Legislator Case Law & Legislation
1742/2013 AI generated

Supreme Court allows late appeal via restoration of case and dismisses substantive grounds for divorce and alimony.

Case Number 1742/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appellant's request to restore the case to its previous state, thereby validating the late-filed appeal. Although the appellant argued the lower court erred in accepting 'consent' to divorce without verifying the wife's lifestyle and in calculating child support, the Court found these arguments unconvincing. Consequently, the appeal was dismissed on the merits, while the procedural defect was cured through the restoration order.

Legislator headnote

AI generated

Art. 564 para. 1 K.Pol.D.; Art. 152 et seq. K.Pol.D.: A late appeal is inadmissible unless the case is restored to its previous state; substantive grounds for appeal regarding divorce consent and alimony calculations are rejected if the lower court's reasoning is not arbitrary or clearly flawed.

Keywords

AI generated
late appeal admissibility restoration of case divorce consent validity child support calculation empty appearance appellate review standard Greek Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 242 para. 2 K.Pol.D.
Art. 226 para. 4 K.Pol.D.
Art. 576 para. 2 K.Pol.D.
Art. 564 para. 1 K.Pol.D.
Art. 152 et seq. K.Pol.D.
Art. 559 no. 1 and 19
Art. 1391 para. 1 A.K.
Art. 561 para. 1 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1742 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1742/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Θ. κατοίκου ..., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-10-2005 και 25-4-2007 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1941/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 7127/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-4-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 10-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης ως απαράδεκτη, άλλως, αν αυτή είναι παραδεκτή να γίνει δεκτή ο τρίτος με στοιχείο Γ αναιρετικός λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. 'Οπως προκύπτει από την ...'/4.5.2009 έκθεση του επιμελητού Πειραιώς .., ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Με την .../11.1.2011 όμοια έκθεση του αυτού δικαστικού Επιμελητή, πέραν της πιο πάνω αίτησης, επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη και κλήση για συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα, δικάσιμο της 26.3.2012. Κατά τη δικάσιμο αυτή, η αναιρεσίβλητη ερημοδίκησε και η υπόθεση αναβλήθηκε για εκείνη που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας, οπότε, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε, κατά τη σειρά της, από το οικείο πινάκιο αυτή δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. 'Αρα, πρέπει να δικασθεί ερήμην και η υπόθεση να ερευνηθεί περαιτέρω, ως να ήταν αυτή παρούσα, εφ'όσον δεν απαιτείται νέα κλήτευσή της για την πιο πάνω δικάσιμο(άρθρ. 226 παρ.4 και 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Σε περίπτωση, όμως, άσκησης εκπρόθεσμης αναίρεσης, αυτή απορρίπτεται, ως απαράδεκτη. Όμως, υφίσταται πάντοτε, υπέρ του αναιρεσείοντος, το δικαίωμά της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρ. 152 επ.

Κ.Πολ.Δ.), αν ασκηθεί εκπρόθεσμη αναίρεση (ΑΠ 205/2013, ΑΠ 1461/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων διαλαμβάνει στην αναίρεσή του, πως η προσβαλλόμενη απόφαση του επιδόθηκε στις 5.3.2009 και άσκησε την ένδικη αναίρεση στις 7.4.2009, εφ'όσον στις 6.4.2009, ησθένησε αιφνιδίως και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, επικαλείται δε ιατρικά πιστοποιητικά και γνωματεύσεις και εισάγει, συναφώς, αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ώστε να θεωρηθεί, ως εμπρόθεσμα ασκηθείσα, η ένδικη αναίρεση.

Προσκομίζεται δε, ήδη, η από 6.4.2009 ιατρική γνωμάτευση του διευθυντή της ΩΡΛ Κλινικής του Νοσηλευτικού Ιδρύματος Μ.Τ.Σ. Δ. Κ., σύμφωνα με την οποία: " στις 6.4.2009 εξετάστηκε από αυτόν ο Κ. Γ. και βρέθηκε να πάσχει από κρίση ιλίγγου μετά δυσφορίας και τάσεως εμέτου. Συνεστήθη οίκοθεν αγωγή επί 3ήμερον". Την πιο πάνω αίτηση αναίρεσης δε υπογράφη και ο προαναφερθείς δικηγόρος. 'Αρα, όπως, βάσιμα, προβάλλεται ., συνέτρεξε εν προκειμένω, ανώτερη βία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ώστε να καταθέσει την αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν μπορούσε να αντιμετωπισθεί (ΑΠ 782/2004, ΑΠ 1461/1998), η οποία συνιστά λόγο επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, κατά την διάταξη που προαναφέρθηκε. 'Αρα, η τυπικά εκπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών στις 7.4.2009, πρέπει να θεωρηθεί, πως ασκήθηκε εμπρόθεσμα, δεκτής γιγνομένης, ως βάσιμης της αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

ΙΙΙ. Εισάγεται προς κρίση αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε υπόθεση διατροφής της αναιρεσίβλητης, εν διαστάσει συζύγου του αναιρεσείοντος IV. Ο από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, η δε από το άρθρο 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια υπάρχει, αν το δικαστήριο, παρά τα νόμο, δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβασης της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Από το άρθρο 559 αρ.10 καθιδρύεται , ειδικότερα, αναιρετικός λόγος, αν το δικαστήριο δεχθεί αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παραχώρηση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι'αυτά (ΑΠ 379/2006).

Δεν καθιδρύεται, όμως, ο πιο πάνω λόγος, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας τα προσκομισθέντα και αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί τα πράγματα κρίση, που δεν ελέγχεται αναιρετικά, κατ'άρθρο 562 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 356/2002). Β) Ως προς την παράβαση του άρθρου 559 αρ.11 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να υπάρχει επίκληση των αποδεικτικών μέσων που δεν έγιναν δεκτά, αρκεί δε μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών, για το αν, πράγματι, ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση, χωρίς να επιβάλλεται η ειδική αναφορά και η ιδιαίτερη αξιολόγηση του καθενός απ'αυτά (ΑΠ 131/2005, ΑΠ 428/2005, ΑΠ 427/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο αναφέρθηκε στα αποδεικτικά μέσα της υποθέσεως ως εξής: "Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεση των μαρτύρων: από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ενώπιον του ειρηνοδίκη Αθηνών ... και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα είτε για να ληφθούν αυτοτελώς υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία είτε επικουρικώς ως δικαστικά τεκμήρια, σε συσχέτιση και αλληλουχία με τις ως άνω καταθέσεις, αποδεικνύονται πλήρως τα ακόλουθα...". Από την βεβαίωση αυτή του Εφετείου, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο συνεξετίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία της υποθέσεως και τα φερόμενα, ως αγνοηθέντα, έγγραφα (δημοσιεύματα μεταγενέστερα της διάστασης των διαδίκων). 'Αρα, ο με στοιχείο Α και Β πρώτος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

V. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, στηριχθείσα, στα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, διέλαβε τα ακόλουθα: "...Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο την 17-6-1994 στο …, κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν την 31-1-2002 ένα αρρέν τέκνο, τον Δ.. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διήρκεσε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2004, οπότε διεκόπη, όταν ο εναγόμενος αποχώρησε από τη συζυγική οικία στον ….

Υπαίτιος της διασπάσεως αυτής είναι ο εναγόμενος ο οποίος από το καλοκαίρι του τελευταίου ως άνω έτους άρχισε να δημιουργεί εξωσυζυγικές σχέσεις και παρά τις αντιρρήσεις της ενάγουσας να έχει έντονη νυχτερινή ζωή. Αυτό έδωσε αφορμή σε διάφορα περιοδικά και τηλεοπτικές εκπομπές να σχολιάζουν τους διαδίκους, οι οποίοι έχουν στους σχετικούς χώρους αναγνωσιμότητα.

Εξαιτίας δε της συμπεριφοράς αυτής του εναγομένου η ενάγουσα προσεβλήθη, δεδομένου ότι ήταν και μεγαλύτερη σε ηλικία από αυτόν. Ο ίδιος ο μάρτυρας του εναγομένου (πατέρας του) καταθέτει χαρακτηριστικά προσδιορίζοντας ως αιτία του χωρισμού τη διαφορά ηλικίας μεταξύ των διαδίκων "χώρισε γιατί δεν έπρεπε ποτέ να παντρευτούν έχουν πάρα πολλά χρόνια διαφορά...".

Την ενάγουσα δεν την βαρύνει υπαιτιότητα για την εν λόγω διάσταση, αφού επικαλούμενη από τον εναγόμενο δραστηριότητά της σε συχνά ταξίδια και δαπάνες μεγάλων χρηματικών ποσών, γινόταν με τη συγκατάθεσή του και την παροχή από τον ίδιο προς αυτήν των χρημάτων που απαιτούντο για τις δαπάνες της. Ο ίδιος ως άνω μάρτυρας του εναγομένου καταθέτει επίσης "...δεν εργαζόταν, γλεντούσε τα χρήματα του άντρα της...".

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ενάγουσα απέστη της έγγαμης συμβίωσης από εύλογη αιτία γεγονός που ιδρύει κατ' αρχήν δικαίωμα σ' αυτήν να αξιώσει διατροφή από τον εναγόμενο (άρθρ. 1391 παρ.1 ΑΚ), προσδιοριζόμενη σύμφωνα με τις ανάγκες της όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί υπό καθεστώς έγγαμης συμβίωσης συνεκτιμωμένων και των νέων αναγκών της, που προέκυψαν από τη χωριστή διαβίωση, υπό την προϋπόθεση όμως, ότι από τις εκατέρωθεν οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων και το συσχετισμό των εκατέρωθεν συμβολών στην αντιμετώπιση των διατροφικών αναγκών του καθενός από τον άλλο, προκύπτει διαφορά υπέρ αυτής...

Οι διάδικοι κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου ζούσαν πολυτελή ζωή με συχνά ταξίδια στο εξωτερικό. Η συζυγική τους οικία ήταν μισθωμένη με μηνιαίο μίσθωμα 7.500 ευρώ πλέον των λειτουργικών δαπανών, ενώ απασχολούσαν και προσωπικό. Πριν το γάμο τους, που ήταν δεύτερος για την ενάγουσα, η τελευταία εργαζόταν επί δεκαετία στα μέσα μαζικής ενημέρωσης (τηλεόραση, ραδιόφωνο, έντυπα) με επιτυχία ως δημοσιογράφος αλλά και ως ηθοποιός και ήτο πολύ γνωστή στο χώρο της.

Από την αρχή του έγγαμου βίου της έπαψε να εργάζεται ασχολούμενη μόνο με τη μη κερδοσκοπική οργάνωση "ΦΙΛΙΑ" ενώ ο εναγόμενος σύζυγος της κάλυπτε όλα τα έξοδα της οικογενειακής της ζωής καθώς και .τα προσωπικά της. Από της διασπάσεως του έγγαμου βίου τους αυτή έμεινε μαζί με τον ανήλικο Δ. στην συζυγική οικία στον ….

Με την αρ. 6845/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστών μέτρων) της ανατέθηκε προσωρινά η άσκηση της επιμέλειας του άνω ανηλίκου συννενούντος σ' αυτό και του εναγομένου. Προηγουμένως (28-3-2005) οι διάδικοι, είχαν υπογράψει και ιδιωτικό συμφωνητικό με βάση, το οποίο ρύθμιζαν τα του διαζυγίου τους (συναινετικό) την ανάθεση της επιμέλειας του τέκνου τους στην ενάγουσα μητέρα του καθώς και τα της επικοινωνίας με τον πατέρα του, τη καταβολή διατροφής από τον εναγόμενο τόσο για τον ανήλικο (2500 ευρώ το μήνα) όσο και για την ίδια την ενάγουσα (3.500 ευρώ το μήνα) καθώς και άλλα ουσιαστικά θέματα της ζωής του.

Την συμφωνία τους αυτή δεν τήρησαν οι διάδικοι με συνέπεια το άνοιγμα πολλών δικαστικών αγώνων μεταξύ τους, ένας των οποίων αφορά στην επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους Δ.. Έτσι, δυνάμει της από 10-3-2006 διάταξης της Εισαγγελέως Ανηλίκων Αθηνών αφαιρέθηκε η άσκηση της επιμέλειας από την ενάγουσα- εναγομένη και ο ανήλικος παραδόθηκε στον εναγόμενο από το Μάρτιο του 2006, με τον οποίο εξακολουθεί να διαμένει.

Μετά την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης η ενάγουσα απασχολείται ως διευθύντρια έκδοσης στο μηνιαίο περιοδικό "icons traveller's" με συνθήκες ημιαπασχόλησης επί τέσσερις ώρες ημερησίως, όπως βεβαιώνει και ο εργοδότης της Α.Λ. στην από 6-6-07 βεβαίωση του καθώς και στο ραδιοφωνικό σταθμό "Free 980 FM". Τα μηνιαία εισοδήματα της και από τις δύο ως άνω απασχολήσεις της φθάνουν τα 2000 ευρώ.

Διαμένει σε μισθωμένη οικία, καταβάλλοντας μηνιαίο μίσθωμα 3.500€.Έχει στην κυριότητα της διαμέρισμα εμβαδού 90 τ.μ στη .., οικόπεδο με κτίσμα 100 τ.μ στην …καθώς και εξοχική οικία στη Μύκονο. Εισοδήματα από τα ως άνω ακίνητα δεν απεδείχθη ότι έχει η ενάγουσα, ενώ η εκποίηση τους δεν ενδείκνυται επί του παρόντος, δεδομένου ότι αυτή έχει εκτός από τον ανήλικο Δ.

και άλλα δύο ενήλικα τέκνα από το πρώτο γάμο της, τα οποία δεν είναι αποκατεστημένα επαγγελματικά. Επίσης αυτή διατηρεί ένα Ι.Χ.Ε παλαιό. Από την άλλη πλευρά ο εναγόμενος είναι αντιπρόεδρος του Δ.Σ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ Α.Τ.Ε" της οποίας μοναδικοί μέτοχοι είναι ο εναγόμενος και ο πατέρας του, (Πρόεδρος και Διοικητικός Σύμβουλος) με ποσοστό 49% και 51% αντίστοιχα, η οποία έχει ως αντικείμενο την ανάληψη δημοσίων και ιδιωτικών τεχνικών κατασκευαστικών έργων και η οποία κατά τα τελευταία έτη εμφανίζει ζημιογόνους ισολογισμούς.

Ο εναγόμενος δεν έχει εμφανή ακίνητη περιουσία ενώ κυκλοφορεί με πολυτελή αυτοκίνητα, τα οποία όμως δεν του ανήκουν κατά κυριότητα. Διαμένει με το ανήλικο τέκνο τους σε μισθωμένη οικία για την οποία καταβάλει μηνιαίο μίσθωμα 8.500 ευρώ, πλέον λειτουργικών δαπανών. Επίσης βαρύνεται με τις δαπάνες διατροφής του ανηλίκου τούτου (παιδικός σταθμός, παιδαγωγός, παιδοψυχολόγος).Εκτιμώντας τις συνθήκες ζωής το εισόδημα του εναγομένου ανέρχεται σε 20.000 ευρώ μηνιαίως.

Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων, όπως αυτές καθορίζονται από τα εισοδήματα και την περιουσία τους σε συσχετισμό των δυνάμεων του καθενός προς το άθροισμα των δυνάμεων και των δύο και με βάση τις διατροφικές ανάγκες της ενάγουσας, όπως αυτές διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, από τις συνθήκες της οικογενειακής τους ζωή, συνεκτιμωμένων και των νέων συνθηκών και αναγκών της ενάγουσας όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης και τη χωριστή εγκατάσταση της το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εναγόμενος είναι υποχρεωμένος και μπορεί να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσόν των 3.000 ευρώ το μήνα, το οποίο ανταποκρίνεται στις ανάγκες της και αποτελεί την αναλογία, που ήταν υποχρεωμένοι ο εναγόμενος να συνεισφέρει στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσής τους, με μέτρο τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής για τη συμπλήρωση της διατροφής της..." Το δικαστήριο, ανέφερε, σαφώς τα αποδεικτικά στοιχεία, στα οποία στήριξε την ουσιαστική κρίση του.

Ο αναιρεσείων, εκτιμά, ήδη, διαφορετικά, σύμφωνα με τις δικές του κρίσεις, τις μαρτυρικές καταθέσεις, επαναξιολογεί την μαρτυρία συγκεκριμένων μαρτύρων, θεωρεί πως αυτοί δεν είχαν άμεση γνώση, αλλά μετέφεραν σχόλια του τύπου και θεωρεί, πως τα λεγόμενά τους, έπρεπε να εκτιμηθούν διαφορετικά, ώστε να κριθεί, πως η αναιρεσίβλητη ουδόλως διέκοψε, από εύλογη αιτία, την έγγαμη συμβίωση.

Το ότι ο αναιρεσείων εκτιμά διαφορετικά τις προσαχθείσες αποδείξεις, δεν μπορεί να έχει την έννοια, πως το δικαστήριο, εξέλαβε πράγματα μη αποδειχθέντα, ως αληθινά. 'Αρα ο με στοιχείο Γ πρώτος αναιρετικός λόγος, που προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, σύμφωνα, με τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή διέλαβε, κατ'αρχήν, επαρκή, σαφή και ουδόλως αντιφατική αιτιολογία, που στηρίζει, με επάρκεια, το διατακτικό της. Ο αναιρεσείων θεωρεί, πως υφίσταται ασάφεια, γιατί το Εφετείο, δεν διευκρινίζει, αν η συναίνεσή του στις πολυτελείς δαπάνες της αναιρεσίβλητης, διήρκεσε μέχρι την αποχώρησή του από το συζυγικό οίκο, η αν αποχώρησε απ'αυτόν, εν'οψει άρσης της συγκεκριμένης συγκατάθεσης.

Διευκρινίζει δε, πως δεν επρόκειτο περί συγκατάθεσης, αλλά περί απλής ανοχής, ότι δεν συμφωνούσε με τον τρόπο ζωής της αναιρεσίβλητης και το Εφετείο, πέραν της συγκατάθεσης, θα έπρεπε να ερευνήσει, το αν ενίσχυε και συμφωνούσε και με την συγκεκριμένη διαβίωση. Όμως, εφ'όσον, ανέλεγκτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε "συγκατάθεση" και πληρωμή χρηματικών ποσών από τον αναιρεσείοντα, ουδόλως για την πληρότητα της αιτιολογίας του, είχε υποχρέωση να ερευνήσει και να διαλάβει σκέψεις, για την ενδόμυχη προσέγγιση του αναιρεσείοντα, στο συγκεκριμένο τρόπο διαβίωσης της αναιρεσίβλητης. 'Αλλωστε, στην έννοια της συγκατάθεσης, ενυπάρχει και εκείνη της συναίνεσης.

Ούτε είναι αντιφατικό, να αναφέρεται, πως η αναιρεσίβλητη δεν εργάζονταν και ο αναιρεσείων, συγκατετίθετο να καλύπτει τις ανάγκες της και το ότι, για τους προαναφερθέντες λόγους, δεν υπήρξε, στο πρόσωπό του εύλογη αιτία διάστασης της έγγαμης συμβίωσης. 'Αρα ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης (στοιχεία Α,β) που προβάλλει τις από άρθρο 559 αρ.1 και 19 πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.

Ειδικότερα, ουδόλως,κατά τα προαναφερθέντα, παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 1391 παρ.1 ΑΚ, αφού το δικαστήριο, ως προς την έννοια της εύλογης αιτίας διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στην οικεία (αόριστη) νομική έννοια.

IV. Ωσαύτως, εκτός από τα παραπάνω, το Εφετείο, διέλαβε επαρκή και σαφή αιτιολογία, ως προς το θέμα της επιδίκασης της μηνιαίας διατροφής. Το ότι αφαιρέθηκε η επιμέλεια του τέκνου των διαδίκων από την αναιρεσίβλητη και ανατέθηκε στον αναιρεσείοντα, ελήφθη υπ'όψη από την προσβαλλόμενη απόφαση. Η λέξη "έχει" (η αναιρεσίβλητη) τον ανήλικο Δ., δεν έχει, πρόδηλα, την έννοια, ότι συνυπολογίζει και αυτό για το ύψος της διατροφής, αφού, σαφώς, αναφέρεται, πως η αναιρεσίβλητη "...έχει, εκτός από τον ανήλικο Δ. και άλλα δύο ενήλικα τέκνα από τον πρώτο γάμο της, τα οποία δεν είναι αποκατεστημένα επαγγελματικά...". Πρόδηλη είναι η έννοια πως το δικαστήριο αναφέρεται στα πέραν του τέκνου των διαδίκων, τέκνα της αναιρεσίβλητης από τον προηγούμενο γάμο της, και ουδεμία σύγχυση δημιουργείται.

Στη συνέχεια δε, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρει, πως η αναιρεσίβλητη έχει μηνιαίο εισόδημα ύψους 2.000 Ευρώ, ενώ διαμένει σε μισθωμένη οικία με μηνιαίο εισόδημα 3.500 Ευρώ. Τούτο όμως, δεν είναι αντιφατικό, ούτε οδηγεί σε αναιτιολόγητο ή μη επαρκώς αιτιολογημένο αποδεικτικό πόρισμα. Και τούτο διότι, επαρκώς, και σαφώς, το Εφετείο, προσδιορίζει, συνολικά, τα στοιχεία της οικονομικής κατάστασης της αναιρεσίβλητης, οι δε, κατά τα λοιπά, ουσιαστικές παραδοχές του, είναι αναιρετικά ανέλεγκτες (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). 'Αρα, και ο τρίτος, με στοιχείο Γ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Δικαστική δαπάνη δεν θα διαληφθεί στην παρούσα, γιατί η αναιρεσίβλητη λόγω της ερημοδικίας της, δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και θεωρεί την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως εμπροθέσμως ασκηθείσα.

Απορρίπτει την από 5.4.2009 αίτηση του Ε. Μ., προς αναίρεση της 7127/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ