμα συνολικά για όλη την έκταση που εκμισθώθηκε.

Επιπροσθέτως ο ενάγων κατά το έτος 2014 κατέβαλε αρδευτικά τέλη στο ΤΟΕΒ Παραμυθιάς για το με αριθ. 421 αγροτεμάχιο αναδασμού Ραχουλίου, ενώ για τα επόμενα έτη μέχρι τη λήξη της μίσθωσης δεν τα καλλιέργησε και συνεπώς δεν το πότισε, γιατί αποβλήθηκε από αυτό από τους εναγομένους, από την προσκομισθείσα δε με επίκληση από τον ενάγοντα βεβαίωση - διπλότυπο πληρωμής ΤΟΕΒ Παραμυθιάς αρδευτικών τελών για το έτος 2014 προκύπτει ότι η πληρωμή αφορά το με αριθ. 421 αγροτεμάχιο αναδασμού Ραχουλίου και ότι η πληρωμή αντιστοιχεί στην παραπάνω έκταση του ανωτέρω αγροτεμαχίου και όχι σε κάποιο άλλο αγροτεμάχιο, γιατί, ειδικότερα, το με αριθ. 421 αγροτεμάχιο έχει έκταση 7.900 τ.μ.

επί 4 € το στρέμμα = 31,60 €, όπως βεβαιώνεται στο διπλότυπο είσπραξης. Επιπλέον, από τις προσκομισθείσες με επίκληση από τον ενάγοντα ιδιόχειρες αποδείξεις πληρωμών, ήτοι την με αριθ. ....2011, που αφορά καταβολή μισθώματος για το έτος 2011 έως Απρίλιο 2012, την με αριθ. ....2013, την με αριθ. ....2012 και την με αριθ. ....2014, που αφορά την καταβολή του μισθώματος για το έτος 2014 έως και τον 3ο μήνα του 2015 αποδεικνύεται ότι η καταβολή των ετησίων μισθωμάτων στις ως άνω αποδείξεις πληρωμής αναγράφεται ότι γίνεται και προς τους δυο εναγομένους, ήτοι τον Ι.

Λ. και την Χ. Λ., γεγονός από το οποίο αποδεικνύεται ότι ήταν και οι δύο κατ' ουσίαν εκμισθωτές των δύο ανωτέρω αγροτεμαχίων.

Συνεπώς δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ότι δυνάμει των ανωτέρω δύο ιδιωτικών συμφωνητικών εκμισθώθηκαν στον ενάγοντα αμφότερα τα με αριθ. 421 και 425 αγροτεμάχια αναδασμού Ραχουλίου έκτασης 7.900 τ.μ. και 9.250 τ.μ. αντίστοιχα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια πράξη των εναγομένων, ο ενάγων παρεμποδίστηκε στη χρήση και καλλιέργεια του εδαφικού τμήματος, εμβαδού 9.000 τ.μ., καθόσον στερήθηκε την παραγωγή τριφυλλιού, αφού αυτό παρέμεινε ακαλλιέργητο για το χρονικό διάστημα τριών ετών και ειδικότερα για τις χρονικές περιόδους 2016, 2017 και 2018.

Ειδικότερα, από το όργωμα της καλλιεργημένης έκτασής του, την καταστροφή της καλλιέργειας τριφυλλιού, που είχε σπαρθεί από τον ίδιο και την στέρηση της εκμετάλλευσης και παραγωγής τριφυλλιού από την παραπάνω μισθωμένη έκταση επήλθε σ' αυτόν η παρακάτω αναγραφόμενη ζημία, όπως αυτή προκύπτει από την από 4.3.2016 έκθεση αυτοψίας και εκτίμησης αγροτικής ζημιάς του τεχνολόγου - γεωπόνου Α.

Α. Ειδικότερα, μετά από αυτοψία που πραγματοποίησε ο προαναφερθείς γεωπόνος στους μισθωμένους αγρούς του ενάγοντος στο αγρόκτημα Ραχουλίου της Τ.Κ. Ξηρολόφου του Δήμου Σουλίου, διαπιστώθηκε ότι τμήμα αυτών 9 περίπου στρεμμάτων είχε οργωθεί πρόσφατα και είχε καταστραφεί η καλλιέργεια τριφυλλιού με έτος σποράς το 2014.

Για την καλλιέργεια με τριφύλλι του παραπάνω οργωθέντος αγροτικού εδαφικού τμήματος δαπανήθηκαν τα εξής ποσά: 1) Για την αγορά σπόρων για καλλιέργεια 9 στρεμμάτων απαιτήθηκαν 8 κιλά σπόρων το στρέμμα και συνεπώς για τα 9 στρέμματα 72 κιλά σπόρων τριφυλλιού επί 10 ευρώ το κιλό, που ήταν η τιμή αγοράς κατά την σπορά ίσον 720 ευρώ. 2) Για την αγορά γεωργικών φαρμάκων ενσωμάτωσης και σκουλικιών απαιτήθηκε το ποσό των 200 ευρώ. 3) Για 9 λιπάσματα για την λίπανση (τύπου 6-26-30) επί 30 ευρώ το κάθε λίπασμα ίσον 270 ευρώ.

Επομένως ο ενάγων δαπάνησε συνολικά για την καλλιέργεια με τριφύλλι του παραπάνω εδαφικού τμήματος έκτασης 9 στρεμμάτων το συνολικό ποσό των 1.190 ευρώ (720 +200 + 270 = 1.190), ποσό το οποίο πρέπει να του επιδικαστεί ως αποζημίωση για τη θετική του ζημία. (...). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από το όργωμα και την καταστροφή της καλλιέργειας ο ενάγων θα είχε απώλεια εσόδων μέχρι το 2019 και με δεδομένο ότι η καλλιέργεια τριφυλλιού ήταν πενταετούς διάρκειας, υπολογίζεται ως ακολούθως:

ο ενάγων θα πραγματοποιούσε 6 κοπές μαζικής παραγωγής τριφυλλιού κάθε έτος με παραγωγή 135 μπάλες χορτάρι κάθε κοπή και συνεπώς θα ποριζόταν 810 μπάλες τριφυλλιού κάθε έτος με βάρος 30 κιλών κάθε μπάλας. Επομένως, αν δεν είχε λάβει χώρα η καταστροφή της παραγωγής θα συγκέντρωνε συνολικά 810 μπάλες κάθε έτος επί 3 έτη ίσον 2.430 μπάλες για την τριετία επί 6 ευρώ η μπάλα (ή 0,20 ευρώ κάθε κιλό τριφυλλιού) ίσον συνολικό εισόδημα 14.580 ευρώ, το οποίο και απώλεσε λόγω καταστροφής της καλλιέργειας.

Εξάλλου η από 4.3.2016 έκθεση αυτοψίας και εκτίμησης αγροτικής ζημιάς του τεχνολόγου - γεωπόνου Α. Α. δεν αναιρείται από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους εναγόμενους από ....2019 τεχνοοικονομική έκθεση του γεωπόνου Ε. Χ., στην οποία τα οικονομικοτεχνικά στοιχεία της καλλιέργειας μηδικής προσδιορίστηκαν με βάση την ευρύτερη περιοχή του αγροκτήματος Ραχουλίου του Δήμου Σουλίου Ν.

Θεσπρωτίας χωρίς να γίνεται παράλληλα ειδική και συγκεκριμένη αναφορά στα αγροτεμάχια 421 και 425 και στην ειδικότερη θέση "ΒΑΛΑΡΙΑ" της κτηματικής περιφέρειας του αγροκτήματος Ραχουλίου του Δήμου Σουλίου, στην οποία αυτά κείνται και χωρίς τη διενέργεια αυτοψίας. Επομένως η συνολική θετική και αποθετική ζημιά του ενάγοντος ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 15.770 ευρώ (1.190 + 14.580). (...).

Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους (ένσταση) για πλαστότητα του από 15.5.2014 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, το οποίο προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του κατά την κατ' έφεση εκδίκαση της αγωγής του, σύμφωνα με το οποίο μίσθωσε ο τελευταίος από την πρώτη αναιρεσείουσα ένα αγροτεμάχιο στη θέση ΒΑΛΑΡΙΑ της κτηματικής περιφέρειας ΡΑΧΟΥΛΙΟΥ του Δήμου Σουλίου, συνολικής έκτασης 19.800 τ.μ., και ότι έσφαλε, επειδή απέρριψε την σχετική ένστασή τους περί πλαστότητας του εγγράφου - με την αιτιολογία ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους δεν είχε ειδική πληρεξουσιότητα για την προσβολή του ως πλαστού, αν και ήταν ουσιώδες για την έκβαση της δίκης (εφόσον στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης στηριζόταν το αγωγικό αίτημα) και όφειλε (ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη της σχετικής απόρριψης της ένστασής τους, καθώς και της κρίσης περί της πλαστότητας ή μη του συγκεκριμένου εγγράφου) να τάξει αποδείξεις ως προς τη γνησιότητα ή μη της υπογραφής του ενιστάμενου οφειλέτη επί του εγγράφου τούτου, εφόσον η άρνηση της γνησιότητας εμπεριέχεται ως το έλασσον στον ισχυρισμό περί πλαστότητας -, χωρίς ωστόσο να εξετάσει κατ' ουσίαν την σχετική εμπεριεχόμενη στην ένσταση πλαστότητας ελάσσονα ένστασή τους περί άρνησης γνησιότητας της επί του συγκεκριμένου εγγράφου υπογραφής της πρώτης αναιρεσείουσας.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον το Εφετείο ορθά απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση περί πλαστότητας ενόψει του ότι δεν είχε προς τούτο την ειδική πληρεξουσιότητα ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων, η δε αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής της πρώτης αναιρεσείουσας επί του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού συνιστά άρνηση αυτής (της γνησιότητας) και το βάρος απόδειξής της φέρει ο επικαλούμενος τη γνησιότητα του εγγράφου, ήτοι, στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος μισθωτής του ένδικου αγροτικού ακινήτου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη υπό στοιχ.

Ι. Κατόπιν τούτου, οι αναιρεσείοντες απαραδέκτως προβάλλουν και τον περαιτέρω ισχυρισμό περί άρνησης της γνησιότητας της υπογραφής της πρώτης αναιρεσείουσας στο επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, καθόσον τον προβάλλουν ως ένσταση της οποίας φέρουν το βάρος απόδειξης οι ίδιοι και, πέραν τούτου, πρωτίστως, δεν τον προέβαλαν νόμιμα με την έφεσή τους στο δικάσαν κατ' ουσίαν την υπόθεση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εφόσον όφειλαν να προβάλουν ρητά την άρνηση της γνησιότητας της υπογραφής για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ως απαράδεκτος ο ισχυρισμός τους περί πλαστότητας του εγγράφου, ούτε, άλλωστε, αναφέρουν στο αναιρετήριο ότι τον ισχυρισμό αυτό τον είχαν προτείνει νόμιμα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προκειμένου να είναι νόμιμη και η προβολή του με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη υπό στοιχ.

IV, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Άλλωστε, απαραδέκτως προβάλλεται, κατ' εκτίμηση, ότι κακώς λήφθηκε υπόψη το επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό, μολονότι δεν τάχθηκαν αποδείξεις για τη γνησιότητά του, διότι στις αναιρέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων δεν περιλαμβάνεται (άρθρο 560) η περίπτωση του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη υπό στοιχ. I.3.

Επίσης, με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν, ήτοι, ότι, ενώ η αγωγή του αναιρεσιβλήτου στηρίζεται στην εκμίσθωση στον ίδιο από την πρώτη αναιρεσείουσα ενός ακινήτου, το οποίο ακολούθως προέκυψε ότι αποτελείτο από δύο ακίνητα, τα αγροτεμάχια αναδασμού με αριθμούς 421 και 425, από τα οποία της ανήκει το 425, ενώ το 421 ανήκει στον δεύτερο αναιρεσείοντα, ακολούθως δέχθηκε, χωρίς να έχει προταθεί από τον αντίδικο, ότι εξαιτίας της στέρησης του με αριθ. 421 τεμαχίου, που ανήκει στον δεύτερο αναιρεσείοντα, υπεύθυνη για αποζημίωση προς τον αντίδικο είναι η πρώτη αναιρεσείουσα, μολονότι δεν είναι ιδιοκτήτρια, ούτε εκμισθώτρια του τεμαχίου τούτου (με αριθ. 421). Ο ισχυρισμός αυτός είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον δεν πρόκειται για αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στην κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκήθηκε με την αγωγή και συνακόλουθα στηρίζει το αίτημα ένστασης ή λόγου έφεσης και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη υπό στοιχ. ΙΙ.

Στην πραγματικότητα, υπό την επίφαση του ισχυρισμού περί πραγματικών περιστατικών που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα, οι αναιρεσείοντες βάλλουν ανεπίτρεπτα κατά των συμπερασμάτων από την εκτίμηση των αποδείξεων, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι, με βάση τα αποδειχθέντα, η πρώτη αναιρεσείουσα θεωρείται υπεύθυνη και υποχρεώνεται σε αποζημίωση, μολονότι δεν είναι ιδιοκτήτρια ούτε και εκμισθώτρια του επίδικου με αριθ. 421 αγροτεμαχίου, ενώ η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες (εναγόμενοι), ως εκμισθώτρια η πρώτη και ιδιοκτήτης ο δεύτερος (αλλά και κατ' ουσίαν εκμισθωτής επίσης) του με αριθ. 421 αγροτεμαχίου, προέβησαν σε αδικοπραξία σε βάρος του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος), μισθωτή τούτου, με την παράνομη και υπαίτια αποβολή του από αυτό, στην οποία (αποβολή) προέβησαν το έτος 2016 και συνεπεία της οποίας ο ενάγων παρεμποδίστηκε στη χρήση και καλλιέργεια του εδαφικού τμήματος, εμβαδού 9.000 τ.μ., τα έτη 2016, 2017 και 2018, καθόσον στερήθηκε την παραγωγή τριφυλλιού, αφού αυτό παρέμεινε ακαλλιέργητο κατά το εν λόγω το χρονικό διάστημα.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλομένη έλαβε υπόψη της την "Πραγματογνωμοσύνη - Έκθεση Αυτοψίας", που προσκόμισε ο αντίδικος, ενώ δεν έλαβε υπόψη την από ....2019 έκθεση του γεωπόνου Ε. Χ., που προσκόμισαν οι ίδιοι, μολονότι υπάρχει τεράστια διαφορά ως προς την εκτίμηση της ζημίας που υπέστη ο ενάγων από τη ματαίωση χρήσης του μισθίου, λαμβανομένου υπόψη ότι η συγκεκριμένη περιοχή είναι μειονεκτική για την καλλιέργεια μηδικής (τριφυλλιού), επιπλέον δε, διότι εσφαλμένα η πρώτη έκθεση δεν αφαίρεσε κατά τον υπολογισμό της ως άνω ζημίας του ενάγοντος το κόστος παραγωγής του τριφυλλιού (μηδικής) από την τελική τιμή πώλησης αυτού.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προηγηθείσας νομικής σκέψης υπό στοιχ. ΙΙ, τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αφορούν στις αποδείξεις και περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, περαιτέρω δε, με την επίκλησή τους πλήττεται η εκτίμηση από την προσβαλλόμενη απόφαση των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, ήτοι, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις παραδοχές ως προς τούτο της προηγηθείσας νομικής σκέψης υπό στοιχ.

ΙΙΙ.

Οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει επαρκή αιτιολογία, καθόσον: α) κατά το σκέλος του υπό στοιχ. i, απέρριψε τον ισχυρισμό τους περί πλαστότητας του από 15.5.2014 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, θεωρώντας δεδομένη τη γνησιότητα του περιεχομένου του, παρά το ότι περιλαμβάνει ακίνητα που φέρεται να εκμισθώνει η πρώτη αναιρεσείουσα αν και ανήκουν στον δεύτερο αναιρεσείοντα και μη αιτιολογώντας γιατί δεν εφάρμοσε τη διαδικασία του άρθρου 105 ΚΠολΔ περί τυπικών ελλείψεων, που θα μπορούσε να έχει εφαρμόσει, β) κατά το σκέλος του υπό στοιχ. ii, δεν εξηγείται ποιο είναι το συγκεκριμένο ακίνητο από το οποίο αποβλήθηκε ο ενάγων, ενόψει του ότι η πρώτη αναιρεσείουσα τήρησε την προφορική (και σε καμιά περίπτωση γραπτή) συμφωνία με τον αντίδικο όσον αφορά το με αριθ. 425 αγροτεμάχιο που της ανήκε και, γ) κατά το σκέλος του υπό στοιχ. iii, δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, ενώ έπρεπε να απορριφθεί πρωτίστως ως αόριστη λόγω των περιεχόμενων σ' αυτήν, επικαλούμενων ως αντιφατικών, ισχυρισμών.

Ο υπό κρίση λόγος με τις ως άνω αιτιάσεις δεν ιδρύεται, σύμφωνα με τις παραδοχές της προηγηθείσας νομικής σκέψης υπό στοιχ. ΙΙΙ, και πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι: α) Ως προς το σκέλος i, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά απέρριψε τον ισχυρισμό περί πλαστότητας του ανωτέρω εγγράφου ως απαράδεκτο, λόγω έλλειψης ειδικής προς τούτο πληρεξουσιότητας του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, όπως ήδη εκτέθηκε, ο δε περαιτέρω ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θεώρησε δεδομένη τη γνησιότητα του περιεχομένου του ένδικου μισθωτηρίου, παρά το ότι περιλαμβάνει ακίνητα που φέρεται να εκμισθώνει η πρώτη αναιρεσείουσα αν και ανήκουν στον δεύτερο αναιρεσείοντα, συνιστά συμπέρασμα από την εκτίμηση των αποδείξεων, που όμως δεν αποτελεί ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον το διατακτικό δεν στηρίζεται στη μίσθωση ακινήτων καθ' εαυτή, αλλά στην αδικοπραξία των αναιρεσειόντων που τελέστηκε στο πλαίσιο ισχύουσας μίσθωσης αγροτεμαχίων αναδασμού.

Περαιτέρω, το ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε γιατί δεν εφάρμοσε τη διαδικασία του άρθρου 105 ΚΠολΔ περί συμπλήρωσης της έλλειψης της ύπαρξης πληρεξουσιότητας, εκτός του ότι η εφαρμογή της είναι σε κάθε περίπτωση δυνητική για το δικαστήριο, δεν συνιστά πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19, που αφορά στα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, σύμφωνα με την ως άνω νομική σκέψη, αλλά (αφορά) παραβίαση εκ πλαγίου δικονομικού και όχι ουσιαστικού κανόνα δικαίου.

β) Ως προς το σκέλος ii, υπό την επίφαση της ανεπαρκούς αιτιολογίας, οι αναιρεσείοντες βάλλουν ανεπίτρεπτα κατά των αποδείξεων, ισχυριζόμενοι ότι η πρώτη εναγομένη προέβη σε προφορική εκμίσθωση στον ενάγοντα το έτος 2014 μόνον του αγροτεμαχίου με αριθ. 425, ενώ η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι εκμίσθωσε και το αγροτεμάχιο με αριθ. 421.

Και γ), ως προς το σκέλος iii, δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, σφάλμα της απόφασης, συνδεόμενο με την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 6 (και όχι τον αριθμό 1) του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις περί μίσθωσης αλλά και τις διατάξεις περί αδικοπραξιών του ΑΚ, με αντιφατική αιτιολογία, διότι, ενώ κατά την αγωγή του αναιρεσιβλήτου η πρώτη του εκμίσθωσε το ακίνητο που αναφέρει στην αγωγή και ο δεύτερος ενήργησε παράνομες πράξεις (αδικοπραξία) με τις οποίες ματαίωσε τη χρήση του μισθωμένου ακινήτου, η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι υπάρχει ενεργή μίσθωση μεταξύ του αντιδίκου και των δύο εναγομένων - αναιρεσειόντων.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση οδηγήθηκε στο αποδεικτικό της πόρισμα περί αποζημίωσης του ενάγοντος με βάση τη σύμβαση μίσθωσης που συνέδεε τον ενάγοντα με τους αναιρεσείοντες, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως οι παραδοχές της εκτέθηκαν ανωτέρω, προκύπτει ότι στηρίχθηκε στην αδικοπραξία των τελευταίων στο πλαίσιο ισχύουσας σύμβασης μίσθωσης μεταξύ των διαδίκων, συνεπεία της οποίας (αδικοπραξίας) ματαιώθηκε η χρήση του μισθίου από τον ενάγοντα κατά τα μισθωτικά έτη 2016, 2017 και 2018.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Ακολούθως πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε αυτούς, λόγω της ήττας τους, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στην δίκη και συνεπώς δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.6.2022 (αριθ. κατάθ. 4/6.6.2022) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 32/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης