Legislator Case Law & Legislation
1742/2014 AI generated

Supreme Court allows appeal against civil court dismissal of contract claim for being vague, remanding case for retrial.

Case Number 1742/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the first two grounds of the appeal against the First Instance Court's dismissal of the plaintiff's claim for payment of €25,289.63. The plaintiff argued the contract was vague, while the defendant contended the claim lacked necessary legal elements. The Court found the First Instance Court erred in declaring the claim inadmissible and remanded the case for retrial before a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 216 and 559 of the Code of Civil Procedure; A claim is not inadmissible merely because it is vague if it contains sufficient elements to determine the subject matter and value, and the court must examine the validity of the contract rather than dismissing it on procedural grounds.

Keywords

AI generated
inadmissible claim vague contract civil procedure remand for retrial contract validity

Cited Legislation

AI generated
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 267, paragraphs 1 and 2 of Presidential Decree 410/1995
Article 281 of Law 3463/2006
Article 176 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1742 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1742/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. και Θ. Α. ΟΕ" με έδρα τον ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γεωργακαράκο.

Του αναιρεσιβλήτου: πρώην ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ" και νυν "ΔΗΜΟΣ ΚΕΡΑΤΣΙΝΙΟΥ-ΔΗΜΟΥ ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ" με έδρα το Κερατσίνι που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Χρύσα Μυργιαλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 936/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 738/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 13-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δύο πρώτοι αναιρετικοί λόγοι και να απορριφθεί ο τρίτος.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 738/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία αφού δέχθηκε την έφεση του ερημοδικασθέντος στον πρώτο βαθμό αναιρεσίβλητου Δήμου, εξαφάνισε την 936/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, [που είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και υποχρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος να της καταβάλει το ποσό των 25.289,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο, σε εξόφληση του συνολικού τιμήματος των αναφερόμενων στην αγωγή διαδοχικών συμβάσεων πώλησης] ως αόριστη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556 558, 564, 566§1 ΚΠολΔικ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 ΚΠολΔικ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔικ).

2. Με τις διατάξεις του άρθρου 267 παρ.1 και 2 του π.δ. 410/1995 "περί κωδικοποιήσεως σε ενιαίο κείμενο του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα",[όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή την κατάργησή του με το άρθρο δεύτερο του ν. 3463/2006],ορίζεται ότι ο Δήμαρχος μπορεί, χωρίς προηγούμενη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, να συνάπτει, ύστερα από πρόχειρο διαγωνισμό ή και χωρίς διαγωνισμό, σύμβαση για την απευθείας ανάθεση ή την απευθείας εκτέλεση εργασίας ή μεταφοράς ή την διενέργεια προμήθειας, αν η αξία του αντικειμένου τους δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.200.000 δραχμών(ήδη 6.456,346 ευρώ) προκειμένου για τους Δήμους Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, των 2.000.000 δραχμών (ήδη 5.869,405 ευρώ) για τους λοιπούς Δήμους και του 1.500.000 δραχμών (ήδη 4.402,054 ευρώ) για τις Κοινότητες, με την προϋπόθεση όμως ότι θα εγγραφεί για το χρηματικό αντικείμενο της σχετικής σύμβασης, εξειδικευμένη πίστωση στον προϋπολογισμό του Δήμου. Επιπρόσθετα με την διάταξη του άρθρου 17§1 εδ.α' Ν. 2539/1997 ορίζεται ότι η σχετική σύμβαση επιτρέπεται μόνο σε έκτακτες και επείγουσες περιπτώσεις ειδικά αιτιολογημένες.

Συνεπώς η σύναψη από τον Δήμαρχο μιάς τέτοιας σύμβασης χωρίς την συνδρομή των παραπάνω αναγκαίων προϋποθέσεων, καθιστά τη σύμβαση άκυρη. Άκυρη είναι επίσης η σύμβαση που συνάπτει ο Δήμος αν δεν τηρηθεί ο έγγραφος τύπος. Συγκεκριμένα, από την διάταξη του άρθρου 80 παρ.1 εδ. α' του ν. 2362/1995 "Δημόσιο λογιστικό-έλεγχος δαπανών", συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό ΝΠΔΔ ή αναλόγως του Δημοσίου συμβάσεις με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των 2.500 ευρώ ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι' αυτό και η έλλειψή του, καθιστά κατά τα άρθρα 158 και 159 §1 ΑΚ άκυρη την σύμβαση και συνεπώς θεωρείται κατά το άρθρο 180 ΑΚ ως μη γενόμενη.

Η ακυρότητα αυτή αίρεται σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης, μόνο όταν για την σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση [192 ΑΚ], χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή [Ολ.ΑΠ 862/1984, ΑΠ 1057/2011]. Στην περίπτωση δε αυτή της άκυρης σύμβασης, η παροχή που τυχόν έγινε σε εκτέλεση της σύμβασης και παρά την ακυρότητά της, είναι παροχή χωρίς νόμιμη αιτία και μπορεί συνεπώς, κατά τις διατάξεις αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αναζητηθεί αυτούσια η παροχή ή αναλόγως η αντίστοιχη ωφέλεια που επήλθε στο άλλο μέρος (ΑΠ 250/2006).

Ωστόσο οι παραπάνω προϋποθέσεις, πλην εκείνης της τήρησης έγγραφου τύπου, ανάγονται στην σφαίρα ευθύνης του Δήμου και συνεπώς η συνδρομή τους δεν μπορεί να διαπιστωθεί, κατά την σύναψη της σύμβασης, από τον αντισυμβαλλόμενο του. Έτσι δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία της αγωγής με την οποία αυτός αξιώνει από τον Δήμο την καταβολή του οφειλόμενου σ' αυτό τιμήματος για την προμήθεια αγαθών που διενήργησε στα πλαίσια συμβάσεως πώλησης.

Κατά την ίδια δε έννοια, δεν αποτελεί στοιχείο της σχετικής αγωγής ούτε η αναφορά σ' αυτήν του προσώπου που είχε συμβληθεί για λογαριασμό του Δήμου, αφού με την διάταξη του άρθρου 114§1 εδ. στ' π.δ. 410/1995 που ορίζει ότι ο Δήμαρχος υπογράφει τις συμβάσεις που συνάπτει ο Δήμος, δεν εισάγεται και τεκμήριο ότι κατά την σύναψη της σύμβασης ο Δήμος εκπροσωπήθηκε οπωσδήποτε νόμιμα.

Συνεπώς, ο εναγόμενος Δήμος οφείλει να επικαλεσθεί την τυχόν έλλειψη νόμιμης εκπροσώπησής του, οπότε μόνον τότε υποχρεούται ο ενάγων να προσδιορίσει με τις πρωτόδικες προτάσεις του το φυσικό πρόσωπο, που συναλλάχθηκε για λογαριασμό του Δήμου και μόνον αν παραλείψει να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του αυτή η αγωγή του καθίσταται αόριστη και απορρίπτεται [ΑΠ 883/2011].

3. Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ,είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων την αιτία ση ότι η αγωγή ή η ένσταση, επί της οποίας έκρινε το ουσιαστικό δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αξιολογήθηκε ως νόμιμη ή μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Πρόκειται για την νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως [άρθρο 216 παρ.1, 262 παρ.1 ΚΠολΔικ] που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεώς του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔικ.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν, κατά παράβαση δικονομικής διατάξεως, παρά τον νόμο το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής.

Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν ελήφθη υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως ελήφθη υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποσοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής [ΑΠ 1083/2013].

4. Στην προκειμένη υπόθεση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως αόριστη με τις εξής παραδοχές: "Με το περιεχόμενο όμως αυτό η κρινόμενη αγωγή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη γιατί δεν εκτίθεται στο δικόγραφο της, ο τρόπος κατάρτισης της επίδικης σύμβασης πωλήσεως, ώστε να είναι εφικτή η έρευνα της εγκυρότητας αυτής και της νόμιμης θεμελίωσης της αγωγής στην ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγομένου... Ειδικότερα δεν προσδιορίζεται αν η εν λόγω σύμβαση καταρτίστηκε εγγράφως και δη με τον Δήμαρχο, που συνάπτει εγκύρως τις συμβάσεις κατά την οριζόμενη ειδικώς για κάθε περίπτωση διαδικασία, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης ή αν αυτή καταρτίστηκε με άλλο τρόπο ή με άλλο όργανο, ως εκπρόσωπο του εναγομένου, οπότε, ενόψει της εντεύθεν ακυρότητας της σύμβασης, θα μπορούσε η αγωγή να εύρει έρεισμα μόνο στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 επ. ΑΚ),με τον ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία της ενάγουσας, περιστατικά όμως που δεν επικαλείται η τελευταία. Επομένως η υπό κρίση αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της".

Από την επισκόπηση του δικογράφου της με αριθμό κατάθεσης 9046/21-11-2005 αγωγής της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου Δήμου, προκύπτει ότι αυτή είχε ισχυρισθεί τα ακόλουθα: "Η εταιρεία μας ασκεί εμπορική δραστηριότητα βιομηχανικών και υδραυλικών ειδών με έδρα τον Πειραιά. Από σειρά ετών τροφοδοτούμε τον Δήμο Δραπετσώνας με διάφορα βιομηχανικά και υδραυλικά υλικά, για τις ανάγκες των υπηρεσιών αυτού.

Στο πλαίσιο αυτών των εμπορικών πράξεων, το εναγόμενο ΝΠΔΔ μας παρήγγειλε και εμείς του πωλήσαμε με πίστωση τριών (3) μηνών τα πιο κάτω αναφερόμενα αναλυτικά εμπορεύματα με τα εξής δελτία αποστολής - τιμολόγια: ...". Στη συνέχεια, αφού αναφέρει το κάθε τιμολόγιο που εξέδωσε με τον αριθμό του, την ημερομηνία έκδοσης και την αξία του, ενσωματώνει στην αγωγή αντίγραφα των εκδοθέντων τιμολογίων, στο καθένα από τα οποία, γίνεται μνεία του αριθμού των πωληθέντων και παραδοθέντων αντικειμένων, η κατά μονάδα και η συνολική αξία αυτών, καταλήγοντας ως εξής: "Από τότε όμως και μέχρι σήμερα και ενώ εμείς εκτελέσαμε πιστά και σύμφωνα με τον νόμο τα συμφωνημένα, το εναγόμενο αν και παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα ως άνω εμπορεύματα, μας εμπαίζει συνεχώς ως προς την υποχρέωση του για εξόφληση των ως άνω τιμολογίων, προφασιζόμενο συνεχώς ότι έχει ταμειακή δυσχέρεια για την πληρωμή των ως άνω οφειλομένων.

Επειδή το εναγόμενο ΝΠΔΔ μας οφείλει εξ αυτής της αιτίας συνολικά 25.289,63 ΕΥΡΩ, εντόκως, μετά τον τρίτο μήνα από την έκδοση του κάθε ως άνω τιμολογίου μας. Επειδή και εξ αιτίας της μη καταβολής του ανωτέρω ποσού, πρέπει να υποχρεωθεί δικαστικώς δι' αποφάσεως του Δικαστηρίου Σας κηρυσσομένης προσωρινώς εκτελεστής και δη εντόκως από την επομένη παρόδου του τρίτου μήνα από την έκδοση του κάθε τιμολογίου άλλως από της επιδόσεως της παρούσης μέχρι πλήρους και ολοσχερούς εξοφλήσεως.

Επειδή η παρούσα αγωγή μας είναι νόμιμος, βάσιμος και αληθινή, αρμοδίως δε εισάγεται Ενώπιόν Σας και προς απόδειξή της θα προσκομίσουμε έγγραφα και μάρτυρες. Για τους λόγους αυτούς ... Να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ να μας καταβάλει το ποσό των 25.289,63 ΕΥΡΩ εντόκως ...". Η αγωγή, ενόψει του παραπάνω περιεχομένου της και σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ήταν αρκούντως ορισμένη, αφού περιείχε τα στοιχεία που απαιτούνται από τον νόμο, ήτοι το αντικείμενο της κάθε μιας από τις αναφερόμενες διαδοχικές πωλήσεις, το τίμημα και την σχετική με αυτό συμφωνία των μερών, η οποία σε όλες τις περιπτώσεις των πωλήσεων που αναφέρονται στην αγωγή [πλην της με αριθμό 2 που έχει αντικείμενο 5.844,28 ευρώ] είναι έγκυρη αφού μπορούσε να καταρτισθεί και προφορικά καθόσον το αντικείμενο της κάθε μιας ήταν κάτω των 2.500 ευρώ.

Ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή τα απαιτούμενα κατά νόμον στοιχεία της πώλησης και παράδοσης κατ' είδος των αντικειμένων που αναγράφονται σε κάθε τιμολόγιο έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος που την καθιστούν ορισμένη και επιτρέπουν την έρευνα της εγκυρότητας της κάθε μιας από αυτές. Σύμφωνα δε με όσα αναφέρθηκαν στην νομική σκέψη που προηγήθηκε η συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων για την κατάρτιση της κάθε μιας από αυτές καθώς και η έλλειψη νόμιμης εκπροσώπησης του Δήμου, αποτελούν ισχυρισμούς που έπρεπε να προβληθούν από τον εναγόμενο για την καταβολή του τιμήματος αναιρεσίβλητο Δήμο και δεν αποτελούσαν αναγκαίο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής.

Ενόψει αυτών, το Εφετείο που δέχθηκε τα αντίθετα και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, κηρύσσοντας απαράδεκτο κατά παράβαση δικονομικής διατάξεως [άρθρο 216 ΚΠολΔικ] υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔικ. Ειδικώς δε, για την επιμέρους σύμβαση των 5.844,28 ευρώ, δεν ερεύνησε αν το επικαλούμενο από την ενάγουσα "δελτίο αποστολής - τιμολόγιο" αποτελεί (έγγραφη) πρόταση για σύναψη συμβάσεως και αν, ως εκ τούτου, αίρεται η ακυρότητα, κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα πρόταση.

Συνεπώς οι δύο πρώτοι αναιρετικοί λόγοι που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εν λόγω πλημμέλεια [κατ' ενιαία εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου] είναι βάσιμοι. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔικ) και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου σ' αυτόν που το κατέθεσε. Κατόπιν δε τούτου, παρέλκει η εξέταση του τρίτου λόγου της αιτήσεως. Ο αναιρεσίβλητος Δήμος, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, μειωμένη όμως κατά το ήμισυ [άρθρο 281 ν. 3463/2006 σε συνδυασμό με το άρθρο 176 ΚΠολΔικ] όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 738/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου σ' αυτόν που το κατέθεσε.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων πενήντα [1.350] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ