Supreme Court partially allows appeal on sentencing due to more lenient laws, dismissing other grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a conviction for drug trafficking and attempted murder. The court found that the original sentence violated newer, more lenient provisions regarding the maximum duration of imprisonment and the removal of ancillary penalties like deportation bans. Consequently, the judgment was annulled only regarding the specific penalties and ancillary measures, while the case was remitted for retrial on these points.
Legislator headnote
AI generatedArticles 52, 83, 299 of the Penal Code; The court must apply the most lenient law in force at the time of judgment, annulling sentences that exceed statutory limits or fail to incorporate newer mitigating provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1742 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1742/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθ. 75/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού και Ζωή Κωστόγιαννη - Καλούση, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου B. G. ή S. S. του Z., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 36/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.11.2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1475/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 12.11.2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 36/1.3.2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για τις αξιόποινες πράξεις της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με την μορφή της μεταφοράς και κατοχής από κοινού, τελούμενη από δράστη που διακινεί ναρκωτικές ουσίες κατ' επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ, ο οποίος προς τον σκοπό της διαφυγής του μετήλθε χρήση όπλου, με άγνωστο συνεργό και της απλής συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή, σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και συνολική ποινή κάθειρξης δέκα πέντε (15) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Επομένως, είναι παραδεκτή, και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ α' Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη και ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' του ιδίου κώδικα υπάρχει και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και του παρόντος κώδικα για ακυρότητα εξ αιτίας κακής σύνθεσής του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ. 3 του Κ.Π.Δ., ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις λοιπές διατάξεις των παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, που διαλαμβάνουν τους λόγους αποκλεισμού των δικαστικών προσώπων, προκύπτει ότι δεν αποκλείεται ο δικαστής από την άσκηση των δικαστικών του καθηκόντων σε ποινική υπόθεση, όταν μετέσχε, στη σύνθεσή του δικαστηρίου που εξέδωσε απόφαση με την οποία αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης για μεταγενέστερη δικάσιμο, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δεν δημιουργείται η, κατ' άρθρο 171 παρ.1 α' του Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα, δεδομένου ότι η απόφαση εκείνη, δεν αποφαίνεται επί της ουσίας της υπόθεσης, δεν εκφέρει καταδικαστική κρίση και δεν επιβάλλεται ποινή με αυτή.
Εξάλλου, με το άρθρο 15 του ίδιου Κώδικα, προβλέπεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου και των λοιπών παραγόντων της δίκης, να ζητήσουν την εξαίρεση των δικαστικών προσώπων, αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Με τη διάταξη αυτή εξασφαλίζεται και το δικαίωμα του προσώπου να δικασθεί η υπόθεσή του με δίκαιο τρόπο, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, σύμφωνα με την αρχή της δίκαιης δίκης, που καθιερώνεται με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου, η οποία επικυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974.
Στην προκειμένη περίπτωση, στη σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 36/1.3.2018 απόφαση, μετέσχε και η Εφέτης Γ. Κ., η οποία είχε μετάσχει στην σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, που με την προγενέστερη 160/6.7.2016 απόφασή του ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης για την 17.11.2016 και, κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο εκδόθηκε η 198/17-18.11.2016 απόφαση του Πρωτοβαθμίου ως άνω Δικαστηρίου.
Από το γεγονός ότι η ως άνω δικαστής μετέσχε στη σύνθεση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με την οποία αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης, για την μεταγενέστερη ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, δεν κωλύετο να συμμετάσχει στη σύνθεση του δικάσαντος Πενταμελούς Εφετείου και συνακόλουθα δεν δημιουργήθηκε η, κατ' άρθρο 171 παρ.1 α' του Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα, δεδομένου ότι η απόφαση εκείνη, δεν αποφαίνεται επί της ουσίας της υπόθεσης, δεν εκφέρει καταδικαστική κρίση και δεν επιβλήθηκε ποινή με αυτή.
Η τυχόν δυσπιστία για το αμερόληπτο της εν λόγω δικαστικής λειτουργού κατά την εκδίκαση της έφεσης μπορούσε, σύμφωνα με το άρθρο 15 Κ.Π.Δ., να προταθεί ως λόγος εξαίρεσης και έτσι εξασφαλίζετο το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να δικασθεί η υπόθεσή του με δίκαιο τρόπο από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, από το λόγο ότι μετέσχε στη σύνθεση αυτού η Εφέτης Γ. Κ., πρόσωπο που είχε μετάσχει και στη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας κατά την έκδοση της αναβλητικής υπ' αριθμό 160/2016 απόφασης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 590 παρ. 1 εδ. β' του κυρωθέντος με το Ν. 4620/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 Κ.Π.Δ. (άρθρα 585, 586 αυτού) "Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους" και κατά την παρ. 3 "υποθέσεις για τις οποίες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα έχει γίνει επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσης στον κατηγορούμενο, εκδικάζονται από το δικαστήριο στο οποίο έχουν εισαχθεί".
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 128 παρ. 1 του ισχύσαντος, κατά τον χρόνο επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, Κ.Π.Δ, "τα συναφή εγκλήματα ανακρίνονται και εκδικάζονται από το ίδιο δικαστήριο, αν η συνεκδίκαση δεν προκαλεί βλάβη. Το δικαστήριο που δικάζει το βαρύτερο έγκλημα είναι στην περίπτωση αυτή αρμόδιο για όλα τα άλλα συναφή".
Κατά δε το άρθρο 129 περ. α' του ίδιου Κώδικα, "συναφή εγκλήματα θεωρούνται όσα γίνονται από το ίδιο πρόσωπο είτε συγχρόνως, είτε σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους, ή από πολλούς όχι συναιτίους στον ίδιο τόπο και χρόνο". Με τις διατάξεις αυτές είχε επέλθει παρέκταση της καθ` ύλην αρμοδιότητας, ώστε το δικαστήριο που ήταν αρμόδιο για το βαρύτερο έγκλημα, να είναι αρμόδιο και για όλα τα συναφή, τα οποία αν εκδικάζονταν αυτοτελώς, θα υπάγονταν στην καθ` ύλην αρμοδιότητα άλλων δικαστηρίων.
Ως βαρύτερο έγκλημα θεωρείται εκείνο εναντίον του οποίου απειλείται στον νόμο βαρύτερη ποινή. Όταν δε πρόκειται για απόπειρα, λαμβάνεται υπόψη η ποινή την οποία ορίζει ο νόμος για το τετελεσμένο έγκλημα, διότι αυτή προσδιορίζει τη βαρύτητα τούτου (άρθρα 18, 19 Π.Κ. και 118 Κ.Π.Δ.) και όχι η τυχόν ελαφρότερη ποινή για οποιονδήποτε λόγο μείωσης της ποινής σύμφωνα με το άρθρο 83 Κ.Π.Δ..
Τούτο δε διότι η εν αποπείρα πράξη, δεν αποτελεί ιδιαίτερο έγκλημα, αλλά μορφή εμφάνισης του εγκλήματος και ως εκ τούτου προσλαμβάνει τον χαρακτήρα του κακουργήματος ή πλημμελήματος από την ποινή που απειλείται στον νόμο για το τετελεσμένο έγκλημα. Έτσι, το έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με τις ιδιαίτερα διακεκριμένες περιπτώσεις του άρθρου 23 παρ. 2, περ.
α' και β' Ν. 4139/2013, που τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη (και ήδη με ισόβια ή με πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών) και χρηματική ποινή, είναι βαρύτερο από το έγκλημα της ανθρωποκτονίας το οποίο τιμωρείτο κατά το άρθρο 299 του προϊσχύοντος Π.Κ. μόνο με ισόβια κάθειρξη (και ήδη με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 118, 119 και 120 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι α) την αρμοδιότητα σύμφωνα με τα άρθρα 109-115 την προσδιορίζει ο χαρακτηρισμός της πράξης από τον ποινικό κώδικα ως κακουργήματος, ή πλημμελήματος, που βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά, τα οποία περιέχονται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή στην κλήση του εισαγγελέα (στην περίπτωση της απευθείας εισαγωγής της υπόθεσης) και β) το δικαστήριο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να εξετάσει την καθ' ύλην αρμοδιότητά του σε κάθε στάδιο της δίκης.
Έτσι, πριν από την έναρξη της συζήτησης εξετάζει αυτεπαγγέλτως εάν η εισαχθείσα σ' αυτό υπόθεση, όπως εκτίθεται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή στο κλητήριο θέσπισμα όταν εισήχθη με απ' ευθείας κλήση στο ακροατήριο, υπάγεται, κατά τις κείμενες διατάξεις, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του και αν κρίνει ότι είναι αναρμόδιο παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο.
Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 121 του Κ.Π.Δ., το δικαστήριο που δικάζει κατ' έφεση, αν κρίνει ότι το δικαστήριο που δίκασε σε πρώτο βαθμό ήταν αναρμόδιο, ακυρώνει την απόφαση που προσβάλλεται με έφεση και είτε δικάζει το ίδιο σε πρώτο βαθμό, αν το έγκλημα υπαγόταν σε αυτό, είτε παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, ενεργώντας ταυτόχρονα όσα προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 120.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε να δικασθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων α) για το κακούργημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών από δράστη, ο οποίος διακινεί ναρκωτικές ουσίες κατ' επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ και κατά την τέλεση της πράξης και προς το σκοπό διαφυγής του έκανε χρήση πυροβόλου όπλου, που τιμωρείτο κατά νόμο με ισόβια κάθειρξη (και ήδη με ισόβια ή πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών) και χρηματική ποινή από 50.000 ευρώ μέχρι 1.000.000 ευρώ (άρθρο 23 παρ. 2 περ.
α' και β' Ν. 4139/2013 και 463 του κυρωθέντος με το ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ.) και υπάγεται σε πρώτο βαθμό στην καθ` ύλην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων και σε δεύτερο βαθμό στο Πενταμελές Εφετείο, β) της απλής συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή, επί της οποίας το τετελεσμένο έγκλημα τιμωρείτο με ισόβια κάθειρξη και ήδη με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών (άρθρο 299 Π.Κ.) και δικάζεται κατ` άρθρο 109 Κ.Π.Δ.
σε πρώτο βαθμό από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο και σε δεύτερο βαθμό από το Μικτό ορκωτό Εφετείο. Με βάση τις προβλεπόμενες ως άνω ποινές το έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις ιδιαίτερα διακεκριμένες ως άνω περιπτώσεις, είναι βαρύτερο από το έγκλημα της ανθρωποκτονίας και κατ' ακολουθίαν της απλής συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή και αρμόδιο καθ' ύλην, κατά τα προεκτεθέντα, Δικαστήριο να δικάσει ήταν το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, αρμόδιο καθ` ύλην για να δικάσει το πρώτο από τα ως άνω εγκλήματα ως βαρύτερο.
Επομένως, το δικάσαν σε πρώτο βαθμό Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, αρμόδιο καθ' ύλην να δικάσει το πρώτο από τα ως άνω εγκλήματα ως βαρύτερο, αρμοδίως επελήφθη της εκδίκασης και του συναφούς άλλου κακουργήματος, (άρθρο 128 Κ.Π.Δ.) και καταδίκασε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις του.
Μετά ταύτα δε, το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, ύστερα από έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, αρμοδίως επίσης επελήφθη της ως άνω υπόθεσης κατά το άρθρο 499 εδ. ε' του προϊσχύσαντος Κ.Π.Δ., που εφαρμόζεται, όπως προαναφέρθηκε, στη προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 590 παρ. 2 του κυρωθέντος με το Ν. 4620/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 Κ.Π.Δ, που προβλέπει ότι υποθέσεις, για τις οποίες μέχρι την έναρξη του ισχύος του νέου Κ.Π.Δ (1.7.2019) έχει γίνει επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσης στον κατηγορούμενο, εκδικάζονται από το δικαστήριο, στο οποίο έχουν εισαχθεί και με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του καταδίκασε αυτόν, χωρίς να παραπέμψει την υπόθεση στο ΜΟΔ.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά το άρθρο 129 παρ. 2 του ισχύοντος από 1.7.2019 Κ.Π.Δ., το ανώτερο πλέον δικαστήριο είναι αρμόδιο και για τα συναφή εγκλήματα που υπάγονται στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του κατώτερου δικαστηρίου (και όχι το δικαστήριο που δικάζει το βαρύτερο έγκλημα, όπως προβλεπόταν με το άρθρο 128 του προϊσχύσαντος Κ.Π.Δ.) και το μικτό ορκωτό δικαστήριο θεωρείται στην περίπτωση αυτή ανώτερο κατά βαθμό από τα άλλα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Ζ' του ισχύοντος Κ.Π.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι αναρμοδίως καθ` ύλην δίκασε την υπόθεση σε πρώτο βαθμό το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων και σε δεύτερο το Πενταμελές Εφετείο, ενώ έπρεπε η εκδίκαση να παραπεμφθεί σε πρώτο βαθμό στο ΜΟΔ και σε δεύτερο βαθμό στο ΜΟΕ ελέγχεται ως αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Η από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά απαιτείται για όλες ανεξαιρέτως τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή η έκδοσή τους έχει αφεθεί στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
Εάν το δικαστήριο δεν αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την απορριπτική του κρίση, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. και εάν μετά ταύτα εχώρησεν στην κατ` ουσίαν έρευνα της υπόθεσης και την καταδίκη του κατηγορουμένου, δημιουργείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510§1 στοιχ.
Η' και ήδη Θ' Κ.Π.Δ. για υπέρβαση εξουσίας. Εκ τούτου παρέπεται ότι και η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, με την οποία απορρίπτεται αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, πρέπει, εφόσον το σχετικό αίτημα είναι ορισμένο, να είναι ειδικά αιτιολογημένη, η εν λόγω δε αιτιολογία συνίσταται στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών, με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων επανέφερε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας το υποβληθέν ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αίτημα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, περιεχόμενο: "Ο κατηγορούμενος από την πρώτη στιγμή και επειδή αμφισβητεί την οποιαδήποτε συμμετοχική του σχέση στα κατηγορούμενα αδικήματα έχει ζητήσει την εμφάνιση στον ανακριτή και ήδη ζητεί την ενώπιον του Εφετείου Σας κλήτευση, εμφάνιση και εξέταση με την ιδιότητα των μαρτύρων, των συγκατηγορουμένων του και ειδικότερα, των:
1) Γ. Μ. του Τ., που γεννήθηκε στις 30.9.1980 στο ... και κατοικεί στον ... επί της οδού ..., ο οποίος με τη με αριθμό 90/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας και τη με αριθμό 8/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας εκηρύχθη ένοχος της απλής, εν τέλει, συνέργειας σε μεταφορά ναρκωτικών ουσιών επιβληθείσης σε βάρος του στερητικής της ελευθερίας ποινής καθείρξεως έξι ετών και χρηματικής ποινής 5.000€.
2. Α. Τ. του Α., που γεννήθηκε στις 08.11.1976 στη …. και κατοικεί στον ... επί της οδού ..., ο οποίος με τη με αριθμό 90/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας και τη με αριθμό 8/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας εκηρύχθη ένοχος της απλής, εν τέλει, συνέργειας σε μεταφορά ναρκωτικών ουσιών επιβληθείσης σε βάρος του στερητικής της ελευθερίας ποινής καθείρξεως έξι ετών και χρηματικής ποινής 5.000€
3. M. C. του N., που γεννήθηκε στις 10.11.1983 στο ... και κατοικεί στις ..., επί της οδού ..., ο οποίος με τη με αριθμό 90/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας εκηρύχθη αθώος της αποδοθείσης εις αυτόν κατηγορίας, πράγμα που αποκλείει τη λειτουργία της διατάξεως του άρθρου 211 ΚΠοινΔ ως προς αυτόν.
4. Β. Γ. του Ι., που γεννήθηκε στις 15.03.1978 στη Θεσσαλονίκη και κατοικεί στην ..., ο οποίος με τη με αριθμό 90/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας εκηρύχθη αθώος της αποδοθείσης εις αυτόν κατηγορίας, πράγμα που αποκλείει τη λειτουργία της διατάξεως του άρθρου 211 ΚΠοινΔ ως προς αυτόν.
5. Του Αστυνομικού Υποδιευθυντή Κ. Δ. και της Υπαστυνόμου Β' Ό. Π. της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΛΑΣ, κατοίκων, ως εκ της υπηρεσίας του …., οδός ..., οι οποίοι συνέταξαν την από 18.01.2016 έκθεση συγκριτικής εξέτασης φωτογραφικού υλικού που βρίσκεται στην εναντίον μου σχηματισθείσα δημοσία ποινική δικογραφία και οι οποίοι ουδέν κώλυμα προς κατάθεση εμφανίζουν.
Περαιτέρω, υποβάλω αίτημα προς διεξαγωγή κρεισσόνων αποδείξεων, αίτημα που είχα ήδη υποβάλει στην κυρία ανάκριση και είχε απορριφθεί και ειδικότερα: a.- δακτυλοσκοπικής εξετάσεως και εξετάσεως αναζητήσεως γενετικού υλικού αυτοποιήσεως του τύπου STR με τα δακτυλικά μου αποτυπώματα και το γενετικό μου υλικό επί των ακολούθων πραγμάτων:
a/a.- Των ανακαλυφθέντων διαβατηρίων που μνημονεύονται στην εναντίον μου συγκροτηθείσα δημοσία ποινική δικογραφία και ειδικότερα του με αριθμό ...279 αλβανικού διαβατηρίου με ημερομηνία εκδόσεως 20.05.2002 και στοιχεία κατόχου B. G. επί του οποίου υπήρχε η υπ' αριθμόν ...379 άδεια διαμονής που είχε εκδοθεί στις 13.02.2007 και έληγε στις 10.02.2009 και του με αριθμό ...220 αλβανικού διαβατηρίου με ημερομηνία εκδόσεως 18.04.2006 και στοιχεία κατόχου B. E. επί του οποίου υπήρχε η υπ' αριθμόν ...275 άδεια διαμονής που είχε εκδοθεί στις 24.09.2006 και έληγε στις 20.07.2008.
a/b.- Των συλλεγέντων δύο καλύκων από πολεμικό τυφέκιο τύπου καλάσνικοφ, που έβαλε εναντίον των αστυνομικών.
a/c- Των σάκων εντός των οποίων βρέθηκαν οι κατασχεθείσες και ταυτοποιηθείσες ποσότητες ινδικής κάνναβης, και, a/d.- των εμπλεκομένων αυτοκινήτων, ήτοι a/d/1.- του με αριθμό κυκλοφορίας ...71 ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου ιδιοκτησίας Η. και Ν. Σ., το οποίο απεδόθη στους ιδιοκτήμονές του με τις δύο προαναφερθείσες αποφάσεις του Εφετείου Σας, a/d/2.- του με αριθμό κυκλοφορίας ...18 ιδιωτικής χρήσεως φορτηγού αυτοκινήτου ιδιοκτησίας Τράκα Αστεριού, το οποίο απεδόθη στον ιδιοκτήμονά του με τις δύο προαναφερθείσες αποφάσεις του Εφετείου Σας, a/d/3.- του με αριθμό κυκλοφορίας ...58 ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου ιδιοκτησίας Β. Γ., το οποίο απεδόθη στον ιδιοκτήμονά του με τις δύο προαναφερθείσες αποφάσεις του Εφετείου Σας, και στο οποίο υποτίθεται ότι ήμουν οδηγός μαζί με άγνωστο συνοδηγό που πυροβόλησε με το προαναφερθέν τυφέκιο εναντίον των αστυνομικών, και, a/d/4.- του με αριθμό κυκλοφορίας ...33 ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου ιδιοκτησίας Β. Γ., το οποίο εδημεύθη με τις δύο προαναφερθείσες αποφάσεις του Εφετείου Σας.
Τέλος, ζητώ να προσκομισθούν οι φάκελοι από την αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση δυνάμει των οποίων εξεδόθησαν οι δύο παραπάνω άδειες παραμονής στα δύο προαναφερθέντα αλβανικά διαβατήρια, αφού οι φάκελοι αυτοί διαλαμβάνουν έγχρωμες φωτογραφίες του προσώπου που ζητεί την χορήγηση άδειας παραμονής και προηγείται αυτών έλεγχος ταυτοπροσωπίας".
Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος με την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του και τον καταδίκασε για τις αξιόποινες πράξεις της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με την μορφή της μεταφοράς και κατοχής από κοινού, τελούμενη από δράστη που διακινεί ναρκωτικές ουσίες κατ' επάγγελμα, με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ, ο οποίος προς τον σκοπό της διαφυγής του μετήλθε χρήση όπλου, με άγνωστο συνεργό και της απλής συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή, σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και συνολική ποινή κάθειρξης δέκα πέντε (15) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Ο κατηγορούμενος από τη πρώτη στιγμή της συλλήψεώς του αρνείται οποιαδήποτε συμμετοχική του σχέση στις άνω πράξεις.
Απολογούμενος τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον τούτου (βλ. αντίστοιχα πρακτικά) αναφέρει ότι ονομάζεται S. S., ότι πράγματι είναι αυτός που συνελήφθη, κατά τα παραπάνω, το έτος 2000 για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, ότι γι' αυτή την πράξη καταδικάστηκε και εξέτισε την ποινή του, ότι από το έτος 2005, οπότε, και εκτίοντας την ποινή του, απελάθηκε, ζούσε μόνιμα στην Αλβανία, όπου ανέπτυξε, στη συνέχεια, μεγάλη επιχειρηματική δραστηριότητα (διατηρεί μεταφορική εταιρία με πολλά οχήματα, ασχολείται, ως εργολάβος, με την εκτέλεση δημόσιων έργων), ότι ουδέποτε τα έτη 2006, 2007 (ιδίως) και 2008 επισκέφθηκε ή ήταν στην Ελλάδα, ότι δεν γνώριζε καθόλου τους παραπάνω συλληφθέντες ή κατ/νους εν γένει στις άνω δίκες (τους Γ.
Μ., Α. Τ., M. C. και Β. Γ.), ότι ουδέποτε έκανε χρήση του ονοματεπωνύμου C. B., ότι αυτός ουδέποτε ήταν κάτοχος ή έκανε χρήση του παραπάνω διαβατηρίου με στοιχεία κατόχου C. B. και ότι σε κάθε περίπτωση η φωτογραφία στο διαβατήριο δεν είναι δική του, δεν απεικονίζει το πρόσωπό του και δεν ταυτοποιείται με τον ίδιο.
Προς απόδειξη των ισχυρισμών του ζήτησε πρωτόδικα και επαναλαμβάνει και πάλι την κλήτευση και εξέταση ως μαρτύρων (μη επικαλούμενος, προς τούτο, την ακυρότητα που ορίζει το άρθρο 211 του Κ.Π.Δ.) των παραπάνω κατ/νων (σε προηγούμενες δίκες, όπως εκτέθηκαν) για την ίδια πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (καταδικασθέντων ή και αθωωθέντων), δηλαδή του Γ.
Μ., του Α. Τ., του M. C. και του Β. Γ.), αλλά και την κλήτευση και εξέταση και του Κ. Δ., Αστυνομικού Υποδιευθυντή και της Ό. Π., αστυνομικοί, οι οποίοι συνέταξαν την άνω αναγνωσθείσα από 18.1.2016 έκθεση συγκριτικής εξέτασης φωτογραφιών. Ζητούσε και ζητεί και τώρα ακόμη τη διεξαγωγή κρεισσόνων αποδείξεων έτσι ώστε να διενεργηθεί δακτυλοσκοπική εξέταση και εξέταση αναζητήσεως γενετικού υλικού και ταυτοποιήσεως με τα δακτυλικά αποτυπώματά του και το γενετικό του υλικό επί των άνω διαβατηρίων, των συλλεγέντων δύο καλύκων του πολεμικού τυφεκίου, των σάκων, όπου η ινδική κάνναβη, και των εμπλεκομένων αυτοκινήτων, αλλά και για να προσκομιστούν οι σχετικοί φάκελοι από την αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση δυνάμει των οποίων εκδόθηκαν οι δύο παραπάνω άδειες παραμονής των αναφερομένων στα δύο διαβατήρια προσώπων.
Όμως, όλα τα άνω αποδεικτικά στοιχεία κρίνονται και είναι επαρκή για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης περί της συμμετοχής του κατ/νου στις άνω πράξεις. Η από 18.1.2016 (αναγνωσθείσα) έκθεση συγκριτικής εξέτασης των δύο αστυνομικών Κ. Δ. (υποδιευθυντή) και Ό. Π. (υπαστυνόμου) είναι αναλυτική, σαφής και πειστική στην αιτιολόγησή της.
Κατ' αυτή, εκτός των άλλων οι φωτογραφίες του κατ/νου του διαβατηρίου (που κατασχέθηκε αμέσως μετά την καταδίωξη) και του προσώπου που συνελήφθη, κατά τα άνω, το έτος 2000 και καταδικάστηκε, στη συνέχεια, για άλλη πράξη διακίνησης ναρκωτικών, απεικονίζουν όμοια πρόσωπα. Δηλαδή του κατ/νου. Η κλήτευση και εξέταση των δύο παραπάνω συντακτών της έκθεσης δεν μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο στην αποδεικτική αξιολόγηση, ενόψει μάλιστα ότι ο κατ/νος γενικότερα (κυρίως) αμφισβητεί το συμπέρασμα της έκθεσης, μη προσδιορίζοντας ειδικότερα τα σημεία που χρήζουν περαιτέρω έρευνας.
Ακόμη για την ταυτοποίηση του προσώπου του κατ/νου στις πιο πάνω φωτογραφίες καταθέτει, με άμεση γνώση και ο μάρτυρας Α. Ε., αστυνομικός. Η κατάθεσή του αυτή λαμβάνεται υπόψη γιατί, όπως εκτέθηκε, για τα παραπάνω (κρίσιμα στοιχεία), καταθέτει με άμεση γνώση, ενώ η επίκληση της πληροφόρησης αφορά την αρχική μόνο πληροφορία ότι ο κατ/νος είναι το ίδιο πρόσωπο με τις άνω περιπτώσεις, η οποία (και πληροφορία) έδωσε αφορμή για την περαιτέρω διερεύνηση της υποθέσεως με την αναζήτηση στοιχείων και από τις Αλβανικές Αρχές.
Ο αντίθετος ισχυρισμός του κατ/νου να μη ληφθεί υπόψη η κατάθεσή του, κατ' άρθρο 224 παρ. 2 του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί. Αλλά όπως εκτέθηκε, και οι δύο άνω συλληφθέντες στις 25.10.2007 Γ.. Μ. και Α. Τ. στις απολογίες τους στα παραπάνω Δικαστήρια (βλ. τα αναγνωσθέντα πρακτικά) αναφέρουν για τη συμμετοχή του B. C. στη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, με ιδιαίτερη αναφορά του Α.
Τ. ότι κάποια στιγμή είδε τον προαναφερόμενο να οδηγεί το AUDI Α-6 (με το οποίο και η μεταφορά των ναρκωτικών). Και μπορεί ο άνω Γ. Μ.ς, εξεταζόμενος ως μάρτυρας πλέον, μετά από αίτημα του κατ/νου ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να ανέφερε αρχικά ότι ο κατ/νος δεν είναι το πρόσωπο που γνώριζε ο ίδιος με το ονοματεπώνυμο B.
C., όμως στη συνέχεια καταθέτει, μετά από επίδειξη των σχετικών (άνω) φωτογραφιών ότι στη μία φωτογραφία του S. S. αναγνωρίζει τον κατ/νο και ότι στις φωτογραφίες "ψιλομοιάζει" ο κατ/νος. Και μπορεί ακόμη να μη γίνεται αναφορά στα αναγνωσθέντα διαβιβαστικά έγγραφα της Αστυνομίας ότι διενεργήθηκε δακτυλοσκοπική εξέταση των αυτοκινήτων, διαβατηρίων κλπ που κατασχέθηκαν, προσδιορίζοντας κάποιο στοιχείο, θετικό ή αρνητικό της συμμετοχής του κατ/νου, στις άνω πράξεις, πλην όμως από το έτος 2007 (οπότε και οι πράξεις αυτές) μέχρι τώρα παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα και η διενέργεια της άνω εξέτασης κρίνεται (και δεν μπορεί) ότι δεν μπορεί να αποδώσει κάποιο, κρίσιμο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως, στοιχείο.
Γι' αυτό και το σχετικό αίτημα αναβολής για τη διενέργεια της δακτυλοσκόπησης κ.λ.π. ή της προσκόμισης άλλων εγγράφων (κατά τα άνω) πρέπει να απορριφθεί, όπως ορθά, το άνω αίτημα αλλά και της κλήτευσης και εξέτασης και των άλλων κατ/νων, και το Πρωτοβάθμιο απέρριψε.". Με αυτά που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση το Δικαστήριο διέλαβε σχετικά με την απορριπτική του αιτήματος αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης κρίση του την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με σαφήνεια και πληρότητα αναπτύσσονται οι λόγοι για τους οποίους δεν κρίθηκε αναγκαία η διενέργεια δακτυλοσκόπησης, και συγκεκριμένα μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από της τέλεσης της πράξης ή της προσκόμισης άλλων εγγράφων και κλήτευσης μαρτύρων, αλλά και τον λόγο που κρίθηκαν επαρκή τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης στην περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Περαιτέρω, ως προς την κύρια ποινή των αξιοποίνων πράξεων της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις ιδιαίτερα διακεκριμένες περιπτώσεις και της απλής συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας, την παρεπόμενη ποινή της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων και το μέτρο ασφαλείας απέλασης από τη χώρα, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής αυτεπαγγέλτως, κατά τα άρθρα 2 παρ. 1 Π.Κ.
και 511 εδ. γ' Κ.Π.Δ. 1) της επιεικέστερης διάταξης, ως προς τα όρια της ποινής κάθειρξης, α) του άρθρου 463 παρ. 4 του ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ., σύμφωνα με την οποία "όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται μόνο ποινή ισόβιας κάθειρξης, προστίθεται διαζευκτικά και η πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών", β) του άρθρου 52 παρ.2 του ιδίου κώδικα, σύμφωνα με την οποία "η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε έτη ούτε είναι κατώτερη των πέντε ετών", γ) του άρθρου 299 του ιδίου και πάλι κώδικα, σύμφωνα με την οποία "όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών και δ) άρθρου 83 περ.
α' (λόγω της απλής συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας), με βάση την οποία αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης επιβάλλεται κάθειρξη 5-15 έτη (άρθρο 52 παρ. 2 του ισχύοντος Π.Κ.), χωρίς ελάχιστο όριο έναντι της ίδιας διάταξης του προϊσχύοντος Π.Κ. που προέβλεπε αντί για την ποινή ισόβιας κάθειρξης, πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και 2) των επιεικέστερων διατάξεων του ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ που δεν προβλέπουν πλέον την παρεπόμενη ποινή της στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων και το μέτρο ασφαλείας της απέλασης από τη Χώρα.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατ' εφαρμογή των προαναφερόμενων επιεικέστερων διατάξεων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τις επί μέρους επιβληθείσες ποινές και την συνολική, καθώς και την ανωτέρω παρεπόμενη ποινή και μέτρο ασφαλείας και α) να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς τις επί μέρους επιβληθείσες ποινές και την συνολική για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, και αν είναι δυνατόν συγκροτούμενο από τους ίδιους δικαστές (άρθρο 522 Κ.Π.Δ του ισχύοντος από 1.7.2019 Κ.Π.Δ., που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση κατά το άρθρο 590 του ιδίου κώδικα, σύμφωνα με το οποίο "υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας σε οποιοδήποτε βαθμό συνεχίζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα", β) να απαλειφθούν οι διατάξεις για διαρκή αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και για απέλαση του ιδίου από τη χώρα μετά την έκτιση της ποινής ή την απόλυσή του από τις φυλακές και την απαγόρευση επανεισόδου αυτού στη χώρα για δέκα (10) έτη και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 36/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας μόνο ως προς τις επί μέρους επιβληθείσες ποινές και την επιβολή συνολικής ποινής, καθώς και την παρεπόμενη ποινή της στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων και το μέτρο ασφαλείας της απέλασης από τη Χώρα μετά την έκτιση της ποινής ή την απόλυσή του από τις φυλακές και την απαγόρευση επανεισόδου αυτού στη χώρα για δέκα (10) έτη.
Απαλείφει τις διατάξεις α) για διαρκή αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και β) για απέλαση αυτού από τη Χώρα μετά την έκτιση της ποινής ή την απόλυσή του από τις φυλακές και την απαγόρευση επανεισόδου αυτού στη χώρα για δέκα (10) έτη.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση και μόνο ως προς τις επί μέρους επιβληθείσες ποινές και την επιβολή συνολικής ποινής στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους δικαστές, εφόσον τούτο είναι δυνατόν.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 12.11.2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 36/1.3.2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας,
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ