Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal interest regarding absent defendants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal's judgment. The appellant argued for the reversal of the decision regarding the first defendant, while the absent second and third defendants were not represented. The court ruled the appeal inadmissible for these latter parties because the grounds did not affect their specific judgment portions and offered no legal interest.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible regarding specific defendants if the grounds do not pertain to their judgment portions and the appellant lacks a legal interest in the outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1742 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1742/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Προκόπιο Εξαρχάκο.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Ν. Κ., κατοίκου ..., 2) Δ. Τ., κατοίκου ... και 3) Ι. (Γ.) συζύγου Μ. Κ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με: 1) την από 1-6-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, 2) την από 6-5-1999 αγωγή της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης, 3) την από 22-9-1999 ανακοίνωση δίκης της ... Α.Ε. και 4) την από 9-5-2000 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2493/2001 μη οριστική, 36/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 652/2011 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 10-9-2012 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1986/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 10-9-2012 αίτησης του Μ. Κ. προς αναίρεση της 652/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, διέταξε το χωρισμό της εκδίκασης της υπόθεσης ως προς αυτούς και απέρριψε την ως άνω αίτηση αναίρεσης.
Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 6-11-2015 κλήση του ήδη αναιρεσείοντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 2-10-2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεράσιμου Φουρλάνου, με την οποία εισηγήθηκε 1) να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης. Άλλως, αν δηλαδή είναι παραδεκτός, να γίνει δεκτή, κατά τις διακρίσεις στο σκεπτικό. 2) Να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης και 3) Να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 6-11-2015 κλήση του αναιρεσείοντος, νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1986/2014 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής ως προς τους ήδη αναιρεσιβλήτους, διατάχθηκε δε ως προς αυτούς ο χωρισμός της υποθέσεως και η εκδίκαση της ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, ως προς την οποία και απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως.
Από τις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα υπ’ αριθμ..../21-3-2016, ...30-3-2016, ...12-12-2016 και .../13-12-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ν. Π., τις από 30-3-2016 και 13-12-2016 αποδείξεις παραδόσεως θυροκολληθέντος δικογράφου του Αξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Α’ Ν. Ιωνίας και τις από 13-3-2016 και 14-12-2016 βεβαιώσεις παραλαβής εγγράφου ειδοποιήσεως του αρμοδίου υπαλλήλου των ΕΛ-ΤΑ Αθηνών, προκύπτει η προς τους αναιρεσιβλήτους, νόμιμη και εμπρόθεσμη επίδοση, με την επιμέλεια του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος, της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και η κλήτευση τους να παραστούν κατά την συζήτηση αυτής κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
Κατά το αρθρ. 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 553 παρ.1 εδ. β’ του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή...".
Εξάλλου οριστική είναι η απόφαση με την οποία τελειώνει η δίκη με την παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και το δικαστήριο απεκδύεται από κάθε άλλη εξουσία επί της δικαζομένης υποθέσεως. Αντιθέτως δεν είναι οριστική η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση για οποιοδήποτε λόγο, όπως και η μη κλήτευση του διαδίκου, αφού το Δικαστήριο δεν αποξενώνεται από την υπόθεση, αλλά διατηρεί την εξουσία, μετά τη επανεισαγωγή της σ’ αυτό, να ερευνήσει την υπόθεση και να τάμει κατ’ ουσίαν την διαφορά (Α.Π. 1593/2008, 989/2009, 1619/2009).
Τέλος, από τα άρθρα 68 και 556 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, αλλά και των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, αρκεί να προκύπτει η έλλειψη του από τα στοιχεία της δικογραφίας. Το έννομο συμφέρον θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ανατροπή της οποίας και επιδιώκεται εκ μέρους του με την άσκηση της αναιρέσεως.
Επομένως, εάν, υπό τις προβαλλόμενες με το αναιρετήριο πλημμέλειες, η επιβλαβής για τον αναιρεσείοντα έννομη συνέπεια δεν ανατρέπεται και μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν θεμελιούται έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναιρέσεως, οι λόγοι της οποίας είναι αλυσιτελείς, αφού δεν επιδρούν στο επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (85/2010, 537/2011, 145/2014, 224/2015, 1194/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ’ άρθρο 561 παράγραφος 2 του Κ.Πολ.Δ., των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη αγωγή, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) ισχυρίσθηκε ότι: 1) από το έτος 1990 αγόραζε από την πρώτη εναγομένη, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε." (μη διάδικο στην παρούσα δίκη), έντοκα γραμμάτια του δημοσίου, ορισμένης ισχύος, των οποίων, το συμφωνηθέν τίμημα, μετά τη λήξη τους, διαδοχικά επανεπένδυε με τον ίδιο τρόπο μέχρι και το έτος 1995, όπως ειδικότερα εκτίθεται στην αγωγή, 2) την 3-1-1995 και στα πλαίσια αυτής της επενδυτικής δραστηριότητας και συνεργασίας του, αγόρασε από την εν λόγω εναγομένη, με το τίμημα των εντόκων γραμματίων του δημοσίου, που είχαν, μέχρι τότε, λήξει, ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, αντί του τιμήματος των 73.392.067 δραχμών, με τη συμφωνία, η τράπεζα να τα κρατήσει στην κατοχή της, προς φύλαξη και να τα επαναγοράσει, την 2-1-1997, αντί του τιμήματος των 98.440.400 δραχμών, 3) οι δεύτερος και τρίτος, εναγόμενοι (ήδη δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων), διευθυντής και τμηματάρχης, αντιστοίχως, του Υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης,...στην Αθήνα, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, με πρόθεση βεβαίωσαν ψευδώς σε έγγραφα της τράπεζας ότι η τετάρτη εναγομένη (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη), σύζυγος του ενάγοντος, με την οποία αυτός τελούσε σε διάσταση και σε αντιδικία, ήταν συνδικαιούχος των ομολόγων αυτών, 4) η τέταρτη εναγομένη, με πρόθεση προκάλεσε στους δεύτερο και τρίτο εναγομένους, την απόφαση να εκτελέσουν την ανωτέρω άδικη πράξη σε βάρος του και τους παρείχε άμεση συνδρομή, κατά την τέλεση της, θέτοντας την υπογραφή της στα σχετικά έγγραφα, εν αγνοία του ενάγοντος και χωρίς τη δική του θέληση και 5) η πρώτη εναγομένη αρνείται να του αποδώσει ολόκληρο το τίμημα των ανωτέρω ομολόγων, παρά τη συμφωνία τους, ισχυριζόμενη ότι συνδικαιούχος αυτού, είναι η σύζυγος του, τέταρτη εναγομένη.
Ακολούθως, ο ενάγων, επικαλούμενος πρωτίστως, ενδοσυμβατική ευθύνη της πρώτης εναγομένης (τραπέζης), άλλως δε ευθύνη της ίδιας, από την προδιαληφθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων από αυτήν, υπαλλήλων της, δευτέρου και τρίτου των εναγομένων, που διέπραξαν σε βάρος του το αδίκημα της ψευδούς βεβαιώσεως και της εκβιάσεως, αφού κατέστησαν ανέφικτη την είσπραξη παρ’ αυτού του ανωτέρω ποσού, χωρίς την σύμπραξη και της δήθεν συνδικαιούχου, συζύγου του, άλλως δε ευθύνη της πρώτης εναγόμενης, λόγω ζημίας που του προκάλεσε, αυτή, κατά την παροχή των υπηρεσιών της, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το χρηματικό ποσό των 98.440.400 δραχμών, με τον νόμιμο τόκο η μεν πρώτη εναγόμενη, από την 2-1-1997, άλλως δε η ίδια και οι λοιποί εναγόμενοι από την 6-1-1997, που οχλήθηκαν από τον ίδιο για την καταβολή του, και άλλως από την επίδοση της αγωγής έως εξοφλήσεως.
Με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία εκδόθηκε ερήμην της τετάρτης εναγομένης, κηρύχθηκε απαράδεκτη ως προς αυτήν η συζήτηση της αγωγής, λόγω μη νομίμου κλητεύσεώς της, ενώ ως προς τους λοιπούς εναγομένους η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολο της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί της ασκηθείσης κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως εφέσεως του ενάγοντος, κηρύχθηκε και πάλι απαράδεκτη η συζήτηση ως προς την ιδία ως άνω τέταρτη εναγομένη, λόγω μη νομίμου κλητεύσεως και μη εμφανίσεως της στο Εφετείο, έγινε δε δεκτή η έφεση ως προς τους λοιπούς εναγομένους, και αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και ερευνήθηκε κατ’ ουσίαν η υπόθεση, έγινε δεκτή η αγωγή κατά την εκ της ενδοσυμβατικής ευθύνης βάση της ως προς την πρώτη εναγομένη, η οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα το χρηματικό ποσό των 288.893,32 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 3-11-2002 έως εξοφλήσεως, ενώ ως προς τους λοιπούς (δεύτερο και τρίτο) εναγομένους η αγωγή απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Ειδικότερα το Εφετείο, καθόσον αφορά την απορριπτική της εξ αδικοπραξίας βάσεως της αγωγής και της αντιστοίχου ευθύνης των δευτέρου και τρίτου εναγομένων κρίση του διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του τα εξής: "... Επομένως, δεν αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, ότι η αναφορά και υπογραφή της τέταρτης εναγόμενης, συζύγου του ενάγοντος Μ.
Κ., στα ένδικα παραπάνω, παραστατικά ενταλμάτων πληρωμής και είσπραξης, έγινε από τους υπαλλήλους της τράπεζας, δεύτερο και τρίτο, εναγόμενους, εν αγνοία του ενάγοντος και χωρίς τη συναίνεση του, με την προτροπή και την ηθική αυτουργία της συζύγου του, προκειμένου προσπορίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος σ’ αυτή, όπως αβάσιμα επικαλείται ο ενάγων και πρέπει, ως προς αυτά, αφού με τον ίδιο τρόπο έκρινε, ορθώς κατά το αποτέλεσμα και η εκκαλουμένη απόφαση, να απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι εφέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα...Πρέπει επομένως, αφού δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, να απορριφθεί η αγωγή ως προς τους δεύτερο και τρίτο εναγόμενους και να γίνει δεκτή αυτή, κατά τη βάση της, περί ενδοσυμβατικής ευθύνης της πρώτης εναγόμενης και ήδη τη πρώτης εφεσίβλητης, και να υποχρεωθεί η τελευταία να αποδώσει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό, με νόμιμους τόκους υπερημερίας από 3-11-2002...".
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ο ενάγων άσκησε την υπό κρίση αίτηση, την οποία έστρεψε και κατά των τεσσάρων εναγομένων, προβάλλει δε δι’ αυτής τρεις λόγους αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1, 9 και 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Και οι τρεις αυτοί λόγοι αφορούν αποκλειστικώς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, καθόσον δι’ αυτών πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τον καθορισμό του χρόνου ενάρξεως της τοκοφορίας του ποσού που υποχρεώθηκε η εν λόγω εναγομένη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα.
Αντιθέτως, στην αίτηση αναιρέσεως, η οποία, έχει ήδη απορριφθεί ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, με την υπ’ αριθμ. 1986/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δεν περιέχεται κανένας λόγος που να αφορά τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, να πλήττει δηλαδή την απόφαση κατά το μέρος που έκρινε αβάσιμη κατ’ ουσίαν ως προς αυτούς την ένδικη αγωγή.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, ως προς μεν την τετάρτη των αναιρεσιβλήτων, διότι αφορά μη οριστική απόφαση, αφού ως προς αυτήν δεν έχει κριθεί κατ’ ουσίαν η αγωγή, ως προς δε τους λοιπού (δεύτερο και τρίτο) αναιρεσιβλήτους, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, αφού οι λόγοι αναιρέσεως και εάν ακόμη κριθούν βάσιμοι δεν συνεπάγονται την αναίρεση ως προς αυτούς της προσβαλλομένης αποφάσεως και συνεπώς δεν ωφελούν τον αναιρεσείοντα. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει, κατ’ αυτεπάγγελτη του Δικαστηρίου έρευνα, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω δε της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων, δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη εις βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος, ενώ με την προηγηθείσα, απορριπτική της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, υπ’ αριθμ. 1986/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου έχει ήδη διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Σεπτεμβρίου 2012 αίτηση του Μ. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 652/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2017.
O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ