Legislator Case Law & Legislation
1742/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of interest but allows supplementary appeal regarding opposing appeal's rejection.

Case Number 1742/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' main appeal as inadmissible due to a lack of legal interest, having already won the lower court proceedings. However, the court recognized a valid interest in filing a supplementary appeal to challenge the opposing party's separate appeal, which had been rejected. Consequently, the court ruled that the opposing party's appeal must be dismissed, and both sides were ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 246, Art. 573, Art. 68 of the Code of Civil Procedure; While a prevailing party lacks interest in appealing a judgment that upholds their victory, they possess legal interest in filing a supplementary appeal to challenge the opposing party's appeal if it is rejected.

Keywords

AI generated
legal interest in appeal supplementary appeal opposing party appeal dismissal for inadmissibility legal costs allocation Code of Civil Procedure Greek Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Art. 246 of the Code of Civil Procedure
Art. 573 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 68 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1742 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1742/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειουσών-καλουσών: 1) Μ. - Ε. Κ. του Δ. και Ε. - Ν. Μ., κατοίκου……….., 2) Ε. Κ. του Δ. και Ε. - Ν. Μ., κάτοικος …………………, υπό την ιδιότητα των μοναδικών κληρονόμων της αρχικώς αναιρεσείουσας, αποβιωσάσης την 12η Σεπτεμβρίου 2020 μητρός τους, Ε. - Ν. Μ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αδαμάντιο Μπασαρά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Χ. Π. του Δ., κατοίκου ………………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Λύτρα, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Β. Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Χ. Π. του Δ., κατοίκου ……………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Λύτρα, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καλουσών: 1) Μ. - Ε. Κ. του Δ. και Ε. - Ν. Μ., κατοίκου ………………….., 2) Ε. Κ. του Δ. και Ε. - Ν. Μ., κάτοικος ………….., υπό την ιδιότητα των μοναδικών κληρονόμων της αρχικώς αναιρεσιβλήτου, αποβιωσάσης την 12η Σεπτεμβρίου 2020 μητρός τους, Ε. - Ν. Μ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αδαμάντιο Μπασαρά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2015 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Ε. - Ν. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1348/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5148/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η ως άνω αρχικώς ενάγουσα, με την από 5-4-2019 (ΓΑΚ: 646/2019) αίτησή της και ο υπό στοιχείο Β αναιρεσείων, με την από 5-4-2019 (ΓΑΚ:1350/2019) αίτηση και τους από 27-2-2020 προσθέτους λόγους αυτής, η συζήτηση των οποίων ματαιώθηκε κατά τη δικάσιμο της 4ης Νοεμβρίου 2020, λόγω της βίαιης διακοπής της δίκης που επέφερε ο εν τω μεταξύ επελθών θάνατος της αρχικώς εναγούσης. Ήδη οι υποθέσεις επαναφέρονται προς συζήτηση με τις από 27-4-2021 κλήσεις των υπό στοιχείο Α αναιρεσειουσών και υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτων, για τις οποίες ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιος, που παραστάθηκε στο ακροατήριο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά του, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, συζητήθηκαν: α) η από 5-4-2019 αίτηση αναίρεσης του Χ. Π. κατά της Ε. - Ν. Μ. και β) η από 5-4-2019 αίτηση αναίρεσης της Ε. - Ν. Μ. κατά του αναιρεσείοντος της υπό στοιχείο α' (πρώτης) αίτησης, οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής υπ' αριθμ. 5148/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Οι αιτήσεις αυτές, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, προσδιορίστηκαν αρχικά για τη δικάσιμο της 4-11-2020, οπότε ματαιώθηκε η συζήτησή τους ενόψει της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορονοϊού covid-19. Μετά από επαναπροσδιορισμό, ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή τους η 4-11-2020, κατά την οποία ματαιώθηκε και πάλι η συζήτησή τους, λόγω βίαιης διακοπής της δίκης, ενόψει του επελθόντος στις 12-9-2020 θανάτου της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης Ε.-Ν.

Μ., γεγονός το οποίο γνωστοποιήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της 212/1/20….. ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου του Δήμου ……………... Ήδη, με τις από 27-4-2021 δύο κλήσεις τους για εκούσια επανάληψη της δίκης, οι Μ.-Ε. Κ. του Δ. και Ε. Κ. του Δ., ως μοναδικές κληρονόμοι της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης μητέρας τους Ε.-Ν.

Μ., επαναφέρουν νόμιμα για συζήτηση τις ένδικες αιτήσεις αναίρεσης. Οι ένδικες αυτές αιτήσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά, όπως νομότυπα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά έχουν ασκηθεί και οι με το από 27-2-2020 ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι της πρώτης αναίρεσης (άρθρα 553, 556, 558, 564 παρ.3, 569 παρ. 2 και 577 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συναφείς και επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης στρέφονται κατά της 5148/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης: Η αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη Ε.-Ν.

Μ. άσκησε κατά του αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου Χ. Π. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 20-4-2015 αγωγή, με την οποία εξέθετε ότι στις 10-5-2014 απεβίωσε στην Αθήνα ο αδελφός της Κ. Μ., του οποίου μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του ήταν η ίδια, καθόσον αυτός δεν είχε αποκτήσει τέκνα από του ήδη λυθέντες γάμους του.

Ότι με την από 19-3-2012 μυστική διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε ως κληρονόμο του, μεταξύ των άλλων, και τον εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο-αναιρεσείοντα, στον οποίο κατέλειπε ένα οικόπεδο στη Μύκονο με τις επ' αυτού οικίες, αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 4.000.000 ευρώ. Ότι ο αδελφός της, μη διαθέτοντας χρήματα για την αγορά του ακινήτου αυτού, είχε ζητήσει από τη μητέρα τους Έ.

Μ. με την από 5-11-1999 επιστολή του χρήματα για την αγορά του, διαβεβαιώνοντάς την εγγράφως ότι θα περιέρχονταν και οι δύο οικίες του οικοπέδου στην κυριότητα των εγγονών της και θυγατέρων της ενάγουσας μετά το θάνατό του και ότι η μητέρα τους του έδωσε τα χρήματα που ζήτησε για την αγορά του ακινήτου αυτού.

Ότι όμως, ο αδελφός της με την ανωτέρω διαθήκη του δεν κατέλειπε το ακίνητο αυτό στις ανιψιές του, αλλά στον εναγόμενο, ο οποίος είναι υιός της Δ. Π., με την οποία ο διαθέτης είχε συνδεθεί ερωτικά και διατηρούσε ερωτική σχέση μέχρι το θάνατό του. Ότι με βάση τα περιστατικά αυτά, η σχετική υπέρ του εναγομένου διάταξη της διαθήκης είναι άκυρη, ως αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη κατ' άρθρο 178 ΑΚ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.

Επικουρικά, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι η αμφοτεροβαρής σύμβαση που συνήψε ο αδελφός της με τη μητέρα τους είναι άκυρη κατ' άρθρο 369 ΑΚ, λόγω μη τήρησης του συμβολαιογραφικού τύπου, ο δε αδελφός της, που αγόρασε το ακίνητο, κατέστη πλουσιότερος σε βάρος της μητέρας τους χωρίς νόμιμη αιτία, ο δε πλουτισμός του συνίσταται στο ακίνητο που απέκτησε με αγορά με τα χρήματα που του έδωσε η μητέρα τους και το οποίο δεν μεταβίβασε στις ανιψιές του, όπως είχαν συμφωνήσει.

Ότι η μητέρα τους απεβίωσε την 2-8-2004 και με την ιδιόγραφη διαθήκη της εγκατέστησε κληρονόμους της κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένα από τα τέκνα της, δηλαδή την ίδια και τον αποθανόντα ήδη αδελφό της. Ότι την κληρονομία αυτή αποδέχθηκαν και οι δύο και εφόσον η μητέρα τους είχε αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού κατά του αποβιώσαντος αδελφού της, η οποία κατά το ήμισυ αποσβέστηκε λόγω σύγχυσης, κατά το άλλο ήμισυ η αξίωση αυτή περιήλθε στην ίδια.

Ότι επομένως, υπόχρεος σε απόδοση του πλουτισμού αυτού, ήτοι του ημίσεως εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, είναι κατά το άρθρο 913 ΑΚ ο εναγόμενος, ο οποίος απέκτησε το ακίνητο με χαριστική αιτία, ήτοι με την με διαθήκη του αποθανόντος κληροδοσία. Με αυτά τα δεδομένα η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω διάταξης της από 19-3-2012 μυστικής διαθήκης του αδελφού της, λόγω της αντίθεσής της στα χρηστά ήθη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει τη νομή του ακινήτου αυτού.

Επικουρικά, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και συγκεκριμένα να της μεταβιβάσει κατά κυριότητα το ήμισυ εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ακινήτου και να καταδικαστεί αυτός σε δήλωση βουλήσεως για τη μεταβίβαση στην ίδια του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού.

Στην περίπτωση δε που δεν σώζεται το επίδικο ακίνητο στην κυριότητα του εναγομένου, ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει την αξία του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, ήτοι το ποσό των 2.000.000 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1348/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αγωγή κατά την επικουρική της βάση ως αόριστη, ενώ απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή και ως προς την κύρια βάση της.

Μετά από έφεση της ενάγουσας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 5148/2018 απόφαση, με την οποία επίσης απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η κύρια βάση της αγωγής, ενώ έγινε δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσης και αφού εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε η επικουρική βάση της αγωγής, το Εφετείο κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία έκανε δεκτή ως προς την εν λόγω επικουρική της βάση.

Α. Επί της από 5-4-2019 αίτησης του αναιρεσείοντος Χ. Π.. Κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε η αιτία παράνομη ή ανήθικη".

Βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου. Για να στηριχθεί, δηλαδή, αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη, τρίτη περιουσία, υπό την έννοια ότι η περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτήσαντος, χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό (ΑΠ 1325/2012).

Απόκλιση από την αρχή της αμεσότητας της περιουσιακής μετακίνησης, ως προϋπόθεσης για τη γένεση της εκ του άρθρου 904 ΑΚ αξίωσης, εισάγει η διάταξη του άρθρου 913 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, εφόσον ο λήπτης δεν ευθύνεται σε απόδοση, επειδή ό,τι περιήλθε σε αυτόν χωρίς αιτία το προσπόρισε σε τρίτο με χαριστική πράξη, ο δότης μπορεί να αναζητήσει από τον τρίτο ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, οπότε, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από την τελευταία αυτή διάταξη, ήτοι αδικαιολόγητος πλουτισμός του αρχικού λήπτη από την περιουσία ή με ζημία του δότη και εκποίηση του πλουτισμού σε τρίτο, λόγω χαριστικής αιτίας, ο τρίτος ευθύνεται έναντι του δότη, μολονότι δεν πλούτισε ευθέως από την περιουσία του (ΑΠ 503/2022, ΑΠ 51/2015, 1947/2006, ΑΠ 828/2004).

Περαιτέρω, η από την ΑΚ 913 αξίωση είναι η ενοχική αξίωση που δεν στρέφεται κατά συγκεκριμένου προσώπου αλλά κατά του προσώπου εκείνου, το οποίο, κατά τη χρονική στιγμή άσκησης της αξίωσης βρίσκεται σε ορισμένη εμπράγματη σχέση (κυριότητα, νομή, κατοχή) με ορισμένο πράγμα. Προϋποθέσεις της αξίωσης κατά του τρίτου είναι:

α) αξίωση κατά του αρχικού λήπτη, ο οποίος θα μπορούσε να εναχθεί με την αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού, β) ο αρχικός λήπτης να μην ευθύνεται πλέον αυτός σε απόδοση του πράγματος, δηλαδή να μην είναι πλουσιότερος κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής και γ) ο τρίτος να απέκτησε το πράγμα με χαριστική πράξη.

Αντικείμενο του πλουτισμού που διοχετεύεται σε τρίτον είναι, είτε αυτούσιος ο πλουτισμός είτε το αντάλλαγμά του, όπως προβλέπεται από το άρθρο 908 ΑΚ (ΑΠ 503/2022). Εξάλλου, χαριστική πράξη, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, με την οποία ο τρίτος αποκτά τον πλουτισμό, είναι κάθε δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου με την οποία ο τελευταίος αποκτά τον πλουτισμό χωρίς αντάλλαγμα, τέτοια δε είναι, μεταξύ των άλλων, και η κληροδοσία.

Επίσης, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Η ποιοτική δε αοριστία, η επίκληση, δηλαδή, των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, ήτοι η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθ. 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή, αντίθετα, την έκρινε αόριστη, μη λαμβάνοντας υπόψη του τέτοια γεγονότα (ΑΠ 562/2019, ΑΠ 45/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής και όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, η ενάγουσα και αρχική αναιρεσίβλητη Ε. - Ν. Μ., αφού εξέθεσε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Χ. Π. απέκτησε το διεκδικούμενο ακίνητο με χαριστική αιτία, ήτοι με την με διαθήκη του αποθανόντος αδελφού της κληροδοσία, ζήτησε επικουρικά, με βάση το άρθρο 913 ΑΚ, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και συγκεκριμένα να υποχρεωθεί να της μεταβιβάσει κατά κυριότητα το ήμισυ εξ αδιαιρέτου και να της παραδώσει τη νομή ωσαύτως κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου και σε περίπτωση άρνησής του, να καταδικαστεί αυτός σε δήλωση βουλήσεως περί της μεταβίβασης στην ίδια της κυριότητας του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου.

Σε περίπτωση δε που δεν σώζεται το ακίνητο στην κυριότητα του εναγομένου, ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει την αξία του 1/2 του ακινήτου, ήτοι το ποσό των 2.000.000 ευρώ. Το γεγονός δε ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι ο εναγόμενος αποδέχθηκε την κληροδοσία και μετέγραψε την περί αποδοχής δήλωση, δεν καθιστά την αγωγή αόριστη.

Και τούτο διότι, κατ' αρχήν, όπως συνάγεται από την εκτίμηση του περιεχόμενου της αγωγής και σύμφωνα με το άρθρο 1846 ΑΚ, που ορίζει ότι ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1198, ο εναγόμενος, με το θάνατο του κληρονομουμένου και αδελφού της ενάγουσας Κ.

Μ., απέκτησε αυτοδικαίως την επαχθείσα σε αυτόν κληροδοσία. Περαιτέρω, κατά τη γενική δικονομική αρχή που συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 70, 224 και 281 ΚΠολΔ, το κεκτημένο και απαιτητό του καταγομένου στη δίκη δικαιώματος κρίνεται κατά το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο κατ' ουσίαν συζήτησης της αγωγής.

Στην προκειμένη δε περίπτωση, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, ο εναγόμενος αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτόν κληροδοσία με την 2965/15-6-20…… πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου ……………. Α. Γ. και καταχώρησε την πράξη αυτή στα βιβλία του κτηματολογίου ……… την 2-7-20…... Επομένως, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 31-10-2016, κατά την οποία κρίθηκε το απαιτητό της ενοχικής αξίωσης της ενάγουσας, ο εναγόμενος είχε ήδη καταστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου.

Ενόψει των ανωτέρω, η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης είναι ορισμένη, όπως δέχθηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το οποίο δέχθηκε επί πλέον ότι, όσον αφορά το επικουρικό αίτημα της αγωγής για καταδίκη του εναγομένου σε δήλωση βουλήσεως, η κυριότητα του τελευταίου στο διεκδικούμενο ακίνητο απαιτείται να υπάρχει κατά το χρόνο τελεσιδικίας της απόφασης που καταδικάζει σε δήλωση βουλήσεως και δεν αποτελεί στοιχείο για το ορισμένο της σχετικής αγωγής, χωρίς η παραδοχή του αυτή να προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ περί αοριστίας της αγωγής της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ως αβάσιμος, επίσης, πρέπει να απορριφθεί και ο πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο η αγωγή είναι αόριστη, επειδή η ενάγουσα δεν προέβη σε χαρακτηρισμό της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, η οποία κατά τους ισχυρισμούς της συνήφθη ανάμεσα στην μητέρα της και τον αδελφό της, ενώ δεν εκθέτει στην αγωγή με την απαραίτητη σαφήνεια ποιο ήταν ακριβώς το περιεχόμενο της συμβατικής υποχρέωσης που ανέλαβε κατά τους ισχυρισμούς της ο αδελφός της.

Και τούτο διότι ο διάδικος δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεσθεί νομικές διατάξεις, επί των οποίων στηρίζει την αγωγή του, αφού η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής στον κατάλληλο νομικό κανόνα γίνεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, βάσει της αρχής jura novit curia (ΑΠ 695/2021, ΑΠ 597/2019).

Επομένως, δεν ήταν υποχρεωμένη η ενάγουσα να επικαλεστεί με την αγωγή της τη νομική διάταξη στην οποία στηρίζεται η επικαλούμενη αμφοτεροβαρής σύμβαση. Περαιτέρω, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο αδελφός της ενάγουσας Κ. Μ. ανέλαβε την υποχρέωση έναντι της μητέρας του, μετά το θάνατό του να περιέλθουν οι δύο οικίες, που θα αγόραζε με τα χρήματα της τελευταίας, στις δύο εγγονές της και θυγατέρες της ενάγουσας, δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αγωγής να προσδιορίζεται σ' αυτήν ο ειδικότερος τρόπος με τον οποίο θα γινόταν η μεταβίβαση αυτή, αν δηλαδή θα γινόταν με διαθήκη ή με δωρεά αιτία θανάτου.

Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι η αγωγή είναι αόριστη ως προς την επικουρική της βάση. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι α) δεν αναφέρεται στην αγωγή πότε και με ποιον τρόπο καταρτίστηκε η επικαλούμενη αμφοτεροβαρής σύμβαση ανάμεσα στην Έ. Μ. και τον γιο της Κ. Μ., καθώς δεν παρατίθενται σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η μητέρα της Έ.

Μ. εξωτερίκευσε δικαιοπρακτική βούληση κατατείνουσα στη σύναψη της ισχυριζόμενης αμφοτεροβαρούς σύμβασης με το γιο της Κ. Μ., β) δεν εκτίθεται στην αγωγή πότε και με ποιον τρόπο έγιναν οι επικαλούμενες καταβολές χρημάτων από την Έ. Μ. προς το γιο της Κ. Μ. για την αγορά του ακινήτου με τις δύο κατοικίες στη ……….

και γ) δεν αναφέρονται στην αγωγή πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο Κ. Μ. με τα χρήματα που του έδωσε η μητέρα του Έ. Μ. προέβη στην αγορά του ενδίκου ακινήτου στη ……….., καθώς και ο τρόπος της πληρωμής του τιμήματος αγοράς για το ένδικο ακίνητο εκ μέρους του Κ. Μ.. Επίσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι ορισμένη, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

Από την ένδικη από 20-4-2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του αναιρετικού λόγου (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι εκτίθενται σ' αυτήν τα ακόλουθα: Ότι ο αδελφός της ενάγουσας Κ. Μ. έχοντας σκοπό να αγοράσει ένα οικόπεδο με τις σ' αυτό δύο κατοικίες στη Μύκονο και μη διαθέτοντας το χρηματικό ποσό για την αγορά του ακινήτου, απευθύνθηκε στη μητέρα τους Έ.

Μ. με την από 5-11-1999 επιστολή του, από την οποία ζήτησε να του δώσει τα χρήματα για την αγορά του ακινήτου, διαβεβαιώνοντάς την εγγράφως ότι αμφότερες οι οικίες θα περιέρχονταν στην κυριότητα των εγγονών της και θυγατέρων της ενάγουσας Μ. και Ε. Κ. ευθύς μετά το θάνατό του. Ότι ειδικότερα, ζήτησε από τη μητέρα τους για την αγορά του ανωτέρω ακινήτου να του δώσει το ποσό των 232.000.000 δραχμών που αυτή θα εισέπραττε από την πώληση ακινήτων της, συν το ποσό που θα εισέπραττε από την πώληση 7.797 μετοχών της Εθνικής Τράπεζας.

Ότι η μητέρα τους συμφώνησε μετ' αυτού να του καταβάλει τα χρήματα τα οποία της ζήτησε για την αγορά του ακινήτου με τις δύο οικίες έναντι της αναληφθείσας υποχρέωσής του ότι οι δύο οικίες θα περιέρχονταν μετά το θάνατό του στις δύο ανιψιές του και ότι σε εκτέλεση της συμφωνίας τους αυτής, η μητέρα τους κατέβαλε πράγματι στον αδελφό της Κ.

Μ. στις αρχές του έτους 2000 το τίμημα που τελικά εισέπραξε (223.000.000 δραχμές) από την πώληση των ακινήτων - καταστημάτων της με το υπ' αριθμόν 16……../15-12-1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ……….... Α. Ζ., καθώς και το ποσό των 300.000.000 δραχμών περίπου που εισέπραξε από την πώληση 7.797 μετοχών της ΕΤΕ. Ότι στη συνέχεια, με το υπ' αριθμ. 10……….30-3-2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου …………….

Β. Κ., ο αδελφός της αγόρασε το ακίνητο στη ………. επ' ονόματι της εδρεύουσας στις νήσους ………….. εξωχώριας (off shore) εταιρείας του με την επωνυμία "……….. S.A.", την οποία αυτός συνέστησε για φορολογικούς λόγους, με αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα το ποσό των 132.000.000 δραχμών, που αντιστοιχούσε στην αντικειμενική αξία του ακινήτου και ότι ακολούθως με το υπ' αριθμ. 20……./11-12-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ……….

Α. Ζ. - Μ., αγόρασε πλέον επ' ονόματί του το ως άνω ακίνητο, με αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα το ποσό των 656.344,41 ευρώ, που επίσης αντιστοιχούσε στην αντικειμενική αξία του ακινήτου. Ότι, όμως, το πράγματι καταβληθέν από τον αδελφό της ενάγουσας τίμημα για την αγορά του ως άνω ακινήτου, οικοπέδου μετά των οικιών, ανήλθε στο ποσό των 300.000.000 δραχμών και μετά τους φόρους και τα λοιπά έξοδα, μετά μάλιστα και τις νομιμοποιήσεις και τις συμπληρωματικές δηλώσεις, υπερέβη το ποσό των 400.000.000 δραχμών.

Ενόψει των ανωτέρω, εκτίθενται στην αγωγή της αναιρεσίβλητης ο τρόπος με τον οποίο καταρτίστηκε η επικαλούμενη αμφοτεροβαρής σύμβαση μεταξύ της μητέρας της ενάγουσας Έ. Μ. και του αδελφού της Κ. Μ. και συγκεκριμένα με την έγγραφη πρόταση που απηύθυνε προς αυτήν ο τελευταίος με την από 5-11-1999 επιστολή του και με τη δήλωση αποδοχής της πρότασης αυτής από τη μητέρα του, η οποία δήλωση αποδοχής, έστω και αν δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι περιήλθε σ' αυτόν την ίδια ημέρα της πρότασης (5-11-1999), περιήλθε σ' αυτόν ώστε να καταρτισθεί η σύμβαση (άρθρ. 192 ΑΚ), έστω και σιωπηρά με πράξεις που συνιστούν αποδοχή της πρότασης και ειδικότερα, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, με την καταβολή από την Έ.

Μ. στον Κ. Μ., που έγινε στις αρχές του έτους 2000, των χρηματικών ποσών που αναφέρονται παραπάνω. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αγωγής να αναφέρεται περαιτέρω, πότε συγκεκριμένα έγινε η καταβολή των χρηματικών αυτών ποσών από την Έ. Μ., πέραν της αναφοράς ότι έγινε αρχές του έτους 2000, και με ποιο τρόπο, καθώς τα γεγονότα αυτά μπορούν να προκύψουν από τις αποδείξεις, ενώ από το όλο περιεχόμενο της αγωγής, όπως αυτό εκτέθηκε ανωτέρω, προκύπτει σαφώς ότι αναφέρεται σ' αυτήν ότι η καταβολή του τιμήματος αγοράς του ακινήτου από τον Κ.

Μ. έγινε με την κατάρτιση και υπογραφή των πιο πάνω αναφερομένων συμβολαίων. Επομένως, το Εφετείο, δεχόμενο ως ορισμένη την αγωγή της αναιρεσίβλητης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 48/2022, ΑΠ 314/2021, ΑΠ 596/2019, ΑΠ 388/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και σε απόκρουση της ένδικης αγωγής, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι οι αναφερόμενες στην αγωγή καταβολές από την Έ.

Μ. προς το γιο της Κ. Μ. δεν έγιναν προς εκπλήρωση κάποιας αμφοτεροβαρούς σύμβασης, όπως ισχυρίστηκε η ενάγουσα, αλλά αποτελούσαν άτυπη δωρεά της μητέρας προς το γιο της, η οποία ναι μεν δεν περιεβλήθη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, πλην όμως ισχυροποιήθηκε στη συνέχεια, καθώς επρόκειτο για δωρεά κινητών πραγμάτων (χρημάτων), τα οποία η δωρήτρια παρέδωσε στο δωρεοδόχο.

Ότι για το λόγο αυτό η δωρεά αυτή αποτελεί νόμιμη αιτία για την περιουσιακή μετακίνηση των καταβληθέντων χρημάτων, αποκλείουσα την αξίωση απόδοσης του πλουτισμού. Ότι παρά το γεγονός ότι τον ισχυρισμό αυτό επανέφερε ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα προταθέντα αυτά διαφορετικά περιστατικά, αλλά δέχθηκε ότι συνήφθη επιτρεπτή κληρονομική σύμβαση ανάμεσα στην Έ.

Μ. και το γιο της και όχι σύμβαση άτυπης δωρεάς χρημάτων. Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο περιλαμβανόμενος στο λόγο αυτό ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, όπως θεωρεί ο αναιρεσείων, αλλά αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός, για τον οποίο το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει.

Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασής του, αλλά όπως δέχεται και ο αναιρεσείων, απέρριψε σιωπηρά τον ως άνω ισχυρισμό, δεχόμενο περιστατικά αντίθετα από αυτά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης διατείνεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο δέχθηκε περιστατικά που δεν προτάθηκαν από την ενάγουσα και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, ενώ η ενάγουσα δεν επικαλείται με την αγωγή της ότι έλαβε χώρα αποδοχή της επαχθείσας σε αυτόν κληρονομίας και μεταγραφή της πράξης αποδοχής, ώστε να επέλθει, σύμφωνα με το άρθρο 913 ΑΚ, η μεταβίβαση της πλήρους κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου στον ίδιο, το Εφετείο δέχθηκε ότι, "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ακίνητο (οικόπεδο), το οποίο κατέλειπε ο διαθέτης στον εναγόμενο, ο οποίος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία και προέβη στην καταχώρηση αυτής στα βιβλία του κτηματολογίου …….. (βλ.

υπ' αριθ. 2965/15-6-20….. πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου ……… Α. Γ. και την υπ' αριθ. 335/2-7-20….. καταχώρηση αυτής στα βιβλία κτηματολογίου ……..), ευρίσκεται στη ……….....". Ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και τούτο διότι, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου κατά το πρώτο σκέλος του, όπως συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της αγωγής της αναιρεσίβλητης, ο εναγόμενος, με το θάνατο του κληρονομουμένου Κ. Μ., απέκτησε αυτοδικαίως την επαχθείσα σε αυτόν κληροδοσία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1846 ΑΚ.

Το γεγονός δε ότι αυτός αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία και καταχώρησε την περί αποδοχής δήλωση στα βιβλία του αρμόδιου κτηματολογίου, προέκυψε μεν από τις αποδείξεις, δεν ήταν όμως θεμελιωτικό της αγωγής περιστατικό, από τη στιγμή που η αποδοχή και καταχώρηση αυτή, όπως προαναφέρθηκε, είχε ήδη συντελεστεί κατά το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου συζήτηση της αγωγής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 27/1998, ΑΠ 870/2023, ΑΠ 369/2023).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 357/2023, ΑΠ 2087/2022, ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 10/2022, ΑΠ 417/2023, ΑΠ 114/2016).

Εξ άλλου οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δήλωσης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ ΑΠ 26/2004).

Αντιθέτως οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (ΑΠ 212/2022, ΑΠ 410/2018, ΑΠ 396/2017, 1039/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου αναίρεσης διατείνεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι ο Κ.

Μ. με τη φράση της από 5-11-1999 επιστολής του προ τη μητέρα του ότι "Αυτονόητο είναι ότι... θα φροντίσω αμφότερα (τα σπίτια) να περιέλθουν σε εκείνες (δηλ. τις εγγονές) μετά το θάνατό μου" ανέλαβε συμβατική υποχρέωση απέναντί της, προέβη δηλαδή σε δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, καταρτίζων επιτρεπτή κληρονομική σύμβαση, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι ερμήνευσε τη δήλωση αυτή του Κ.

Μ. και της προσέδωσε δικαιοπρακτικό περιεχόμενο, χωρίς όμως να προσφύγει, ως όφειλε, σε εφαρμογή των κανόνων ερμηνείας των δικαιοπραξιών, ήτοι στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά το μέρος της που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο Κ.

Μ., αδελφός της ενάγουσας, μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, απεβίωσε στις 10-5-2014 στην Αθήνα όπου κατοικούσε. Με τα υπ' αριθ. 2265/6-6-2014 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Αθηνών δημοσιεύθηκε η από 19-3-2012 μυστική διαθήκη του ανωτέρω αποβιώσαντος, η οποία είχε εγχειρισθεί στη συμβολαιογράφο ………… Μ. Α. με δήλωση ότι περιέχει την τελευταία του βούληση.

Το περιεχόμενο αυτής έχει ως ακολούθως: "Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ". Σήμερα την 19 Μαρτίου 2012 ημέρα Δευτέρα στην κατοικία μου οδός ………….. αρ. 1 ………………, ο υπογράφων Κ. Μ. του Β. και Έ. συντάσσω την παρούσα διαθήκη μου, δια της οποίας καταργών την προγενεστέρα από 19-01-2011 διαθήκη μου και ορίζω την τύχη της περιουσίας μου, μετά το θάνατό μου ως ακολούθως:

Α. Στην ανιψιά μου Μ. Κ., κόρη της αδελφής μου Ε., επιθυμώ να περιέλθουν κατά πλήρη κυριότητα τα κατωτέρω αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία: 1) Η οικία μου στη ………….. (οδ. ……………) μετά της οικοσκευής της 2. Το διαμέρισμα στην παρακείμενη πολυκατοικία οδός …………… αρ. …., επίσης μετά της εν αυτώ οικοσκευής. 3.

Το ανήκον σε μένα ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου του καταστήματος Κ3 μετά του υπογείου του, κειμένου επί της Λεωφ. ……………. αρ. ….. ένθα το Ξενοδοχείο …….. 4. Το ανήκον σε μένα ποσοστό 25% της Εκκλησίας «…………", κειμένης επί της οδ…………... Οι καταθέσεις μου στην …………. 6. Το χαρτοφυλάκιό μου στην …………… 7. Τα κατά το χρόνο θανάτου μου αυτοκίνητα κυριότητάς μου και όλα τα προσωπικά μου αντικείμενα ευρισκόμενα σήμερα στο ιδιαίτερο γραφείο μου στο 10ο όροφο του ξενοδοχείου ………..

και την άνω κατοικία μου …………... Β. Στο Χ. Π. κάτοχο του αρ. διαβατηρίου ΑΑ 36712….. εκδούσα Αρχή ΑΕΑ/ΔΔ επιθυμώ όπως περιέλθει κατά πλήρες και αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας το οικόπεδό μου στη ………, θέση…………, μετά των εν αυτώ κατοικιών, εγκαταστάσεων, παραρτημάτων και παρακολουθημάτων αυτού, ως επίσης και με το σύνολο της στις οικίες αυτές οικοσκευής.

Γ. Στο Φιλανθρωπικό Οργανισμό "Χαμόγελο του Παιδιού" καταλείπω το σύνολο των ανηκουσών ατομικά σε εμέ μετοχών της εδρεύουσας στην …….. Λεωφ. ………….. αρ. …… Εταιρείας με την επωνυμία ……………, υπό το ρητό όρο, λειτουργούντα ως διαλυτική αίρεση... Σε περίπτωση της δι' οιονδήποτε λόγο αθετήσεως του όρου τούτου, υπό το εν λόγω Οργανισμού το σύνολο του πακέτου των μετοχών τούτων, όπως θα έχει διαμορφωθεί, συνεπεία τυχόν εν τω μεταξύ αυξήσεων του μετοχικού κεφαλαίου της ……..

επιθυμώ να περιέρχεται στα "Παιδικά Χωριά SOS Ελλάδος"... Σε περίπτωση διαδοχικής αποποιήσεως εκ μέρους των άνω Φιλανθρωπικών Ιδρυμάτων ή αθετήσεων υπ' αυτών του τιθεμένου ως άνω όρου συνιστώντος διαλυτική αίρεση της περιελεύσεως των μετοχών στο "Χαμόγελο του Παιδιού" και στα "Παιδικά Χωριά SOS Ελλάδος", οι εν λόγω μετοχές επιθυμώ να περιέλθουν στην Ελληνική Εθνική Επιτροπή για την UNESCO...

Ο ΔΙΑΘΕΤΗΣ υπογραφή Κ. Β. Μ.... Ο διαθέτης δεν είχε αποκτήσει τέκνα από τους γάμους του. Είχε τελέσει γάμο με τη Δ. Χ., ο οποίος λύθηκε με διαζύγιο το έτος 1982. Με τη Β. Ι. τέλεσε δύο γάμους κατά τα έτη 1986 και 2003, οι οποίοι λύθηκαν κατά τα έτη 1995 και 2004 αντίστοιχα. Ήταν απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και επαγγελματικά ασχολείτο με τη διοίκηση της οικογενειακής ξενοδοχειακής επιχείρησης με την επωνυμία …………, της οποίας διέθετε την πλειοψηφία των μετοχών του μετοχικού της κεφαλαίου.

Με τη μητέρα του εναγομένου Δ. Π. συνήψε ερωτική σχέση μετά τη λύση του δευτέρου γάμου του το έτος 1995. Αυτή ήταν χήρα και μητέρα ενός τέκνου, του εναγομένου, τον οποίο ο Κ. Μ. τον αγαπούσε, τον φρόντιζε και τον καθοδηγούσε με πατρικό ενδιαφέρον για τις σπουδές του στην ………. και την ……….....". Στη συνέχεια παρατίθεται η απορριπτική κρίση του Εφετείου σχετικά με την κύρια βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας. "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ακίνητο (οικόπεδο) το οποίο κατέλειπε ο διαθέτης στον εναγόμενο, ο οποίος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία και προέβη στην καταχώρηση αυτής στα βιβλία κτημοτολογίου …….. (βλ.

υπ' αριθ. 2965/15-6-20…….. πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου ……… Α. Γ. και την υπ' αριθ. 335/2-7-20…… καταχώρηση αυτής στα βιβλία κτηματολογίου ………) ευρίσκεται στη ………. στη θέση "…………." έχει έκταση 4.100 τ.μ...". Στη συνέχεια ακολουθεί η περιγραφή του οικοπέδου και των δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών που βρίσκονται σ' αυτό. "Το ανωτέρω ακίνητο μαζί με τις επ' αυτού υπάρχουσες οριζόντιες ιδιοκτησίες ο διαθέτης με το υπ' αριθ. 10179/30-3-20…… συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Β.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, το αγόρασε στο όνομα της εδρεύουσας στις νήσους ………… εξωχώριας (off Shore) εταιρείας του με την επωνυμία "………… SA" (…………..), την οποία αυτός συνέστησε για λόγους φορολογικούς, ως τίμημα στο συμβόλαιο αυτό αναγράφεται το ποσό των 132.000.000 δραχ, που αντιστοιχούσε στην αντικειμενική αξία του ακινήτου.

Στη συνέχεια με το υπ' αριθ. 20.164/11-12-20……. συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ……. Α. Ζ. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο διαθέτης αγόρασε στο όνομά του το εν λόγω ακίνητο από την ανωτέρω εξωχώρια εταιρία του, ως τίμημα στο συμβόλαιο αυτό αναγράφηκε το ποσό των 656.344,41 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην αντικειμενική του αξία.

Το πραγματικό όμως τίμημα που καταβλήθηκε από το διαθέτη για την αγορά του εν λόγω ακινήτου ανήλθε σε 300.000.000 δραχ., μαζί όμως με τους φόρους, τα λοιπά έξοδα, τις νομιμοποιήσεις και συμπληρωματικές δηλώσεις ανήλθε σε 400.000.000 δραχμές περίπου. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο Κ. Μ., επειδή δεν διέθετε το χρηματικό ποσό για να αγοράσει το ακίνητο στη ……., απευθύνθηκε στη μητέρα του Έ.

Μ., το γένος Πεσματζόγλου, από την οποία ζήτησε να του δώσει χρήματα για να προβεί στην αγορά του εν λόγω ακινήτου, απέστειλε δε στη μητέρα του την κάτωθι επιστολή: "………….. 5 Νοεμβρίου 1994. Αγαπητή Μανούλα. Έχοντας ολοκληρώσει την έρευνα για 2 σπίτια στη Μύκονο και φοβούμενος μην χαθεί η ευκαιρία θα ήθελα να έχω την έγκρισή Σου για τη συμμετοχή σου στο τίμημα ως εξής:

α) Εντός των προσεχών ημερών θα γίνει η μεταβίβαση των μαγαζιών σου στο ………… που θα σου πληρώσει το ποσόν των δραχ. 232.000.000, β) Παράλληλα θα μπορέσουμε σύντομα να πωλήσουμε τις 7.797 μετοχές της Εθνικής Τράπεζας (κληρονομίας Γ. Π.). Με τα ως άνω ποσά και τη δική μου συμμετοχή θα αποκτηθούν 2 θαυμάσια όμορφα σπίτια.

Αυτονόητο τυγχάνει ότι τα εγγόνια Σου θα έχουν τη χρήση του ενός σπιτιού και αμφότερα θα φροντίσω να περιέλθουν σε εκείνες μετά το θάνατό μου. Με πολύ αγάπη. Ο γιος Σου Κ.". Η μητέρα του διαθέτη ανταποκρίθηκε στο αίτημα του υιού της για οικονομική συνδρομή βασιζόμενη στη συμφωνία τους ότι οι οικίες που θα αγοραστούν στη ……..

θα περιέλθουν στις εγγονές της και σε εκτέλεση αυτής του παρέδωσε το τίμημα, ήτοι 232.000.000 δραχμές που εισέπραξε από την πώληση με το υπ' αριθ. 16960/15-12-19….. συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ……….. Α. Ζ. των καταστημάτων της, καθώς και το ποσό των 282.000.000 δραχμών που εισέπραξε από την πώληση 7.797 μετοχών της ΕΤΕ. Ειδικότερα ο διαθέτης προέβη σε αναλήψεις χρηματικών ποσών 85.000.000 δραχμών, 80.000.000 δραχμών και 343.360 ευρώ από τον τηρούμενο κοινό λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα με συνδικαιούχο τη μητέρα του στις 10-2-2000, στις 17-12-2001 και στις 26-4-2002 αντίστοιχα, διαβεβαίωνε δε τη μητέρα του μέχρι το θάνατό της ότι οι οικίες αυτές μετά το θάνατό του θα περιέλθουν στις εγγονές της.

Η πρώην σύζυγος του διαθέτη Β. Ι. στην ένορκη βεβαίωσή της αναφέρει ότι οι δύο σουίτες της κατοικίας τους στη ………….. έφεραν τα ονόματα των ανεψιών τους Μ. και Ε.. Εξ άλλου αυτός (διαθέτης) ποτέ δεν αμφισβήτησε τη συμφωνία και την υποχρέωση που είχα αναλάβει έναντι της μητέρας του. Η εν λόγω συμφωνία του διαθέτη με τη μητέρα του δεν αποτελεί κληρονομική σύμβαση απαγορευμένη από το νόμο, καθόσον σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η συμφωνία αναφέρεται μόνο σε ορισμένο αντικείμενο της κληρονομίας, το ακίνητο στη ……...

Η συμφωνία όμως αυτή είναι άκυρη, διότι δεν περιεβλήθηκε τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου κατ' άρθρο 369 ΑΚ. Το κληρονομιαίο αυτό ακίνητο στη ……… που περιήλθε στο διαθέτη ως αντάλλαγμα, χωρίς όμως νόμιμη αιτία λόγω της προαναφερόμενης ακυρότητας της συμφωνίας με τη μητέρα του, από τα χρήματα που αυτή του έδωσε για να το αγοράσει, αλλά μετά το θάνατό του κατά τη συμφωνία τους να περιέλθει στις εγγονές της, το κατέλιπε με τη διαθήκη του λόγω χαριστικής αιτίας στον εναγόμενο, που, όπως προαναφέρθηκε, αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία και ο οποίος πρέπει να αποδώσει τον εν λόγω αδικαιολόγητο πλουτισμό του, που συνίσταται στο κληρονομιαίο ακίνητο κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στην ενάγουσα-κληρονόμο της μητέρας τους - δότριας των χρημάτων στον κληρονομούμενο διαθέτη.

Εξάλλου αποδείχθηκε ότι στην ενάγουσα για τις διαχειριστικές χρήσεις της εταιρείας 2010, 2011, 2912 και 2013 δεν αποδόθηκε μέρισμα κερδών από την…………………. Οι καταβληθείσες όμως αμοιβές, τις οποίες έλαβε ο αδελφός της Κ. Μ., σύμφωνα με την ομόφωνη απόφαση των τακτιικών γενικών συνελεύσεων των μετόχων ήταν για το έτος 2010 καθαρό ποσό 394.781,80 ευρώ, για το έτος 2011 καθαρό ποσό 363.846,44 ευρώ, για το έτος 2012 καθαρό ποσό 334.345,35 ευρώ και για το έτος 2013 καθαρό ποσό 308.626,51 ευρώ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτό το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφασή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε η επικουρική βάση της αγωγή της αναιρεσίβλητης ως αόριστη, κράτησε και δίκασε την αγωγή κατά την εν λόγω βάση της, την οποία έκανε δεκτή κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω, με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες άλλωστε δεν προσέφυγε, δεδομένου ότι δεν δέχθηκε, ούτε ευθέως ούτε εμμέσως, ότι υφίστατο κενό ή ασάφεια στη νομική δεσμευτικότητα της δήλωσης του Κ.

Μ. προς τη μητέρα για το ότι το ακίνητο που θα αγόραζε στη …………. θα περιέλθει μετά το θάνατό του στις εγγονές της, καταρτίζοντας με αυτήν επιτρεπτή κληρονομική σύμβαση. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο είναι αβάσιμα. Με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναίρεσης διατείνεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι καταβολές χρημάτων εκ μέρους της Έ.

Μ. προς το γιο της Κ. Μ. έγιναν αχρεωστήτως, διότι η μεταξύ τους ατύπως συναφθείσα κληρονομική σύμβαση ήταν άκυρη, όχι ως αντιβαίνουσα στο άρθρο 368 ΑΚ, αλλά λόγω έλλειψης συμβολαιογραφικού τύπου, επιβαλλόμενου από το άρθρο 369 ΑΚ. Ότι, όμως, το Εφετείο αν είχε εφαρμόσει τους κανόνες της ερμηνείας των δικαιοπραξιών θα είχε ερμηνεύσει ορθά τις δηλώσεις του Κ.

Μ. στην από 5-11-1999 επιστολή του και θα είχε διαγνώσει ότι η επιστολή αυτή αποτελούσε πρόταση για τη σύναψη δωρεάς με τη μητέρα του Έ. Μ. για την καταβολή χρημάτων, η οποία καταρτίστηκε με την αποδοχή της αντισυμβαλλόμενης μητέρας του, που εκδηλώθηκε σε κάθε περίπτωση με την καταβολή των χρημάτων χωρίς αντάλλαγμα.

Ότι, συνεπώς, αφού οι ένδικες καταβολές χρημάτων από την Έ. Μ. προς το γιο της έγιναν λόγω άτυπης δωρεάς, η οποία ισχυροποιήθηκε κατά το άρθρο 498 παρ. 2 ΑΚ με την παράδοση των χρημάτων στο δωρεοδόχο, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις έννομες σχέσεις μεταξύ της Έ. Μ. και του Κ. Μ. το άρθρο 904 ΑΚ, αφού δεν συντρέχει περίπτωση αχρεώστητης καταβολής, αλλά για την καταβολή υφίσταται νόμιμη αιτία, η εκπλήρωση δηλαδή της αναληφθείσας υποχρέωσης με βάση τη σύμβαση δωρεάς.

Ότι για το λόγο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Επί του λόγου αυτού της αίτησης αναίρεσης πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Κατ' άρθρο 496 ΑΚ η παροχή σε κάποιον ενός περιουσιακού αντικειμένου αποτελεί δωρεά, αν γίνεται κατά τη συμφωνία των μερών χωρίς αντάλλαγμα.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για το κύρος της δωρεάς είναι απαραίτητη η συμφωνία περί υπάρξεως χαριστικής αιτίας. Αν κατά τη βούληση των μερών η παροχή δίνεται ως αντάλλαγμα πράξης ή παραλείψεις του λαμβάνοντος αυτήν, δεν υπάρχει δωρεά, αλλά αμφοτεροβαρής σύμβαση. Και στη δωρεά υπό τρόπο (άρθρο 503 ΑΚ), αν η περιουσιακή θυσία που υφίσταται ο δωρεοδόχος είναι ίση ή προσεγγίζει κατά πολύ την αξία του δωρούμενου πράγματος, τότε η σύμβαση, έστω και αν χαρακτηρίζεται από τους συμβαλλομένους ως δωρεά, δεν είναι πραγματική δωρεά, αλλά σύμβαση αμφοτεροβαρής, αφού δεν υπάρχει το στοιχείο του πλουτισμού του δωρεοδόχου (ΑΠ 1687/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι η Έ. Μ. συμφώνησε με την πρόταση του υιού της Κ. Μ. και του παρέδωσε τα χρήματα που της ζήτησε, τα οποία αυτός χρησιμοποίησε στη συνέχεια για την αγορά του ακινήτου στη Μύκονο, ενώ συνήφθη συγχρόνως μεταξύ τους επιτρεπτή κληρονομική σύμβαση, σύμφωνα με την οποία ο Κ.

Μ. της υποσχέθηκε να μεταβιβάσει το ακίνητο στις εγγονές της μετά το θάνατό του. Δέχθηκε, δηλαδή, όπως συνάγεται από το σύνολο των προεκτιθέμενων παραδοχών της, σύμφωνα και με την ανωτέρω νομική σκέψη, ότι η συμφωνία παράδοσης των χρημάτων μεταξύ της Έ. Μ. και του υιού της Κ. Μ. δεν ήταν σύμβαση δωρεάς, έστω και υπό τρόπο, αλλά αμφοτεροβαρής σύμβαση, δεδομένης της υποχρέωσης που ανέλαβε ο τελευταίος με την κληρονομική σύμβαση να μεταβιβάσει το ακίνητο που θα αποκτήσει με τα χρήματα της μητέρας του στις εγγονές της μετά το θάνατό του.

Επομένως, ο περιλαμβανόμενος στον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι επρόκειτο περί έγκυρης σύμβασης δωρεάς χρημάτων και ότι συνακόλουθα δεν συντρέχει περίπτωση αχρεώστητης καταβολής ώστε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 904 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και συνεπώς ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021).

Ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης διατείνεται ο αναιρεσείων ότι δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, α) πότε ακριβώς και με ποιο τρόπο η Έ. Μ. εισέπραξε τα ποσά των 232.000.000 και 282.000.000 δραχμών, για τα οποία η προσβαλλόμενη θεωρεί ως αποδεδειγμένο το γεγονός ότι αυτά περιήλθαν στην περιουσία της, β) πότε και με ποιο τρόπο η Έ.

Μ. παρέδωσε, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη, στο γιο της Κ. Μ. το τίμημα των 232.000.000 δραχμών που έλαβε από την πώληση ακινήτων της, γ) με ποιο τρόπο η Έ. Μ. εισέπραξε το ποσό των 282.000.000 δραχμών από την πώληση των μετοχών της και ειδικότερα αν τα εισέπραξε σε μετρητά, με επιταγή ή με κατάθεση σε λογαριασμό της και δ) με ποιο τρόπο έγιναν οι αναφερόμενες στην απόφαση αναλήψεις στις οποίες προέβη ο Κ.

Μ. από το κοινό λογαριασμό που τηρούσε με τη μητέρα του στην Εθνική Τράπεζα και ειδικότερα ποσού 85.000.000 δραχμών στις 10-2-2000, ποσού 80.000.000 δραχμών στις 17-12-2001 και ποσού 343.360 ευρώ στις 26-4-2002, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει με σαφήνεια από τις αιτιολογίες της απόφασης αν τα αναφερόμενα ποσά περιήλθαν στην περιουσία του Κ.

Μ.. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο αναιρεσείων με τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης ότι ενώ η απόφαση δέχεται ότι το ένδικο ακίνητο στη Μύκονο αγοράστηκε από την εταιρεία "………….. S.A." με το υπ' αριθμ. 10.179/30-3-20……. συμβόλαιο έναντι τιμήματος 132.000.000 δραχμών, που κατέβαλε η αγοράστρια εταιρεία, για την οποία η προσβαλλόμενη δέχεται ότι ήταν συμφερόντων του Κ.

Μ., δεν αποδείχθηκε ωστόσο ότι η εν λόγω εταιρεία απέκτησε το ακίνητο αυτό με χρήματα που έλαβε από την Έ. Μ. ή από τον Κ. Μ.. Ότι επίσης, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ως αποδεδειγμένο το γεγονός ότι ο Κ. Μ. αγόρασε το ένδικο ακίνητο από την ανωτέρω εταιρεία με το υπ' αριθμ. 20.164/11-12-20…… συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Α.

Ζ.-Μ. έναντι αναγραφομένου τιμήματος 656.344,41 ευρώ και ότι δέχεται επί πλέον ότι ο Κ. Μ. απέκτησε το ένδικο ακίνητο με χρήματα που του έδωσε η μητέρα του, δεν εξηγεί όμως γιατί η εκ μέρους του αγορά του ακινήτου σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά τις ένδικες καταβολές εκ μέρους της μητέρας του, έγινε με τα χρήματα που του είχε δώσει η μητέρα του και όχι με δικά του χρήματα.

Ότι με τις ανεπαρκείς και αντιφατικές αυτές αιτιολογίες η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, όσον αφορά τις ανωτέρω υπό τα στοιχεία α', β' και γ' επί μέρους αιτιάσεις είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι αφορούν ισχυρισμούς που δεν αποτελούν ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ισχυρισμούς δηλαδή που δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ώστε να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή αναιρετικός λόγος.

Τούτο δε, αν ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το τίμημα από την πώληση των ακινήτων και των μετοχών της, η Έ. Μ. το παρέδωσε στον υιό της Κ. Μ. με την κατάθεσή του στον τηρούμενο κοινό με αυτόν τραπεζικό λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα, από τον οποίο ο τελευταίος ανέλαβε τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά.

Όσον αφορά δε τις υπόλοιπες πιο πάνω αιτιάσεις, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων υπό την επίφαση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠοΔ, πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου περί της ουσίας πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα την παραδοχή του Δικαστηρίου, όπως αυτή προέκυψε από τις αποδείξεις, ότι ο Κ.

Μ. απέκτησε το ένδικο ακίνητο στη ……….. με τα χρήματα που του έδωσε η μητέρα του. Με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, κατά το πρώτο μέρος του και κατ' εκτίμηση το περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για το γεγονός ότι δέχθηκε κατ' αρχήν ότι μεταξύ της Έ. Μ.

και του υιού της Κ. Μ. συνήφθη μία επιτρεπτή κληρονομική σύμβαση, η οποία αφορούσε ορισμένο αντικείμενο της κληρονομίας, δηλαδή το ένδικο ακίνητο στη ………. Ότι, επίσης, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη "η υποχρέωση που είχε αναλάβει ο Κ. Μ. απέναντι στη μητέρα του", χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται στην απόφαση το ακριβές περιεχόμενο αυτής της υποχρέωσης, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο ο Κ.

Μ. θα εκπλήρωνε την υποχρέωσή του αυτή. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ο αναιρεσείων ότι η διερεύνηση του ακριβούς περιεχομένου της συμβατικής υποχρέωσης που ανέλαβε ο Κ. Μ. έναντι της μητέρας του ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτής, διότι συνδέεται με τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 904 ΑΚ, δηλαδή με την κρίση αν στο πρόσωπο της Έ.

Μ. γεννήθηκε ή όχι αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, αν μεταξύ της τελευταίας και του υιού της καταρτίστηκε σύμβαση δωρεάς (υπό τρόπο), όπως προέβαλε με τις προτάσεις του τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, η οποία ως δωρεά κινητών πραγμάτων (χρημάτων) θα ήταν έγκυρη, τότε δεν μπορεί να έχει εφαρμογή το άρθρο 904 ΑΚ, αφού ο Κ.

Μ. θα είχε αποκτήσει τα καταβληθέντα χρήματα με νόμιμη αιτία, η οποία θα απέκλειε την αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού της μητέρας του. Ισχυρίζεται, τέλος, ο αναιρεσείων ότι δεν βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως αποδεδειγμένο γεγονός ότι η από 5-11-1999 επιστολή του Κ. Μ. περιήλθε στη μητέρα του Έ.

Μ., ούτε αναφέρεται με ποιο τρόπο και πότε η Έ. Μ. αποδέχθηκε την πρόταση του γιου της. Από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, προκύπτει ότι έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι μεταξύ της Έ. Μ. και του υιού της Κ. Μ. συνήφθη μία κληρονομική σύμβαση, η οποία δεν ήταν απαγορευμένη από το νόμο, καθόσον αφορούσε μόνο σε ορισμένο αντικείμενο της κληρονομίας, ήτοι το ακίνητο στη ………, η οποία όμως ήταν άκυρη διότι δεν περιεβλήθηκε τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου κατ' άρθρο 369 ΑΚ.

Δέχθηκε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι με την κληρονομική αυτή σύμβαση ο Κ. Μ. ανέλαβε την υποχρέωση έναντι της μητέρας του να περιέλθει το επίδικο ακίνητο στις εγγονές της μετά το θάνατό του και ότι παρότι η μητέρα του έδωσε σ' αυτόν τα χρήματα που της ζήτησε για την αγορά του ακινήτου, αυτός κατέλειπε με τη διαθήκη του το ακίνητο στον εναγόμενο λόγω χαριστικής αιτίας.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Κ. Μ. θα εκπλήρωνε έναντι της μητέρας του την κληρονομική σύμβαση δεν αποτελεί ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ώστε η παράλειψη αναφοράς του να ιδρύει τον από το άρθρο αυτό προβλεπόμενο λόγο, καθώς τέτοιο ζήτημα αποτελεί αυτή η ίδια η υποχρέωση που δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του το Εφετείο ότι αυτός ανέλαβε με την κληρονομική σύμβαση έναντι της μητέρας του και όχι ο τρόπος εκπλήρωσής της.

Περαιτέρω, αναφέρεται στην απόφαση το γεγονός ότι η μητέρα του Κ. Μ., μετά την επιστολή που της έστειλε, αποδέχθηκε την πρότασή του και καταρτίστηκε μεταξύ τους τόσο η ανωτέρω αναφερόμενη αμφοτεροβαρής σύμβαση, όσο και η σύγχρονη κληρονομική σύμβαση, με την παράδοση σ' αυτόν των χρημάτων που αυτή εισέπραξε από την πώληση των καταστημάτων της και των μετοχών της ΕΤΕ.

Επομένως, η προσβαλλόμενη περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες με βάση τις οποίες κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα και δικαιολογούν την υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε στον κανόνα δικαίου του άρθρου 904 ΑΚ, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον εξεταζόμενο λόγο περί παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου πρόσθετου αναιρετικού λόγου, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του και υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο όφειλε να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, ήτοι τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, ώστε να αιτιολογήσει για ποιους λόγους οδηγήθηκε στο πόρισμα ότι με την από 5-11-1999 επιστολή του Κ.

Μ. προς τη μητέρα του καταρτίστηκε επιτρεπτή κληρονομική σύμβαση και όχι σύμβαση δωρεάς ή σύμβαση δωρεάς υπό τρόπο, όπως προέβαλε πρωτοδίκως αλλά και κατ' έφεση με τις προτάσεις του, αν ληφθεί υπόψη ότι με τη φράση "Αυτονόητο τυγχάνει ότι τα εγγόνια Σου θα έχουν τη χρήση του ενός σπιτιού και αμφότερα θα φροντίσω να περιέλθουν σε εκείνες μετά το θάνατό μου", που περιέχεται στην ανωτέρω επιστολή του, δεν μπορεί να συναχθεί ότι αυτός διατυπώνει δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως με σκοπό να αναλάβει νομική υποχρέωση έναντι της μητέρας του ώστε το ακίνητο που θα αποκτήσει να περιέλθει μετά το θάνατό του στις εγγονές της και θυγατέρες της αναιρεσίβλητης.

Όπως εκτέθηκε ανωτέρω στα πλαίσια έρευνας του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου αναίρεσης, το Εφετείο με τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του αυτές, δεν δέχθηκε ότι υφίστατο κενό ή ασάφεια στη δεσμευτικότητα της δήλωσης του Κ.

Μ. προς τη μητέρα του για το ότι το ακίνητο που θα αγόραζε και με τα χρήματά της στη Μύκονο θα περιέλθει μετά το θάνατό του στις εγγονές της, συνάπτοντας έτσι με αυτήν επιτρεπτή κληρονομική σύμβαση. Ο δε ισχυρισμός του ότι με την από 5-11-1999 επιστολή του Κ. Μ. προς τη μητέρα του καταρτίστηκε σύμβαση δωρεάς ή σύμβαση δωρεάς υπό τρόπο συνιστούσε, όπως ήδη αναφέρθηκε στα πλαίσια έρευνας του δευτέρου αναιρετικού λόγου, αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό και συνεπώς το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό αυτό με την παραδοχή αντιθέτων από το περιεχόμενο του ισχυρισμού αυτού.

Επομένως, δεν τίθεται θέμα παράβασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών από την προσβαλλόμενη απόφαση, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο είναι αβάσιμα. Με το τρίτο σκέλος του πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, καθώς, ως προς τη κρίσιμη παραδοχή της ότι μεταξύ της Έ.

Μ. και του γιου της Κ. Μ. συνήφθη επιτρεπτή κληρονομική σύμβαση, χωρίς να προσδιορίζεται ειδικότερα η αναληφθείσα υποχρέωση του τελευταίου, και όχι σύμβαση δωρεάς ή σύμβαση δωρεάς υπό τρόπο, στερείται παντελώς αιτιολογίας, όπως στερείται αιτιολογίας και η παραδοχή της ότι η Έ. Μ. κατέβαλε στο γιο της τη ζητηθείσα από αυτόν οικονομική ενίσχυση ως αντάλλαγμα και όχι επειδή ήθελε να τον βοηθήσει οικονομικά στην επιδιωκόμενη από αυτόν αγορά ακινήτου χωρίς αντάλλαγμα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων με το πρόσχημα της παράβασης του ανωτέρω άρθρου πλήττει ουσιαστικά την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων που προέκυψαν από τις αποδείξεις, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ο δε περαιτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί σύμβασης δωρεάς ή σύμβασης δωρεάς υπό τρόπο και περί της επιθυμίας της Έ.

Μ. να βοηθήσει οικονομικά τον Κ. Μ. στην επιδιωκόμενη από αυτόν αγορά του ακινήτου, είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν συνιστά, σύμφωνα και με όσα ήδη αναφέρθηκαν, ισχυρισμό με αυτοτελή ύπαρξη, ώστε η έλλειψη αιτιολογίας για την απόρριψή του να ιδρύσει τον από το άρθρο 559 αρ. 19 προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης.

Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ως αποδεδειγμένο γεγονός ότι η Έ. Μ. εισέπραξε το ποσό των 232.000.000 δραχμών από την πώληση ακινήτων της με το 16.969/15-12-19……. συμβόλαιο, καθώς και το ποσό των 282.000.000 δραχμών από την πώληση 7.797 μετοχών της Εθνικής Τράπεζας, δεν αναφέρει περαιτέρω, πότε έλαβε χώρα η πώληση των μετοχών αυτών και πότε η Έ.

Μ. εισέπραξε το τίμημα από την πώληση των μετοχών αυτών, όπως δεν αναφέρει με ποιο τρόπο έγινε η είσπραξη των χρημάτων αυτών και σε ποιο τραπεζικό λογαριασμό πιστώθηκαν. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι ως προς την καταβολή των χρηματικών ποσών από την Έ. Μ. στο γιο της Κ. Μ., η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η καταβολή των χρημάτων, τα οποία αποτελούν τον αρχικό πλουτισμό, έγινε με τρεις διαδοχικές αναλήψεις χρηματικών ποσών από κοινό λογαριασμό που είχαν στην Εθνική Τράπεζα και ειδικότερα, δέχεται ότι ο Κ.

Μ., ως συνδικαιούχος του λογαριασμού ανέλαβε, ι) στις 10-2-2000 ποσό 85.000.000 δραχμών, ιι) στις 17-12-2001 ποσό 80.000.000 δραχμών και ιιι) στις 26-4-2002 ποσό 343.000 ευρώ. Ότι, όμως, δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν στον ως άνω κοινό λογαριασμό υπήρχαν χρήματα που είχαν κατατεθεί και από τους δύο ή μόνο από έναν από αυτούς και ποια ποσά είχαν κατατεθεί από τον καθένα δικαιούχο του λογαριασμού.

Ότι συνεπώς, δεν αποδείχθηκε αν οι τρεις επίμαχες αναλήψεις τις οποίες έκανε ο Κ. Μ. αποτελούσαν αναλήψεις από χρήματα που είχε καταθέσει στο κοινό λογαριασμό η μητέρα του Έ. Μ. ή από χρήματα που είχε καταθέσει ο ίδιος. Ισχυρίζεται, επίσης, ο αναιρεσείων ότι με βάση τις παραδοχές του Εφετείου το ένδικο ακίνητο περιήλθε στην περιουσία της εδρεύουσας στις Μπαχάμες εξωχώριας εταιρείας με την επωνυμία "……… S.A." συμφερόντων Κ.

Μ., στις 30-3-2000 με το 10.179/30-3-2000 συμβόλαιο αγοράς, έναντι τιμήματος 132.000.000 δραχμών και ότι στη περιουσία του Κ. Μ. το ένδικο ακίνητο περιήλθε στις 11-12-2003, δυνάμει του 20.164/11-12-2003 συμβολαίου αγοράς, έναντι τιμήματος 656.344,41 ευρώ. Ότι μέχρι την ημέρα σύναψης του συμβολαίου αγοράς του επιδίκου ακινήτου από την πιο πάνω εξωχώρια εταιρεία του Κ.

Μ., ήτοι στις 30-3-2000, οπότε και καταβλήθηκε το συμφωνηθέν τίμημα, ο Κ. Μ. είχε προβεί σε μία μόνο ανάληψη από τον κοινό λογαριασμό που είχε στην Εθνική Τράπεζα με τη μητέρα του και συγκεκριμένα, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε προβεί στις 10-2-2000 σε ανάληψη ποσού 85.000.000 δραχμών. Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι το πραγματικό τίμημα για την αγορά του ακινήτου ανήλθε σε 300.000.000 δραχμές, μαζί όμως με τους φόρους και τις λοιπές επιβαρύνσεις ανήλθε σε 400.000.000 δραχμές και ότι επομένως, η πιο πάνω εξωχώρια εταιρεία του Κ.

Μ. επιβαρύνθηκε με το ποσό των 400.000.000 δραχμών προκειμένου να αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου αυτού. Ότι όλες αυτές οι παραδοχές της απόφασης του Εφετείου έρχονται σε πλήρη αντίφαση με την παραδοχή της ότι ο Κ. Μ. αγόρασε το ακίνητο της ……… με τα χρήματα που του έδωσε η μητέρα του Έ. Μ.. Ότι ενόψει αυτών είναι προφανές ότι η ως άνω εξωχώρια εταιρεία του Κ.

Μ. απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου με δικά της κεφάλαια και όχι με χρήματα που έδωσε η Έ. Μ. στο γιο της, αφού αυτός, μέχρι τις 30-3-2000 είχε προβεί σε μία μόνο ανάληψη από τον κοινό λογαριασμό και συγκεκριμένα ανέλαβε το ποσό των 85.000.000 δραχμών στις 10-2-2000. Ότι από τα γεγονότα που δέχεται η αναρεσιβαλλόμενη απόφαση καθίσταται προφανές ότι δεν υφίσταται καμία αιτιώδης συνάφεια των τριών αναλήψεων που έκανε ο Κ.

Μ. στις 10-2-2000, 17-12-2001 και στις 26-4-2002 με την εκ μέρους του καταβολή του τιμήματος που αναφέρεται στο συμβόλαιο αγοράς, με το οποίο αυτός αγόρασε το ακίνητο από την εταιρεία του. Ότι ενόψει των ανωτέρω, παραβιάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η διάταξη του άρθρου 908 εδ. α' ΑΚ, η οποία απαιτεί την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του αρχικού πλουτισμού του λήπτη και του ανταλλάγματος που έλαβε από τον αρχικό πλουτισμό, καθώς το Εφετείο δέχθηκε με την απόφασή του ότι η Έ.

Μ. είχε αξίωση κατά του γιου της Κ. Μ. με βάση τα άρθρα 904 και 908 εδ. α' ΑΚ για απόδοση όχι του αρχικού πλουτισμού, που συνίστατο στην καταβολή χρηματικών ποσών, αλλά του ανταλλάγματος, που αυτός ως λήπτης του πλουτισμού απέκτησε με τα χρήματα που έλαβε χωρίς νόμιμη αιτία, ήτοι του επιδίκου ακινήτου. Ότι με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του αυτού ως άνω δεύτερου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε και στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, καθώς δεν αιτιολογείται το αποδεικτικό της πόρισμα ότι ο Κ. Μ. απέκτησε το επίδικο ακίνητο στη ………. με τα χρήματα που του έδωσε η μητέρα του Έ.

Μ.. Ότι ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, α) δεν αναφέρεται με ποιο τρόπο η Έ. Μ. εισέπραξε το τίμημα των 232.000.000 δραχμών από την πώληση των ακινήτων της και αν προέβη σε κατάθεση του ποσού αυτού στον κοινό λογαριασμό που είχε με το γιο της στην Εθνική Τράπεζα, από όπου ο Κ. Μ. έκανε αργότερα τις ένδικες αναλήψεις, β) δεν αναφέρεται πότε και με ποιο τρόπο η Έ.

Μ. εισέπραξε το τίμημα των 282.000.000 δραχμών από την πώληση των 7.797 μετοχών της και αν κατέθεσε το ποσό αυτό στον ως άνω κοινό λογαριασμό, γ) δεν αναφέρεται αν στον κοινό λογαριασμό που είχε ο Κ. Μ. με τη μητέρα του στην Εθνική Τράπεζα, πριν από τις επίμαχες αναλήψεις, υπήρχαν χρήματα που είχε καταθέσει ο ίδιος ο Κ.

Μ. και πόσα, δ) δεν αναφέρεται αν στο χρονικό διάστημα των δύο και πλέον ετών, εντός του οποίου έγιναν οι επίμαχες αναλήψεις από τον κοινό λογαριασμό, ο συνδικαιούχος του λογαριασμού Κ. Μ. είχε προβεί σε καταθέσεις στο λογαριασμό αυτό, που δικαιολογούν εν μέρει ή εν όλω τις αναλήψεις και ε) αν υποτεθεί ότι τα αναληφθέντα χρήματα ανήκαν στη μητέρα του Έ.

Μ., δεν αιτιολογείται, γιατί ο Κ. Μ. με τα χρήματα των τριών αυτών αναλήψεων, που έγιναν στο χρονικό διάστημα από 10-2-2000 έως 26-4-2002, προέβη στην πληρωμή του τιμήματος για την αγορά του επιδίκου ακινήτου, που έγινε στις 11-12-2003 και όχι με δικά του χρήματα, όταν μάλιστα η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι αυτός ελάμβανε πολύ υψηλές αμοιβές, ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "………..".

Όπως συνάγεται από το σύνολο των ανωτέρω εκτιθέμενων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, η Έ. Μ. πώλησε και εισέπραξε το τίμημα από την πώληση των 7.797 μετοχών της στην Εθνική Τράπεζα ποσού 282.000.000 δραχμών, μετά από την πώληση των καταστημάτων της δυνάμει του 16.969/15-12-1999 συμβολαίου έναντι τιμήματος 232.000.000 δραχμών, παρέδωσε δε το τίμημα των πωλήσεων αυτών στον υιό της Κ.

Μ. στη συνέχεια, και πάντως πριν από τη σύνταξη του 10179/30-3-20……….. συμβολαίου, με το οποίο η εξωχώρια εταιρεία με την επωνυμία "………….. SA" συμφερόντων του Κ. Μ. αγοράσει το επίδικο ακίνητο. Δέχεται δε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η Έ. Μ. παρέδωσε το τίμημα των πιο πάνω πωλήσεων στον υιό της, ανταποκρινόμενη στο αίτημά του να τον συνδράμει οικονομικά στην αγορά του επιδίκου ακινήτου, βασιζόμενη στη συμφωνία τους ότι το επίδικο ακίνητο με τις δύο οικίες στη ……….

θα περιέλθει στις εγγονές της. Δέχεται, επίσης, στη συνέχεια το Εφετείο ότι με το 20.164/11-12-20……. συμβόλαιο, ο Κ. Μ. αγόρασε στο όνομά του το επίδικο ακίνητο από την πιο πάνω εξωχώρια εταιρεία του έναντι αναγραφομένου στο συμβόλαιο τιμήματος 656.344,41 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην αντικειμενική του αξία, ότι το πράγματι καταβληθέν τίμημα ανήλθε σε 300.000.000 δραχμές και ότι μαζί με τους φόρους, τα λοιπά έξοδα, τις νομιμοποιήσεις και συμπληρωματικές δηλώσεις ανήλθε σε 400.000.000 δραχμές περίπου.

Ενόψει των παραδοχών αυτών της προσβαλλόμενης απόφασης και επί πλέον των αιτιολογιών της περί της απόκτησης του επιδίκου ακινήτου αρχικά από την ως άνω εξωχώρια εταιρεία του Κ. Μ. και στη συνέχεια από τον ίδιο, υφίσταται η αναγκαία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του αρχικού πλουτισμού του Κ. Μ., τα χρήματα δηλαδή έλαβε από τη μητέρα του, και του ανταλλάγματος που αυτός απέκτησε από τον εν λόγω πλουτισμό, το ακίνητο δηλαδή στη ……..

Στις ανωτέρω δε παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν δημιουργούνται αντιφάσεις και ασάφειες από τις περαιτέρω αιτιολογίες της περί των αναφερομένων τριών αναλήψεων του Κ. Μ. από τον κοινό λογαριασμό που τηρούσε με τη μητέρα του στην Εθνική Τράπεζα, οι οποίες σε κάθε περίπτωση κρίνονται και πλεοναστικές και μη στηρίζουσες αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης του Εφετείου, αν ληφθούν υπόψη οι προηγούμενες αυτές παραδοχές της.

Συνεπώς, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 908 εδ. α' ΑΚ, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά τα πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές προεκτέθηκαν, οι ανεπαρκείς ή ελλιπείς αιτιολογίες, τις οποίες ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου πρόσθετου αναιρετικού λόγου καταλογίζει στην απόφαση του Εφετείου, δεν αφορούν σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο αυτό προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 913 ΑΚ, "Εφόσον ο λήπτης δεν ευθύνεται σε απόδοση, επειδή ό,τι περιήλθε σ' αυτόν χωρίς νόμιμη αιτία το προσπόρισε σε τρίτον με χαριστική πράξη, ο δότης μπορεί να αναζητήσει από τον τρίτο ό,τι περιήλθε σ' αυτόν". Όπως ήδη αναφέρθηκε κατά την έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεση, χαριστική πράξη κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία ο τρίτος αποκτά τον πλουτισμό, είναι κάθε δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου με την οποία ο τελευταίος αποκτά τον πλουτισμό χωρίς αντάλλαγμα, τέτοια δε είναι, μεταξύ των άλλων, και η κληροδοσία.

Περαιτέρω, όπως επίσης προαναφέρθηκε, η αναιρεσίβλητη με την ένδικη αγωγή της και κατά την επικουρική αυτής βάση, στήριξε την αξίωσή της κατά του αναιρεσείοντος στη διάταξη του άρθρου 913 ΑΚ, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι αυτός απέκτησε το επίδικο ακίνητο στη ………….. με χαριστική πράξη και ειδικότερα με τη με διαθήκη του αδελφού της Κ.

Μ. κληροδοσία. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία έκανε δεκτή κατά την ως άνω επικουρική της βάση, δεχόμενο ειδικότερα, μεταξύ των άλλων, ότι "...Το κληρονομιαίο αυτό ακίνητο στη …………., που περιήλθε στο διαθέτη ως αντάλλαγμα, χωρίς όμως νόμιμη αιτία λόγω της προαναφερόμενης ακυρότητας της συμφωνίας με τη μητέρα του, από χρήματα που αυτή του έδωσε για να το αγοράσει, αλλά μετά το θάνατό του κατά τη συμφωνία τους να περιέλθει στις εγγονές της, το κατέλιπε με τη διαθήκη του λόγω χαριστικής αιτίας στον εναγόμενο, που, όπως προαναφέρθηκε, αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία και ο οποίος πρέπει να αποδώσει τον εν λόγω αδικαιολόγητο πλουτισμό του, που συνίσταται στο κληρονομιαίο ακίνητο κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στην ενάγουσα-κληρονόμο της μητέρας τους - δότριας των χρημάτων στον κληρονομούμενο διαθέτη...".

Δεχόμενο, επομένως, το Εφετείο την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την επικουρική της βάση, δέχθηκε κατά νομική αναγκαιότητα, και όπως συνάγεται από το σύνολο των ανωτέρω εκτιθέμενων παραδοχών της, και τον ισχυρισμό που περιλαμβάνεται στην αγωγή της, ότι ο αναιρεσείων απέκτησε το κληρονομιαίο ακίνητο με χαριστική αιτία και μάλιστα ως κληροδόχος και όχι ως κληρονόμος, έστω και αν δεν αναφέρεται ρητά ο αναιρεσείων στην προσβαλλόμενη απόφαση ως κληροδόχος.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 913 ΑΚ, καθώς όπως ισχυρίζεται, από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο ίδιος κατέστη εκ διαθήκης κληρονόμος επί δήλου πράγματος και όχι εκ διαθήκης κληροδόχος ώστε να θεωρηθεί ότι απέκτησε το επίδικο από χαριστική αιτία, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και συνεπώς ως αβάσιμος.

Κατά συνέπεια, με βάση όλα τα ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη από 5-4-2019 αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι του Χ. Π. πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Β) Επί της από 5-4-2019 αίτησης αναίρεσης της Ε. - Ν. Μ..

Κατά τη διάταξη του άρθρου 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, πρέπει δε τούτο να αναφέρεται στο αναιρετήριο για τη νομιμοποίηση του αιτούντος.

Εξ άλλου, ο νικήσας διάδικος έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει και επικουρική αίτηση αναίρεσης και συγκεκριμένα για την περίπτωση ευδοκίμησης αντίθετης αίτησης του αντιδίκου του (ΑΠ 2109/2022, ΑΠ 192/2021, ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 553/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, η από 20-4-2015 αγωγή της ενάγουσας-αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ως προς την κύρια βάση της, με την οποία αυτή ζήτησε να κηρυχθεί άκυρη η αναφερόμενη υπέρ του εναγομένου διάταξη της ιδιόγραφης διαθήκης του αδελφού της Κ.

Μ., ως αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, έγινε δε δεκτή η αγωγή ως προς την επικουρική της βάση και υποχρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος σε δήλωση βουλήσεως για τη μεταβίβαση στην αναιρεσείουσα του επιδίκου ακινήτου. Ενόψει αυτών η νικήσασα αναιρεσείουσα, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται με την από 5-4-2019 κρινόμενη αίτησή της, οι αναιρετικοί λόγοι της οποίας αναφέρονται στην ως άνω απορριπτική κρίση του Εφετείου, δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή της και συνεπώς, κατ' αρχήν, η αίτησή της είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Ωστόσο, εκτιμώμενη η ένδικη αίτηση ως ασκηθείσα επικουρικώς, για την περίπτωση δηλαδή ευδοκίμησης της αντίθετης αίτησης αναίρεσης του αναιρεσιβλήτου, η αναιρεσείουσα έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή της και συνεπώς η ένδικη αυτή αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή. Ήδη, όμως, εφόσον, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, η από 5-4-2019 αντίθετη αίτηση αναίρεσης του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, υπό την αίρεση παραδοχής της οποίας ασκήθηκε η ένδικη αίτηση, απορρίπτεται με την παρούσα απόφαση, δεν υφίσταται, πλέον, έννομο συμφέρον της νικήσασας ενάγουσας-αναιρεσείουσας για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης.

Πρέπει, επομένως, η από 5-4-2019 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 5-4-2019 αίτηση και τους πρόσθετους αυτής λόγους του Χ. Π. κατά της Ε.-Ν. Μ. με την από 5-4-2019 αίτηση της Ε. Μ. κατά του Χ. Π. για αναίρεση της 5148/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 5-4-2019 αίτηση και τους πρόσθετους αυτής λόγους του Χ. Π..

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Απορρίπτει την από 5-4-2019 αίτηση της Ε.-Ν. Μ..

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ