1742/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Ζιάκα και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου), Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1742/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι, στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6094/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επί μεταγενέστερης (τρίτης κατά σειρά) αγωγής του (από 10-10-1997) με την οποία κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων, ο οποίος ήταν φοιτητής στο τμήμα Φυσικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αθηνών συνέχισε να παρακολουθεί τα μαθήματα και μετά τον τραυματισμό του και αποφοίτησε από την άνω σχολή τον Φεβρουάριο του 1996.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1742 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1742/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Ζιάκα και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου), Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βλάχο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μιχαήλ Μιχαλόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3865/2007 μη οριστική και 2599/2008 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 599/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-7-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 22-9-2011 έκθεσή της κωλυομένης να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτου Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.ΠΟλ.Δ. μέρος αυτών, οι λόγοι αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 599/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να απορριφθούν κατά τα λοιπά.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Επίσης, ο από το άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από τα αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση-στάθμιση-αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζον επί της έφεσης, της ασκηθείσας από τον ενάγοντα - νυν αναιρεσείοντα, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσία την κρινόμενη αγωγή του, με την οποία ζητούσε αποζημίωση α) για μερική απώλεια εισοδήματος, λόγω ανικανότητάς του προς εργασία, προκληθείσης εξαιτίας του τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα και β) αποζημίωση, κατά το άρ. 931 ΑΚ, δέχθηκε ότι έχει κριθεί, με ισχύ δεδικασμένου, που προκύπτει από τελεσίδικες αποφάσεις (τις υπ' αριθμ. 6502/1995 και 8027/1996 του Εφετείου Αθηνών), που εκδόθηκαν επί προγενεστέρων αγωγών του ενάγοντα, ότι το επισυμβάν της 18-4-1992 τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου - νυν αναιρεσιβλήτου οδηγού και ότι εκ του ατυχήματος υπέστη συντριπτικό κάταγμα δεξιάς κνήμης υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας, όπου νοσηλεύθηκε μέχρι 30-4-1992 και στη συνέχεια, λόγω επιπλοκής (οστεομυελίτιδα) υποβλήθηκε σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση, στο Ευγενίδιο Θεραπευτήριο, όπου νοσηλεύθηκε από 4-2-1993 έως 8-2-1993 και από 10-3-1993 έως και 11-3-1993 και τέλος, την 28-3-1994, εισήλθε και πάλι στο Ευγενίδιο Θεραπευτήριο, όπου υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση, για καθαρισμό της οστεομυελίτιδας και τοποθετήθηκαν μοσχεύματα από το δεξιό λαγόνιο.
Ότι, στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6094/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επί μεταγενέστερης (τρίτης κατά σειρά) αγωγής του (από 10-10-1997) με την οποία κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων, ο οποίος ήταν φοιτητής στο τμήμα Φυσικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αθηνών συνέχισε να παρακολουθεί τα μαθήματα και μετά τον τραυματισμό του και αποφοίτησε από την άνω σχολή τον Φεβρουάριο του 1996.
Ότι αυτός, εξ αιτίας του ένδικου τραυματισμού του στις 17-11-1998 εμφάνιζε χωλότητα στη βάδιση, λόγω ανισοσκελίας και βράχυνσης δεξιάς κνήμης περίπου 3 έως 3,5 εκατοστά, πορωθέν κάταγμα μέσου τριτημορίου δεξιάς κνήμης σε πλημμελή θέση (οπίσθια γωνίωση 20°), ύπαρξη 8 θραυσμάτων βιδών, εντός του οστού της κνήμης και χρόνια φλεγμονή (οστεομυελίτιδα) και ότι λόγω της κατάστασης αυτής της υγείας του δεν είχε δυνατότητα να εργαστεί για το χρονικό διάστημα από 4-11-1997 έως 31-12-2001, για περισσότερο από πέντε ώρες ημερησίως, ενώ δεν είχε τη δυνατότητα να εργαστεί ως γυμναστής σε ομαδικά αθλήματα.
Ότι λόγω αυτής της αδυναμίας του αναγκάστηκε να εργάζεται ως γυμναστής μερικής απασχόλησης επί 5 ώρες ημερησίως (2 πρωινές και 3 βραδινές) σε ιδιωτικά γυμναστήρια, επιβλέποντας γυμναζόμενους με βάρη και όργανα γυμναστικής. Ενόψει των ανωτέρω υποχρεώθηκε ο εναγόμενος με την άνω απόφαση να καταβάλει στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 4-11-1997 έως 31-12-2001 το ποσό των 293,47 ευρώ μηνιαίως, που αντιστοιχεί στη διαφορά των εισοδημάτων που εισέπραττε από την μειωμένη ως άνω απασχόληση του και αυτών που θα εισέπραττε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν είχε τη δυνατότητα να εργάζεται ως γυμναστής πλήρους απασχόλησης, οι οποίες εκτιμήθηκαν στο ποσό των 586,94 ευρώ μηνιαίως, και με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε, ως προώρως ασκηθέν, το αίτημα της άνω από 10-10-1997 αγωγής για αποζημίωση του ενάγοντος, λόγω απώλειας εισοδήματος, για τον πέραν της 31-12-2001 χρονικό διάστημα, κατά το μέρος που στρέφονταν αυτή (αγωγή) κατά του τότε και νυν εναγόμενου Ι.
Π.. Περαιτέρω, σχετικά με τα αιτούμενα με την κρινόμενη (από 14-10-2004) αγωγή ως άνω (δυο) κονδύλια, δέχθηκε τα εξής: Με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, δεν βελτιώθηκε, σε σχέση με αυτή που είχε καταγραφεί σε προηγούμενη ιατρική πραγματογνωμοσύνη με ημερομηνία 17-11-1998 του Α. Κ., η οποία είχε διενεργηθεί, επί της δίκης που είχε ανοιχθεί με την προαναφερθείσα από 10-10-1997 προγενέστερη αγωγή.
Ειδικότερα αυτός, συνεπεία, του επίδικου τραυματισμού του εξακολουθεί να εμφανίζει χωλότητα στη βάδιση, λόγω ανισοσκελίας με βράχυνση κατά 3-3,5 εκατοστά της δεξιάς κνήμης, πλήρη αστάθεια του γόνατος, οφειλόμενη στη ρήξη τόσον του πρόσθιου χιαστού (προϋπάρχουσα του επίδικου τραυματισμού του που είχε αντιμετωπιστεί με συνδεσμοπλαστική το έτος 1991 στο Ευγενίδειο Θεραπευτήριο), όσο και του οπίσθιου χιαστού (οφειλόμενη στο ένδικο ατύχημα), γωνίωση κατά 20° της δεξιάς κνήμης (πορωθείσα) στην μεσότητα της και υπερτροφικός πόρος και οστεοαρθρίτιδα δεξιού γόνατος, ενώ η οστεομυελίτιδα βρίσκεται σε ύφεση και είναι κλινικά μη εντοπίσιμη, ενυπάρχει όμως ο κίνδυνος αναζωπύρωσης.
Επίσης υπάρχουν εντός του οστού της δεξιάς κνήμης του θραυσμένα υλικά της παλαιάς οστεοσύνθεσης, υπάρχει πλήρης καταστροφή της δεξιάς κατά γόνυ άρθρωσης, η οποία είναι εμφανής στην ακτινογραφία του γόνατος, με στένωση του μεσαρθρίου διαστήματος και σκλήρυνση των αρθρικών επιφανειών, το οποίο υποδηλώνει καταστροφή της εν λόγω άρθρωσης, οφειλόμενη στην μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα του γόνατος, η βραχύτερη δε δεξιά κνήμη δημιουργεί κλίση στη λεκάνη, που αρχικά προκαλεί κρίσεις οσφυαλγίας κα συνέχεια εκφύλιση μεσοσπονδύλων δίσκων και αντισταθμιστική σκολίωση της σπονδυλικής στήλης, ενώ η οπίσθια γωνίωση της κνήμης μειώνει τη μηχανική αντοχή του οστού στις αυξημένες καταπονήσεις.
Η κατάσταση αυτή του ενάγοντες αποτελεί μόνιμη αναπηρία, το ποσοστό της οποίας, σύμφωνα με την υπάρχουσα Ελληνική νομοθεσία είναι άνωθεν του 67% και θα διαρκέσει δια βίου με βάση τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα, κατά τον άνω πραγματογνώμονα Δ. Σ.. Σύμφωνα με τον ίδιο πραγματογνώμονα δυνατότητα αποκατάστασης της υπάρχουσας βλάβης του ενάγοντος δεν υπάρχει, αλλά μόνον βελτίωσης και πιο συγκεκριμένα με την πραγματοποίηση δύο χειρουργικών επεμβάσεων ήτοι:
α) οστεοτομίας της κνήμης με σκοπό την επιμήκυνση της και επαναφορά της σε σωστή ανατομική θέση, εξαλείφοντας την υπάρχουσα γωνίωση των 20%. Η εν λόγω εγχείρηση επί υγειούς οστού θα είχε διάρκεια αποθεραπείας 4-5 μήνες, στο συγκεκριμένο δε οστεϊτη ιστό συνυπάρχει χρόνια οστεομυελίτιδα και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος επαναδραστηριοποίησης της φλεγμονής και δημιουργίας νέων σηπτικών εστιών γύρω από τις ήδη υπάρχουσες και β) ολικής αρθροπλαστικής του γόνατος που θα βελτιώσει την σταθερότητα του γόνατος και θα απαλύνει τον υπάρχον άλγος.
Το υλικό που θα τοποθετηθεί στην αρθροπλαστική του γόνατος συνήθως έχει διάρκεια ζωής περί τα 12 έτη και στη συνέχεια θα πρέπει να γίνει αντικατάσταση του. Μετά το εν λόγω χειρουργείο το ποσοστό ανικανότητας προς εργασία θα είναι ,σύμφωνα με τον άνω πραγματογνώμονα εφόρου ζωής 67%. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, συνεπεία των προαναφερθέντων προβλημάτων της υγείας του εξακολουθούσε να μην είναι σε θέση να εργαστεί ως γυμναστής και ιδιαίτερα ομαδικών αθλημάτων (μπάσκετ, βόλεϊ, ποδόσφαιρο κλπ), δηλαδή αθλημάτων που συνδέονταν με έντονη κινητική άσκηση και μεγάλες φορτίσεις στις αρθρώσεις και μετά τις 31-12-2001, εξακολούθησε όμως να εργάζεται μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2005, με καθεστώς μερικής απασχόλησης (συνολικά 5 ώρες ημερησίως) ως επιστάτης - γυμναστής σε ιδιωτικά γυμναστήρια, επιβλέποντας γυμναζόμενους με βάρη και όργανα γυμναστικής, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μεταπτυχιακές σπουδές στο τμήμα Φυσικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου έλαβε μεταπτυχιακό δίπλωμα τον Μάρτιο του 2002 στη "βιολογία της άσκησης".
Ειδικότερα κατά τον περίοδο 2002 έως 2003 απασχολείτο ως συνεργάτης - προπονητής στο Γυμναστικό Ναυτικό Όμιλο "Άρης Νίκαιας" στις προπονήσεις της ομάδας χειροσφαίρισης (βλ. εκτός άλλων το οργανόγραμμα του ανωτέρω συλλόγου για την περίοδο 2002-2003, ενώ την ίδια περίοδο κατά το από 21-3-2003 έως και 31-7-2003 χρονικό διάστημα εργαζόταν παράλληλα και ως γυμναστής στο γυμναστήριο του Δ.
Π. (βλ. την από 1-8-2003 βεβαίωση του εργοδότη), κατά την περίοδο δε 2003 - 2004, έχοντας λάβει την άδεια προπονητή χειροσφαίρισης Α' κατηγορίας εργάστηκε ως προπονητής χειροσφαίρισης (χάντμπολ) στο τμήμα Παίδων του άνω Γυμναστικού Ναυτικού Ομίλου "Άρης Νίκαιας", ενώ την περίοδο 2004-2005 εργαζόταν ως β' προπονητής του τμήματος χειροσφαίρισης του Γυμναστικού Συλλόγου Κορωπίου.
Αποτέλεσμα της μερικής αυτής απασχόλησης του ενάγοντος, κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-1-2002 έως και το Σεπτέμβριο του 2005 ήταν να εισπράττει μηνιαίες αποδοχές, κατά μέσο όρο ποσού 400 ευρώ, οι οποίες υπολείπονταν των αποδοχών του γυμναστού πλήρους απασχόλησης, που ανέρχονταν κατά το χρονικό αυτό διάστημα στο ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως.
Έτσι αυτός απώλεσε, κατά το άνω χρονικό διάστημα (1-1-2002 έως και Σεπτέμβριο του 2005), το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως (700 ευρώ - 400 ευρώ), το οποίο, μετά πιθανότητας θα αποκέρδαινε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, καθώς και το αναλογούν δώρο εορτών και επίδομα αδείας για το ίδιο χρονικό διάστημα, αν δεν μεσολαβούσε το ένδικο ατύχημα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στην προσπάθεια για ανεύρεση μόνιμης και σταθερής εργασίας, συναφούς προς τις επαγγελματικές σπουδές του, κατά το έτος 2002, επεδίωξε το διορισμό του ως καθηγητή φυσικής αγωγής στη Δημόσια εκπαίδευση συμμετέχοντας στις εξετάσεις του Α.Σ.Ε.Π., κατά τις οποίες όμως απέτυχε, για λίγα μόλις μόρια (βλ.
σχετική βεβαίωση του Α.Σ.Ε.Π.). Μετά την αποτυχία του αυτή εργάστηκε, όπως προαναφέρθηκε, μέχρι και τα τέλη Αυγούστου του έτους 2005, με μερική απασχόληση, σε διάφορα γυμναστήρια, ασκώντας τις παραπάνω δραστηριότητες, έκτοτε όμως, συμμορφούμενος με το καθήκον περιορισμού της ζημίας του επέλεξε την επαγγελματική δραστηριότητα του καθηγητή φυσικής αγωγής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αφού δε πέτυχε και έλαβε πιστοποιητικό ικανότητας και καταλληλότητας για κατάληψη θέσης στο Δημόσιο (βλ.
τις από 14-5-2003 και 7-12-2006 ιατρικές γνωματεύσεις της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Πειραιά), εργάστηκε επί τρία συνεχή διδακτικά έτη, ως αναπληρωτής καθηγητής της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και συγκεκριμένα το διδακτικό έτος 2005 - 2006 ως γυμναστής στο 1° Γυμνάσιο Χανίων - Γενικό Λύκειο Ακρωτηρίου, το διδακτικό έτος 2006 - 2007 ως αναπληρωτής καθηγητής στο 8° Γυμνάσιο Ηλιούπολης, με ωράριο εβδομαδιαίας απασχόλησης, που αντιστοιχεί στο υποχρεωτικό ωράριο του πρωτοδιόριστου εκπαιδευτικού, δηλαδή με πλήρες ωράριο (βλ.
την 3206/2-7-2007 βεβαίωση προϋπηρεσίας του 4ου Γραφείου Διεύθυνσης Δ.Ε. Αθήνας), και το διδακτικό έτος 2007-2008 ,δυνάμει της 80/6-11-2007 πράξης πρόσληψης του Διευθυντή της Δ/νσης Δ.Ε. Β' Αθήνας, ως αναπληρωτής καθηγητής στο 6° Γυμνάσιο Ν . Ιωνίας (βλ. το από 6-11-2007 έγγραφο του 3ου γραφείου διεύθυνσης Δ.Ε. Αθήνας). Δηλαδή ο ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2005 και μέχρι τις 30-6-2008, παρά την προαναφερθείσα κατάσταση της υγείας του εργάστηκε, ως αναπληρωτής καθηγητής φυσικής αγωγής μέσης εκπαίδευσης, με υποχρεωτικό ωράριο του πρωτοδιόριστου, ήτοι με πλήρες ωράριο ,οι μηνιαίες δε αποδοχές του, με βάση ας αποδοχές του πρωτοδιόριστου καθηγητή, σε κάθε περίπτωση, ήταν κατά την κρίση του δικαστηρίου ίσες με αυτές που θα κέρδιζε, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα από την άσκηση του επαγγέλματος του γυμναστή ομαδικών αθλημάτων, οι οποίες θα ανέρχονταν, κατά μέσο όρο στο ποσό των 800 ευρώ.
Έτσι αυτός, κατά το άνω χρονικό διάστημα, δηλαδή από 1-9-2005 έως και 30-6-2008, ουδεμία ζημία υπέστη, εφόσον από την άσκηση του συναφούς προς το άνω επάγγελμα, επαγγέλματος του αναπληρωτή καθηγητή φυσικής αγωγής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αποκόμιζε μηνιαία εισοδήματα, σε κάθε περίπτωση ίσα με εκείνα, που θα αποκόμιζε από την άσκηση του επαγγέλματος του γυμναστή ομαδικών αθλημάτων, εάν δεν μεσολαβούσε ο ένδικος τραυματισμός του και για το λόγο αυτό δεν δικαιούται αποζημίωσης, για απώλεια εισοδημάτων, για το χρονικό αυτό διάστημα, εφόσον για να δικαιωθεί αποζημίωσης ο προσβληθείς στο σώμα ή στην υγεία του, πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη ζημίας, λόγω της μη δυνατότητας του να ασκήσει το επάγγελμα που θα ασκούσε, εάν δεν μεσολαβούσε η επικαλούμενη βλάβη της υγείας του.
Και υπό τις ως άνω παραδοχές έκρινε ως βάσιμη κατ' ουσία την κρινόμενη αγωγή και κατά τα δυο αιτούμενα κονδύλια (εν μέρει) και αφού έκανε δεκτή την έφεση του ενάγοντα-νυν αναιρεσείοντα, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία η αγωγή και δικάζον και πάλι αυτήν, την έκανε δεκτή εν μέρει.
Με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο παρεβίασε, εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, αφού διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι ο ενάγων, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως και τον Σεπτέμβριο του 2005 εργάζεται, με μερική απασχόληση, ως γυμναστής, σε ιδιωτικά γυμναστήρια, παρακολουθώντας παράλληλα και το τμήμα μεταπτυχιακών σπουδών της Φυσικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια ως προπονητής χειροσφαίρισης (χάντμπολ) σε διάφορες ομάδες, χωρίς όμως, να διευκρινίζεται εάν η μερική (και όχι πλήρης) απασχόληση οφείλεται μόνον στην, εκ του τραυματισμού του, σύμφωνα με τις παραδοχές, μερική ανικανότητα προς εργασία, ή εάν επιπροσθέτως, η απασχόληση ήταν επιλογή του και προς διευκόλυνση της παρακολούθησης των μεταπτυχιακών του σπουδών.
Επίσης, κατά τρόπο αντιφατικό, προς τα προηγούμενα δέχεται στη συνέχεια, ότι, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και δη κατά το έτος 2002, επεδίωξε τον διορισμό του, ως καθηγητής φυσικής αγωγής, στη Δημόσια Εκπαίδευση, συμμετέχοντας στις εξετάσεις του ΑΣΕΠ, κατά τις οποίες απέτυχε, για λίγα μόρια (και όχι λόγω της εκ του τραυματισμού ανικανότητάς του), καθώς και ότι, συνεχίζοντας την προσπάθειά του αυτή (για διορισμό του, ως γυμναστή στη Δημόσια Εκπαίδευση) επέτυχε τελικά και αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, είχε ήδη λάβει πιστοποιητικό ικανότητας και καταλληλότητας για τη θέση αυτή, με ιατρικές γνωματεύσεις της πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Πειραιά, εκ των οποίων η πρώτη μνημονεύεται στην απόφαση ότι φέρει ημεροχρονολογία μέσα στο κρίσιμο χρονικό διάστημα (14-5-2003), διορίσθηκε και εργάσθηκε επί τρεις συνεχόμενες διδακτικές περιόδους (από 1-9-2005 έως 30-6-2008), με πλήρες ωράριο, ως καθηγητής-γυμναστής, σε διάφορα δημόσια εκπαιδευτήρια (εξ ου λόγου και απέρριψε το κονδύλιο απώλειας αποδοχών, για το τελευταίο αυτό διάστημα).
Και περαιτέρω, κατά τρόπο, επίσης, αντιφατικό προς τις ανωτέρω παραδοχές, δέχεται ότι ο ενάγων έχει μόνιμη αναπηρία σε ποσοστό 67% και ότι η μερική απασχόλησή του και η μερική απώλεια αποδοχών του, κατά το διάστημα από 1-1-2002 έως και Σεπτέμβριο 2005 οφείλεται στην αναπηρία του αυτή. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, κατά το μέρος της προσβαλλομένης απόφασής του, με το οποίο επιδικάζεται αποζημίωση, για (μερική) απώλεια εισοδημάτων του ενάγοντα-νυν αναιρεσίβλητου και κατά συνέπεια, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος τους που αφορά το ζήτημα αυτό, είναι βάσιμοι, παρέλκει δε, μετά ταύτα, η έρευνα των λοιπών και αναφερομένων στο ίδιο ζήτημα λόγων αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση", νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται όχι μόνον η επαγγελματική και οικονομική αλλά και η κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ' όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.
Εξ άλλου, η συνεπεία της αναπηρίας η παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.
Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουν περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική-οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται, επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό οικονομικό μέλλον του παθόντος.
Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την ΑΚ 931 εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το βαθμό της υπαιτιότητας του παθόντα και το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική:
α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών.(ΑΠ 1087/2010, ΑΠ 1432/2009, ΑΠ 2021/2009, ΑΠ 765/2007, ΑΠ 670/2006).
Το Εφετείο σχετικά με το κεφάλαιο της αγωγής που αναφέρεται στην ως άνω διάταξη, δέχθηκε τα ακόλουθα: ενάγων, εξ αιτίας του ένδικου τραυματισμού του εξακολουθεί να εμφανίζει χωλότητα στη βάδιση, λόγω ανισοσκελίας, με βράχυνση κατά 3-3,5 εκατοστά της δεξιάς του κνήμης, πλήρη αστάθεια του γόνατος, γωνίωση κατά 20° της δεξιάς κνήμης κλπ, λόγω δε της κατάστασης του αυτής, δυνατότητα αποκατάστασης της οποίας δεν υπάρχει, αλλά μόνο βελτίωσης, με την πραγματοποίηση των προαναφερόμενων χειρουργικών επεμβάσεων, έχει, καταστεί αυτός μερικά ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας άνωθεν του 67% η αναπηρία του δε αυτή θα διαρκέσει δια βίου με τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα.
Η αναπηρία του αυτή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα τον επηρεάσει και οπωσδήποτε θα επιδράσει δυσμενώς στον περαιτέρω (μελλοντικό) επαγγελματικό -οικονομικό και κοινωνικό του μέλλον. Επομένως, το Δικαστήριο κρίνει ότι δικαιούται αυτός ιδιαίτερης αποζημίωσης (άρθρο 931 Α Κ) πέραν από την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ.
Η ιδιαίτερη αυτή αποζημίωση, την οποία δικαιούται ο ενάγων (άρθρο 931 ΑΚ), βάσει του είδους και των συνεπειών της αναπηρίας του, αφενός, και της ηλικίας του αφετέρου (γεννήθηκε το έτος 1971) πρέπει να ανέλθει στο εύλογο ποσό των 15.000 ευρώ).
Και από τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι έπρεπε να γίνει δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσία, κατά το αίτημα αυτής περί επιδίκασης εύλογης αποζημίωσης, από το αρθ. 931 ΑΚ. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την ως άνω διάταξη, ενώ, εξ άλλου, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της εφαρμογής της οποίας, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λαμβάνεται υπόψη η επίδραση της επελθούσας αναπηρίας ή παραμόρφωσης όχι μόνον στο οικονομικό και επαγγελματικό αλλά και στο κοινωνικό μέλλον του παθόντα. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος και τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η από το αρθ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του αρθ. 931 ΑΚ είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Τέλος, ο από το άρθ. 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται εάν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δε4ν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ενώ αντίθετα, δεν αποτελούν πράγματα η άρνηση (αιτιολογημένη ή μη) της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης.
Επομένως, ο δεύτερος, κατά το μέρος αυτού από το 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια για τη μη λήψη υπόψη των υπό του εναγομένου -νυν αναιρεσείοντα προβληθέντων ισχυρισμών, προς απόκρουση της αγωγής, κατά το αίτημα αυτής, από το αρθ. 931 ΑΚ, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς, ώστε να συνιστούν "πράγμα", κατά την έννοια του προκείμενου λόγου, αλλά συνιστούν (αιτιολογημένη) άρνηση της αγωγής, ως προς τα στοιχεία της βάσης αυτής περί ύπαρξης ή μη αναπηρίας του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου, προς θεμελίωση της αξίωσης αυτού, από το αρθ. 931 ΑΚ.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της (μόνο) που αφορά το αιτούμενο κονδύλιο για διαφυγόντα εισοδήματα του ενάγοντα-παθόντα, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα (αρθ.176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 599/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ