1742/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Αυγούστου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5705/2000 μη οριστική, 606/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4528/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1742/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, την αυτοδίκαιη αυτή λύση της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να προτείνει ο εναγόμενος ασφαλιστής και κατά του αξιούντος το ασφάλισμα και ενάγοντος αυτόν ως άνω πλαγιαστικώς ζημιωθέντος τρίτου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Την 21-1-1996 και περί ώρα 1.30΄ ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Χ1 οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας .....
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1742 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1742/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ψ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Χρόνη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Χ1 , 2. Χ2, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Αυγούστου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5705/2000 μη οριστική, 606/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4528/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνον ο αναιρεσείων και 3η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας, ανέγνωσε την από 14 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ...... και ..... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Κρήτης ...... και τις κάτω από την κάθε μία τούτων από ..... και από .... απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφου και βεβαίωση παραδόσεως συστημένης επιστολής, αντίστοιχα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 30-12-2005 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 576 ΚΠολΔ, παρότι οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της.
ΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το έγγραφο της αναίρεσης εκτός από τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτό, πρέπει να περιέχει και τους λόγους της αναίρεσης, και του άρθρου 577 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή η αναίρεση, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση η οποία δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως, αν δε η αναίρεση στρέφεται κατά περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων είναι απαράδεκτη ως προς εκείνους ως προς τους οποίους δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως, ως προς τους οποίους ο αναιρεσείων προεχόντως στερείται εννόμου συμφέροντος. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης με την οποία ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της 4528/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών περιέχει μόνο λόγο αναίρεσης που αναφέρεται στην από μέρους του Εφετείου απόρριψη της έφεσής του και επικύρωση έτσι της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του ως προς την Τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, εφόσον ως προς τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, που ήταν οδηγός και ιδιοκτήτρια, αντίστοιχα της φερόμενης από τον αναιρεσείοντα ως ζημιογόνου μοτοσυκλέτας, δεν υπάρχει λόγος αναίρεσης στην αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθόσον στρέφεται κατ' αυτών (πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων).
ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 72 Κ.Πολ.Δ. "οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους, εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του". Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως οι ασκούντες την προβλεπόμενη με αυτήν πλαγιαστική αγωγή δανειστές ασκούν κατά του τρίτου οφειλέτη του οφειλέτη τους τα δικαιώματα του τελευταίου με το περιεχόμενο και τις προϋποθέσεις, που ο οφειλέτης του μπορεί να τα ασκήσει κατά του δικού του οφειλέτη και, επομένως, ο τελευταίος, μπορεί να αντιτάξει κατά του ασκούντος την πλαγιαστική αγωγή (δανειστή του δικού του δανειστή) και όλους τους καταλυτικούς και διακωλυτικούς ισχυρισμούς που αυτός μπορεί να προτείνει κατά του άμεσου δανειστή του και αμέσου οφειλέτη του ασκούντος την πλαγιαστική αγωγή.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", όπως κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986, ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί στην Ελλάδα επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου, το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή, η οποία παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 της υπ' αριθμ. Κ4/585 της 5-4-1978 Απόφασης του Υπουργού Εμπορίου "περί καθορισμού των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου, του καλύπτοντος την εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικήν ευθύνην", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του πιο πάνω ν. 489/1976 "Κάθε μεταβολή της κυριότητας ή κατοχής του οχήματος, επιφέρει μετά πάροδον 15 ημερών την αυτοδικαίαν λύσιν της ασφαλιστικής συμβάσεως εκτός εάν εντός της αυτής προθεσμίας ο μέχρι τούδε αντισυμβαλλόμενος ή νέος κύριος ή κάτοχος ζητήσουν δι' εγγράφου των περιέχοντος τα ακριβή στοιχεία της μεταβολής, την συνέχισιν της ασφαλιστικής καλύψεως και ο ασφαλιστής δεν αποποιηθεί εγγράφως την αίτησιν εντός 10 ημερών από της λήψεώς της.
Εις την περίπτωση αυτήν, η ασφαλιστική σύμβασις λύεται από της αποποιήσεως της αιτήσεως ή μετά πάροδον 16 ημερών από της αποποιήσεως εάν έχουν προκαταβληθεί δια το χρονικόν τούτο διάστημα τα ασφάλιστρα". Την παραβίαση του ανωτέρω ασφαλιστικού βάρους εκ μέρους του ασφαλισμένου και τις εξ αυτής συνέπειες ναι μεν ο ασφαλιστής δεν δικαιούται να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου, όταν ο τελευταίος ευθέως τον ενάγει, αντιθέτως, όμως, μπορεί να αντιτάξει αυτά και κατά του ανωτέρω τρίτου, όταν ο τελευταίος δεν τον ενάγει ευθέως, και με ίδιο δικαίωμα, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 10 του ν. 489/1976, αλλά πλαγιαστικώς, ασκώντας δηλαδή τα εκ του άρθρου 189 του ΕΝ (που εφαρμόζονταν μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 2496/1997) δικαιώματα του αδρανούντος οφειλέτη του κατά του ασφαλιστή, ζητώντας να καταβληθεί στον οφειλέτη του (και δανειστή του) ασφαλιστή η ασφαλιστική αποζημίωση (ασφάλισμα).
Επομένως, ο ασφαλιστής, σε περίπτωση που παρήλθαν 15 ημέρες από την μεταβολή κυριότητας ή κατοχής του ζημιογόνου οχήματος και αν εντός της αυτής προθεσμίας ο μέχρι της μεταβολής αυτής αντισυμβαλλόμενός του ή νέος κύριος ή κάτοχος δεν ζητήσουν και δή δι' εγγράφου, που να περιέχει τα ακριβή στοιχεία της μεταβολής τη συνέχιση της ασφαλιστικής καλύψεως, δικαιούται να προτείνει κατά του ασφαλισμένου (του αντισυμβαλλομένου του ή του νέου κυρίου ή κατόχου του οχήματος) την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης ασφαλίσεως.
Συνεπώς, την αυτοδίκαιη αυτή λύση της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να προτείνει ο εναγόμενος ασφαλιστής και κατά του αξιούντος το ασφάλισμα και ενάγοντος αυτόν ως άνω πλαγιαστικώς ζημιωθέντος τρίτου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Την 21-1-1996 και περί ώρα 1.30΄ ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Χ1 οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας .....
δίκυκλη μοτοσυκλέτα επί της Εθνικής οδού ...... με κατεύθυνση προς ....., ..... από αποκλειστική υπαιτιότητά του επέπεσε στον πεζό αναιρεσείοντα Ψ1 και του προκάλεσε τις σ' αυτή σωματικές βλάβες. Ότι η πιο πάνω ζημιογόνος μοτοσυκλέτα ταξινομήθηκε στο όνομα του ...... την 9-1-1991, την 30-6-1994 μεταβιβάστηκε κατά ποσοστό 50% στο όνομα του ......
ενώ στις 4-9-1995 μεταβιβάστηκε κατά ποσοστό 100% κατά κυριότητα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη Χ2 η οποία και εξακολουθούσε να είναι κυρία και κάτοχός της μέχρι τον ανωτέρω χρόνο του επιδίκου ατυχήματος. Ότι η μοτοσυκλέτα αυτή ήταν ασφαλισμένη για τους έναντι τρίτων από την κυκλοφορία της προκαλουμένους κινδύνους σε πρόσωπα και πράγματα για το χρονικό διάστημα από 9-9-1993 έως 9-9-1994 δυνάμει του με αριθμό .....
ασφαλιστηρίου συμβολαίου, στη συνέχεια δε με το ..... ανανεωτήριο συμβόλαιο ανανεώθηκε η ασφαλιστική αυτή σύμβαση μετά τη λήξη της ασφαλιστικής περιόδου, στις 9-9-1994, για το χρονικό διάστημα από 9-9-1994 έως 9-9-1995 και έκτοτε για ισόχρονο χρονικό διάστημα. Παρά τη γενόμενη, όμως, στις 4-9-1995, μεταβολή της κυριότητας της ανωτέρω μοτοσυκλέτας, δηλαδή τη μεταβίβασή της στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Χ2 η τελευταία ή οι μεταβιβάσαντες σ' αυτήν την κυριότητά της (δηλ.
της μοτοσυκλέτας), δεν αποδεικνύεται, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ότι εγγράφως, και δη με έγγραφο, που να περιέχει τα ακριβή στοιχεία της μεταβολής αυτής, ζήτησαν μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 8 παρ. 1 της Κ.4/585/1978 απόφασης Υπουργού Εμπορίου προθεσμία των 15 ημερών από του ατυχήματος από την τρίτη των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρία τη συνέχιση της ασφαλιστικής κάλυψης της μοτοσυκλέτας, ενώ ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί μόνο προφορικής ενημέρωσης της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας αυτής εκ μέρους της δεύτερης εφεσίβλητης και των προαναφερομένων προκτητόρων της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας σχετικά με την επελθούσα μεταβολή της κυριότητας επ' αυτής είναι άνευ νομίμου επιρροής.
Σύμφωνα με τα παραπάνω η γενόμενη προς την Χ2 μεταβίβαση της κυριότητας της μοτοσυκλέτας από τους μέχρι τότε κυρίους της επέφερε μετά την πάροδο 15 ημερών, από της μεταβιβάσεως αυτής, την αυτοδίκαιη λύση της ανωτέρω ασφαλιστικής σύμβασης και επομένως οι Χ1 (οδηγός της μοτοσυκλέτας) και Χ2 (κυρία αυτής) δεν έχουν αξίωση ασφαλιστικής κάλυψης εκ μέρους της ασφαλίστριας εταιρίας τρίτης αναιρεσίβλητης για το επίδικο ατύχημα και κατά συνέπεια δεν έχει τέτοια αξίωση και ο ασκών πλαγιαστικώς τις δικές του αξιώσεις αναιρεσείων κατά της τρίτης των αναιρεσιβλήτων.
Μετά από αυτά απέρριψε τον λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος με το οποίο, κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, είχε απορριφθεί πλαγιαστική αγωγή εκείνου κατ' αυτής. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 489/1976 και της Κ.4/585 της 5-4-1978 ΑΥΕ, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτές με βάση τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα η εφαρμογή δε αυτών δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4, 5, 25, 28 Συντάγματος 1975/1986 και των Οδηγιών 72/166, 84/5, 90/232 ΕΟΚ σε συνδ.
με το άρθρ. 3 Π.Δ. 314/1993 και άρθρ. 6 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 ΕΣΔΑ, αλλ' ούτε παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 2, 19 Ν. 489/1976 και 6 παρ. 1, 10 και 11 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ με τη μη εφαρμογή τους διότι δεν συνέτρεχε λόγος εφαρμογής αυτών.
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πιο πάνω πλημμέλεια της μη ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των άνω διατάξεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον δε, υπό την επίκληση της αυτής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολ.Δ). Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της τρίτης των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολ.Δ.), η οποία κατέθεσε και προτάσεις.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 30 Δεκεμβρίου 2005 αίτηση του Ψ1 για αναίρεση της 4528/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της τρίτης αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2007. Και,
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 12 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ