Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague claims and non-reviewable fact-finding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' judgment regarding loan contracts. The appellant argued the lower court failed to reject vague legal claims and improperly admitted witness testimony due to alleged moral inability to obtain documents. The court ruled that the appeal arguments were either legally unfounded or constituted an attack on the final judgment on facts, which is not reviewable.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(8), 559(11) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject appeal grounds that are legally unfounded or constitute an attack on the final judgment on facts, which falls outside the scope of appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1742 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1742/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου δημοτικού διαμερίσματος ...... του Δήμου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Λύτρα, που δεν κατέθεσε προτάσεις .
Του αναιρεσιβλήτου : Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σωτηρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Σεπτεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσεισβήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 887/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου κατά το δεύτερο σκέλος και την απόρριψη των λοιπών λόγων της 119/19-11-2007 αιτήσεως για αναίρεση της 887/31-8-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 119/19-11-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 887/31-8-2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 426-93/15-10-2004 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, αξιώσεις του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος από συμβάσεις (α) εντολής και (β) ατόκου δανείου.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 36/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 71/25-7-2006 έφεση του εναγομένου, η 887/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεις εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.
Ειδικότερα: (a) Κεφάλαιο συμβάσεως εντολής Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ. 1), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γέννηση του δικαιώματος.
Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση εις αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική αοριστία της αγωγής) εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα εις αυτή κατ' ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση περί του νομικά βασίμου αυτής, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως.
Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 719 ΑΚ, ο εντολέας έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που απέκτησε κατά την εκτέλεση της εντολής, αν δε ο εντολοδόχος σε εκτέλεση της εντολής απέκτησε κινητό πράγμα, σύμφωνα με τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσωπεύσεως, δηλαδή στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα, γίνεται κύριος αυτού και έχει απλώς ενοχική υποχρέωση να μεταβιβάσει τούτο στον εντολέα κατά το άρθρο 1034 ΑΚ.
Τέλος, με την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, απαιτείται σύμβαση, καθιερώνεται, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βουλήσεως, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων δυνάμει της οποίας οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία προς κατάρτιση οποιαδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιαδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως.
Κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος (i) με σύμβαση την οποία κατάρτισε κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 1998, με τον εναγόμενο, συνδεόμενο κατ' εκείνο τον χρόνο με αισθηματικό δεσμό με την θυγατέρα του Α, ανέθετε στον τελευταίο να προμηθευθεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό του, ενεργώντας ως έμμεσος αντιπρόσωπος του, εκατό θηλυκά πρόβατα αντί διατεθέντος από εκείνον τιμήματος ποσού 3.000.000 δρχ., με υποχρέωσή του σε απόδοση των χρηματικών ποσών που ο εναγόμενος θα εισπράξει από την εκμετάλλευση των αγορασθέντων προβάτων και (ii) ότι ο τελευταίος από την εκτέλεση της συμβάσεως αυτής εισέπραξε από την εκμετάλλευση των αγορασθέντων θηλυκών προβάτων και ειδικότερα από την πώληση γάλακτος και κρέατος και επιδοτήσεις κατά το από 31-12-1999 έως 31-12-2001 χρονικό διάστημα και τέλος από την πώλησή τους από 31-12-2001 έως 31-1-2002 το συνολικό ποσό, κατά τις αναλυτικά σημειούμενες διακρίσεις, των 35.979,47 ευρώ, έναντι του οποίου επιδικάσθηκε από τις αιτίες αυτής, με νομική κατά τούτο θεμελίωση της αγωγής κατά την κύρια διατυπούμενη βάση της στις διατάξεις των άρθρων 361, 212, 361 ΑΚ, για την οποία έγινε και κατ' ουσίαν δεκτή, εκείνο των 34.570,80 ευρώ.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή διαλαμβάνει τα αναγκαία για τη θεμελίωση της κατά του αναιρεσείοντος αξιώσεως του αναιρεσίβλητου, απορρέουσα από τη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, με βάση την παρεχόμενη από το άρθρο 361 ΑΚ ευχέρειας και επομένως ο πρώτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως με το οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτή απόφαση ότι παρά το νόμο δεν αξιολόγησε ως αόριστη και άρα απαράδεκτη την αγωγή, ελέγχεται ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγμα" κατά την εν λόγω διάταξη νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και να εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Κατά τις ενδιαφέρουσες το ερευνώμενο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της: "Οι διάδικοι είναι οικονομικοί μετανάστες, Αλβανικής καταγωγής και εξ αυτών ο εναγόμενος ασκεί το επάγγελμα του γεωργοκτηνοτρόφου στην Ελλάδα. Τον Οκτώβριο του έτους 1998 ο εναγόμενος, ο οποίος διατηρούσε ερωτικό δεσμό με την κόρη του ενάγοντος, Α, πρότεινε στον ενάγοντα να αγοράσει αυτός τυπικά στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό αυτού (ενάγοντος) 100 θηλυκά πρόβατα, προς εκμετάλλευση, καθόσον αυτός είχε τα τυπικά προσόντα ως εκ του ανωτέρω επαγγέλματός του επί σειρά ετών στην Ελλάδα, υποβάλλων φορολογική δήλωση και λαμβάνων τις ετήσιες κρατικές επιδοτήσεις για τα παραπάνω ζώα.
Ο ενάγων δέχθηκε την πρόταση αυτή και προς τον ανωτέρω σκοπό κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 3.000.000 δρχ., το οποίο ο τελευταίος έδωσε και αγόρασε για λογαριασμό του ενάγοντος, 100 θηλυκά πρόβατα από την περιοχή ......, όπου μετέβη προς το σκοπό αυτό μαζί με τον ενάγοντα. Ο ενάγων έχων σαν κύριο επάγγελμα αυτό του οικοδόμου (κατασκευή οικοδομών από πέτρα), φρόντιζε και περιποιείτο τα ανωτέρω ζώα κατά τον ελεύθερο χρόνο του βοηθούμενος και από τα μέλη της οικογένειάς του κυρίως κατά τις πρωϊνές ώρες και όταν μετέβαινε στην πατρίδα του.
Την πώληση των προϊόντων όμως από την εκμετάλλευση των ανωτέρω ζώων είχε αναλάβει ο εναγόμενος για λογαριασμό του ενάγοντος, υποχρεούμενος να του αποδώσει το τίμημα που θα εισέπραττε από την πώληση αυτών, το γάλα και το κρέας τους καθώς και τις κρατικές ετήσιες επιδοτήσεις που θα εισέπραττε τυπικά στο όνομά του αλλά για λογαριασμό και πάλι του ενάγοντος.
Ο εναγόμενος όμως, παρά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα και την δι' αυτού έμμεση αντιπροσώπευση του ενάγοντος, ενεργών αποκλειστικά για λογαριασμό του από το 1999 μέχρι 2001, προέβη στην πώληση α) 9.000 κιλών γάλακτος που παρήγαγαν τα ανωτέρω ζώα (30 κιλά το καθένα ετησίως) αντί 300 δρχ. ανά κιλό κα συνολικού τιμήματος 2.700.000 δρχ.
β) 2.700 κιλών κρέατος, δεδομένου ότι το καθένα από τα ως άνω θηλυκά ζώα γεννούσε κατά μέσο όρο, ετησίως, ένα αρνί, το οποίο κατά το χρόνο της πώλησης αυτού, ως κρέας είχε βάρος κατά μέσο όρο εννέα κιλά, αντί τιμήματος 20.000 δρχ. ανά κιλό και συνολικού τιμήματος 5.400.000 δρχ. γ) έλαβε στο όνομά του κα για λογαριασμό του ως κρατική επιδότηση για ογδόντα από τα παραπάνω ζώα, τα οποία κρίθηκαν επιδοτούμενα, το συνολικό ποσό των 1.680.000 δρχ. (7.000 χ 80 χ 3) (βλ.
το υπ' αριθμ. πρωτ. 8265/29-6-2004 έγγραφο της Δ/νσης Γεωργίας (Τμήμα ΠΕΕ) της Νομαρχιακής Δ/νσης Αχαϊας) και δ) τον Ιανουάριο του έτους 2000 ο εναγόμενος προέβη στην πώληση των ανωτέρω ζώων αντί τιμήματος 20.000 δρχ. το καθένα και συνολικού τιμήματος 2.000.000 δρχ. Ετσι, ο εναγόμενος εισέπραξε από τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 11.780.000 δραχμών (34.570,80 ευρώ), το οποίο αρνήθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα κατά τα συμφωνηθέντα".
Κατά το ιστορούμενο στην αρχή της παρούσης περιεχόμενο της αγωγής ο ήδη αναιρεσίβλητος διατύπωσε τον ισχυρισμό ότι κατά το περιεχόμενο της συνομολογηθείσης με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα συμβάσεως ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση αποδόσεως των Χρηματικών ποσών που θα εισέπραττε από την εκμετάλλευση των προβάτων, προσδιορίζοντας στη συνέχεια τις από την αιτία αυτή αξιώσεις του από την πώληση γάλακτος και κρέατος και τις επιδοτήσεις και τέλος από την πώληση αυτών των προβάτων, στην έννοια της εκμεταλλεύσεως των οποίων και υπάγονται.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποτέλεσαν και τις αιτιολογίες της αποφάσεως για την θετική κατά τούτο αξιολόγηση της θεμελιούμενης επ' αυτών αξιώσεως του ήδη αναιρεσίβλητου και μερική παραδοχή της αγωγής, με άμεση δικονομική συνέπεια η προβαλλόμενη περί τούτου με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ να ελέγχεται ως αβάσιμη, ερειδόμενη επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως.
Περαιτέρω με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες περί του περιεχομένου της καταρτισθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, από την εκτέλεση της οποίας δημιουργήθηκαν οι επιδικασθείσες απαιτήσεις του ήδη αναιρεσίβλητου. Η συμφωνία τους αυτή αρκούσε για τη θεμελίωση της αγωγής από νομική και ουσιαστική άποψη κατά την κύρια διατυπούμενη βάση της, με έρεισμα στα άρθρα 713 επ. 361 ΑΚ, χωρίς η παραδοχή αυτή να αναιρείται από το γεγονός ότι, προκειμένης έμμεσης αντιπροσωπεύσεως, τα πρόβατα παρέμειναν στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, με άμεση δικονομική συνέπεια ο τρίτος κατά σειρά λόγος με προβαλλόμενες δι' αυτόν αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, να αξιολογείται κατά τούτο ως αβάσιμος.
Η επικαλούμενη αντίφαση στις παραδοχές της αποφάσεως συνισταμένη, κατά το αναιρετήριο, στο ότι δέχεται εκμετάλλευση των αγορασθέντων εκατό προβάτων κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1999-2001 και παράλληλα πώληση αυτών κατά τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2000 αντί του επικαλουμένου με την αγωγή Δεκέμβριος 2001 - Ιανουάριος 2002 εκτιμάται, με βάση το σύνολο των παραδοχών και αιτιολογιών της αποφάσεως, ότι οφείλεται σε προφανή κατά τη γραφή παραδρομή (Ιανουάριος 2000 - Ιανουάριος 2002), με αίρεση δικονομική συνέπεια η προβαλλόμενη με το δεύτερο σκέλος του υπό την αυτή αρίθμηση λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και αξιολογείται ομοίως ως αβάσιμη.
(β) Κεφάλαιο συμβάσεων δανείου.
Ι. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει (1) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, (2) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και (3) ορισμένο αίτημα.
Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο, η παράλειψη δε του δικαστηρίου της ουσίας να απορρίψει την αγωγή για τον λόγο αυτό ως απαράδεκτη στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 806 ΑΚ, για τη σύναψη δανείου απαιτείται να υπάρχει καταρτισμένη σύμβαση κατά τους όρους των άρθρων 185 - 195 ΑΚ και μεταβίβαση της κυριότητας των πραγμάτων.
Τα στοιχεία αυτά και μόνο είναι αναγκαία για τη στήριξη της αγωγής προς απόδοση του δανείου. Κατά τον θεμελιωτικό της ιστορικής αυτής βάσεως της αγωγής ισχυρισμό ο αναιρεσίβλητος εδάνεισε στον αναιρεσείοντα ατόκως β1. αρχές του έτους 1998 το ποσό των 300.000 δρχ., β2. στο μέσα του έτους 1998 το ποσό των 500.000 δρχ., β3.
στο τέλος του έτους 1998 το ποσό των 150.000 δρχ. και β4. τον μήνα Ιανουάριο του έτους 1999 το ποσό των 3.000.000 δρχ., αποδοτέων β1 τον Μάϊο του έτους 1998, β2 τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1998, β3 τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 1999 και β4 τον μήνα Απρίλιο του έτους 1999. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά αρκούσαν για την θεμελίωση κατά τούτο της αγωγής, εφόσον γίνεται δι' αυτών λόγος για συνομολογηθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις δανείων με μεταβίβαση κατά κυριότητα του αποτελούντος το αντικείμενο αυτών χρηματικού ποσού.
Η παραδοχή αυτή δεν διαφοροποιείται από την επίκληση παράλληλα από τον ενάγοντα ότι στην κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων δανείου οδηγήθηκε από απατηλές και εκβιαστικές μεθοδεύσεις του ενεργούντος δόλια εναγομένου, εκμεταλλευόμενος παράλληλα και την αισθηματική αυτού σχέση με την θυγατέρα του Α, πετυχαίνοντας με τον τρόπο αυτό την απόσπαση των χρηματικών αυτών ποσών "με τη μορφή δήθεν δανείων", κατά τη σχετική διατύπωση του δικογράφου της αγωγής.
Και τούτο για τον λόγο ότι ο ενάγων δικαιούται και δεν υποχρεούται να ακυρώσει τις φερόμενες κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς ως προϊόν πλάνης, απάτης και απειλής συμβάσεις δανείου, αποδεχόμενος αυτές (ΑΚ 140, 147, 150), ο δε χαρακτηρισμός ότι τα χρηματικά αυτά ποσά αποσπάσθηκαν με τη μορφή δήθεν δανείων, τα οποία θεωρεί ο ενάγων ως καταρτισμένα, αναφέρεται στην αρχική πρόθεση του εναγομένου να μη ανταποκριθεί στη συμβατική του υποχρέωση αποδόσεώς τους.
Επομένως ο τέταρτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφασης, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα αξιολόγησε την αγωγή ως ορισμένη, απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο εφέσεως, και με την έννοια αυτή παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει αυτή ως αόριστη και άρα απαράδεκτη, ελέγχεται ως αβάσιμος. 'Ομοια αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμη η υπό την αυτή αρίθμηση προβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι ενώ κατά την αγωγή επρόκειτο για συμβάσεις δανείου ορισμένου χρόνου αποδόσεως τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την κατάρτιση συμβάσεων δανείου αορίστου χρόνου.
Και τούτο προεχόντως για τον λόγο ότι πρόκειται για ισχυρισμό που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, βλαπτική για τον αναιρεσείοντα, ώστε να δικαιολογείται η ύπαρξη εννόμου αυτού συμφέροντος για την προβολή του αναιρετικού αυτού λόγου (ΚΠολΔ 68), σε κάθε δε περίπτωση αποτελεί διαφορετική αξιολόγηση του διατυπωθέντος σχετικού αγωγικού ισχυρισμού από ουσιαστική άποψη και με την έννοια αυτή δεν πληρούται το πραγματικό του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Με στοιχ. (α) και (β) κεφάλαια
ΙΙ. Κατά τους ορισμούς των άρθρων 393 παρ. 1 και 394 παρ. 1β ΚΠολΔ, επιτρέπεται το εμμάρτυρο μέσο προς απόδειξη συμβάσεως, η αξία του, αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει το οριζόμενο από το άρθρο 393 παρ. 1 ΚΠολΔ χρηματικό ποσό, σε κάθε περίπτωση που υπάρχει ηθική αδυναμία για την απόκτηση αποδεικτικού εγγράφου.
Η απόδειξη για το γεγονός, από το οποίο μπορεί να υπάρξει ηθική αδυναμία, εφόσον αμφισβητηθεί, γίνεται και με μάρτυρες, η εκτίμηση δε των αποδείξεων και η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον ανάγεται σε πράγματα, δεν υπόκειται κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Κατά τις σχετικές ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως "Το Δικαστήριο ενισχύεται στην κρίση του επί των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, καθόσον η δι' αυτών απόδειξη εν προκειμένω είναι επιτρεπτή ενόψει της ηθικής αδυναμίας να αποκτηθεί έγγραφο για τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες ως εκ του προσδοκόμενου γάμου του εναγόμενου με την κόρη του ενάγοντος (άρθρο 394 παρ. 1 β ΚΠολΔ)".
Με τον απομένοντα προς έρευνα πέμπτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ηθικής αδυναμίας για την απόκτηση εγγράφου αποδεικτικού των συμβάσεων εντολής, και δανείου και, σε συνέπεια με την παραδοχή της αυτή, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαρτυρικές καταθέσεις.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πλήττοντας αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αξιολογείται ομοίως ως απαράδεκτος. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 119/19-11-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 887/31-8-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ