Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to defendant's failure to appear and lack of legal summons.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the plaintiffs against the Third Instance Court of Thessaloniki. The plaintiffs argued for the appeal's admission, but the court noted the defendants failed to appear at the hearing. The court ruled that since the defendants were not legally summoned, the hearing was inadmissible, and the appeal was rejected.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear or participates improperly and was not legally summoned, the hearing is declared inadmissible and the appeal dismissed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1741 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1741/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Αρχοντάκη - Τραυλού Τζανετάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Π. του Γ., 2) Π. συζύγου Σ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βιτώρο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΗ Ε.Π.Ε." (πρώην "ΜΕΤΡΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΗ Α.Ε."), που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/6/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 6/3/2008 ανταγωγή της δεύτερης αναιρεσιβλήτου και την από 10/10/2006 αγωγή της πρώτης αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7167/2010 μη οριστική και 10581/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 246/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/9/2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή, αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, ορίστηκε αρχική δικάσιμος για την συζήτηση της υπό κρίσης υπόθεσης η 22.5.2023 με αριθ. πινακίου 25, ωστόσο, λόγω της αναστολής λειτουργίας δικαστηρίων και εισαγγελιών της χώρας ενόψει των βουλευτικών εκλογών στις 21.5.2023, η υπόθεση δεν εισήχθη προς συζήτηση κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο, ακολούθως δε, ορίστηκε αυτεπαγγέλτως για την συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος και εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 22.
ΟΙ αναιρεσίβλητες δεν εκπροσωπήθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην δικάσιμο αυτή, ούτε και κατέθεσαν δηλώσεις κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνη του άρθρου 260 παρ. 4 εδάφ.
β' ΚΠολΔ, κατά την οποία, όταν, ενώ η υπόθεση έχει εγγραφεί στο πινάκιο, δεν εισάγεται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας και, ακολούθως, ορίζεται αυτεπαγγέλτως από τον διευθύνοντα το δικαστήριο νέα δικάσιμος, δεν απαιτείται κλήτευση των διαδίκων, καθόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο από τον γραμματέα ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Με την κρινόμενη από 8.9.2021, με αριθ. κατάθ. 248/28.9.2021, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των αναιρεσειόντων και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ερήμην δε της πρώτης αναιρεσίβλητης, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, με αριθ. 246/2020, τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία συνεκδικάστηκαν οι παρακάτω δύο εφέσεις και πρόσθετοι λόγοι, κατά το μέρος που αφορά την έφεση 17778/1936/19.9.2019 και τους πρόσθετους λόγους αυτής 3030/2703/26.9.2018 των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων.
Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνεκδίκασε ερήμην της πρώτης εφεσιβλήτου και ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων τις εφέσεις με αριθ. κατάθεσης 20591/3472/21.9.2018 και 17778/1936/19.9.2019 και τους πρόσθετους λόγους (της δεύτερης έφεσης) με αριθ. κατάθ. 3030/2703/26.9.2018 κατά της με αριθ. 10581/2018 οριστικής απόφασης, καθώς και κατά της προηγηθείσας με αριθ. 7167/2010 εν μέρει οριστικής απόφασης του Τριμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Απέρριψε την έφεση 17778/1936/19.9.2019 της δεύτερης αναιρεσιβλήτου κατά της 10581/2018 οριστικής πρωτοβάθμιας απόφασης, δέχθηκε την έφεση 17778/1936/19.9.2019 και τους πρόσθετους λόγους 3030/2703/26.9.2018 των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της ίδιας απόφασης, την εξαφάνισε κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την με αριθ. κατάθ. ....2004 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε την ως άνω αγωγή κατά ένα μέρος και υποχρέωσε την πρώτη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην δεύτερη αναιρεσείουσα το ποσό των 1.250 ευρώ και την δεύτερη αναιρεσίβλητη να καταβάλει και στους δύο αναιρεσείοντες εις ολόκληρον το ποσό 2.500 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο των ανωτέρω ποσών από την επομένη της επίδοσής της, ως αποζημίωση για ελαττώματα του έργου που ανέλαβαν και εκτέλεσαν οι αναιρεσίβλητες σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσείουσας, αλλά και από αδικοπραξία σε βάρος των αναιρεσειόντων και, ακολούθως, δίκασε την με αριθ.
κατάθ. ....2006 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων, την απέρριψε ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, ενώ την δέχθηκε κατά ένα μέρος ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα και την υποχρέωσε να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 87.258 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση έργου και τις εργασίες που εκτέλεσε η πρώτη αναιρεσίβλητη στο εν λόγω διαμέρισμα ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσείουσας, τις οποίες δεν αποπλήρωσε η τελευταία.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος από την ως άνω διάταξη, προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις και ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 750/2022). Ιδρύεται δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 175/2020), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 26/2015). Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019).
Δεν ελέγχεται επίσης ως πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, σφάλμα της απόφασης, συνδεόμενο με την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής (ΑΠ 780/2017, ΑΠ 784/2001). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).
II. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005).
Για την πληρότητα δε του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1065/2014, ΑΠ 551/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αφορά στην δική τους αγωγή κατά των αναιρεσιβλήτων, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 688, 689, 690 και 694 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι το αναληφθέν από καθεμιά των αναιρεσιβλήτων τεχνικό έργο παραδόθηκε έγκαιρα και ότι τα ελαττώματα και οι ελλείψεις που διαπιστώθηκαν ήταν επουσιώδεις, με συνέπεια, να τους επιδικάσει ένα μικρό μόνο μέρος των αιτούμενων με την αγωγή τους κονδυλίων, ενώ έπρεπε αυτή να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή κατ' ουσίαν.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "(...). Οι ενάγοντες με την κύρια βάση της υπό κρίση με αριθμό καταθ. ....2004 αγωγής τους διατείνονται ότι το παραδοθέν εκ μέρους των αντιδίκων τους έργο παρουσιάζει τα ελαττώματα και τις ελλείψεις που αναφέρονται στις ενσωματωμένες στο δικόγραφο δύο τεχνικές εκθέσεις, που συνετάγησαν κατ' εντολή τους, κι ότι τα ελαττώματα και οι ελλείψεις αυτές οφείλονται σε υπαιτιότητα αμφοτέρων των εναγομένων, της μεν πρώτης ως εργολάβου, της δε δεύτερης ως βοηθού εκπληρώσεως και ότι, συνεπώς, δικαιούνται να αξιώσουν αποζημίωση για κάθε ζημία, που προήλθε από τη μη συμμόρφωση της μεν πρώτης εναγομένης από τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ήτοι με βάση τη διάταξη του άρθρου 690 του ΑΚ και της δεύτερης με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών.
Την παραπάνω ζημία οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες προσδιορίζουν στο ποσό των 444.574 ευρώ, το οποίο είναι σχεδόν διπλάσιο του ποσού των 247.286 ευρώ, που αυτοί πράγματι και καθ' ομολογία τους κατέβαλαν στις δύο εναγόμενες εργολάβους ως αμοιβή για την εκτέλεση του έργου, που η κάθε μία εξ αυτών είχε αναλάβει, κατά τα αμέσως ανωτέρω αναλυτικώς αναφερόμενα και αποδειχθέντα.
Επί των αιτιάσεων των εναγόντων αποδείχθηκαν τα εξής: Οι πραγματογνώμονες Μ. Σ., αρχιτέκτονας μηχανικός και Σ. Β., πολιτικός μηχανικός, που διορίστηκαν με τη συνεκκαλούμενη υπ' αριθμ. 7167/2010 εν μέρει οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αναφέρουν στη συνταχθείσα από αυτούς υπ' αριθμ. .../2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης ότι διενήργησαν τρεις αυτοψίες εντός του θέρους του 2010 στο επίδικο διαμέρισμα, εκ δε των ανωτέρω αυτοψιών συνήγαγαν το συμπέρασμα ότι οι ξύλινες κατασκευές και τα έπιπλα του διαμερίσματος, που κατασκευάστηκαν και τοποθετήθηκαν από την πρώτη εναγομένη εταιρία, είναι χωρίς ουσιώδη ελαττώματα και είναι ίδια με αυτά που περιγράφονται στις σχετικές παραγγελίες και εμφανίζονται στα συμφωνηθέντα σχέδια και στις φωτογραφίες που ελήφθησαν από τον Β.
Χ., μετά την τοποθέτησή τους στο διαμέρισμα και πριν από τη σύνταξη του πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής της 5ης-12-2003. Ελλείψεις, ωστόσο, που χαρακτηρίζονται από τους άνω πραγματογνώμονες ως όλως επουσιώδεις, υπάρχουν μόνο στα έπιπλα της τραπεζαρίας και της κουζίνας, ειδικότερα δε, δεν έγιναν διακοσμητικές πινελιές (βαφή) με φύλλο χρυσού των τεσσάρων διακοσμητικών ανθουρίων - απολήξεων της βάσης στήριξης του τραπεζιού της τραπεζαρίας και στα πόδια των οκτώ καθισμάτων της τραπεζαρίας, ενώ τα καθίσματα της τραπεζαρίας είναι λουστραρισμένα και όχι βαμμένα λευκά με λάκκα πατίνα, όπως προβλεπόταν στη σύμβαση ανάθεσης του έργου.
Επίσης δεν τοποθετήθηκαν, παρόλο που κατασκευάστηκαν και μεταφέρθηκαν στο διαμέρισμα, τα διακοσμητικά φουρούσια στην κουζίνα, καθώς και τα πορτάκια κάτωθεν του νεροχύτη της κουζίνας και δεν ανοίχθηκαν στην οπίσθια όψη του επίπλου τηλεόρασης και στερεοφωνικού οπές για την ολοκλήρωση της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης.
Σύμφωνα με την εν λόγω πραγματογνωμοσύνη, για την αποκατάσταση των ανωτέρω πέντε (5) επουσιωδών ελαττωμάτων και ελλείψεων του έργου απαιτείται το συνολικό χρηματικό ποσό των 1.250 € (180 + 200 + 620 + 150 +100 αντιστοίχως), το οποίο η εκ των εναγόντων, Π. Π., ως μόνη συμβληθείσα στις σχετικές τέσσερις συμβάσεις έργου, θα πρέπει να καταβάλει εξ ιδίων, συνεπώς, αυτή υπέστη ισόποση ζημία για την οποία δικαιούται αποζημίωσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 690 του ΑΚ, η οποία, σημειωτέον, ουδόλως κάνει διάκριση μεταξύ ουσιωδών και επουσιωδών ελαττωμάτων, ενώ εν προκειμένω συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της σχετικής αξιώσεως, ειδικότερα δε:
α) παράδοση του έργου από την εργολάβο, β) ευθύνη της εργολάβου η οποία όφειλε να παραδώσει το έργο κατά τα συμφωνηθέντα, γ) υπαιτιότητα της εργολάβου, η οποία περιλαμβάνει ακόμη και την ελαφρά αμέλεια και τέλος, δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ανωτέρω ζημίας και της υπαιτιότητας.
Εξάλλου, εκ της ιδίας πραγματογνωμοσύνης προκύπτει, ότι η δεύτερη εναγομένη, που ανέλαβε, εκτέλεσε και παρέδωσε το κατασκευαστικό και τεχνικό κομμάτι της εν λόγω ανακαίνισης, παρέλειψε να τοποθετήσει το πιεστικό, δεν προέβη σε σύνδεση του νεροχύτη, ούτε προέβη σε γυάλισμα του ξύλινου παρκέτου του σαλονιού, εργασίες, που προβλέπονταν στο σχετικό συμφωνητικό ανάθεσης και που κοστολογούνται σε 400, 200 και 900 ευρώ αντιστοίχως, ενώ, επιπλέον, απεδείχθη ότι δεν εγκατέστησε την κατάλληλη για το σύστημα lNSTABUS ηλεκτρολογική εγκατάσταση, εργασία, η οποία κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου κοστολογείται σε 1000 ευρώ.
H μη εκτέλεση των εργασιών αυτών συνιστούν επουσιώδεις ελλείψεις του έργου, για τις οποίες ευθύνη φέρει η δεύτερη εναγομένη εταιρία "ΜΕΤΡΟ ΑΕ", ενόψει δε της συνδρομής όλων των προϋποθέσεων της στηριζομένης στη διάταξη του άρθρου 690 ΑΚ αξιώσεως, όπως αυτές ανωτέρω εξετέθησαν, οι ενάγοντες, ως συμβληθέντες αμφότεροι στη σχετική από 21-12-2001 σύμβαση έργου, δικαιούνται αποζημιώσεως συνολικού ποσού 2.500 ευρώ. 'Οσον αφορά τα ελαττώματα και τις λοιπές ελλείψεις, που οι ενάγοντες επικαλούνται με τις ενσωματωμένες στο αγωγικό τους δικόγραφο δύο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Φ.
Κ. αφ' ενός και του επονομαζόμενου ως "εκτιμητή" Ι. Χ. αφ' ετέρου, αυτές ουδόλως αποδείχθηκαν. Ειδικότερα οι άνω και συντάχτες της υπ' αριθμ. .../2017 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης δικαστικοί πραγματογνώμονες, αναφερόμενοι στο έργο που η εταιρία "... AE" είχε αναλάβει, κάνουν λόγο για ένα έργο ιδιαιτέρως περίτεχνο και απαιτητικό, όπως δε επισημαίνουν, πολλές ξύλινες κατασκευές έχουν διενεργηθεί με πιο πολύπλοκες κατασκευαστικές λεπτομέρειες από τις συμφωνηθείσες, χωρίς να υπάρξει αύξηση στην τιμή τους.
Επιβεβαιώνουν συγκεκριμένα ότι η πόρτα ασφαλείας έχει κατασκευαστεί και τοποθετηθεί κατά τα συμφωνηθέντα και είναι ίδια με αυτήν που απεικονίζεται στις φωτογραφίες του Β. Χ., που είχαν ληφθεί πριν την κατάρτιση του πρωτοκόλλου παράδοσης παραλαβής της 5ης-12-2003, ότι το έπιπλο της τηλεόρασης-στερεοφωνικού έχει κατασκευαστεί και τοποθετηθεί κατά τα συμφωνηθέντα και στην προβλεπόμενη θέση, ότι το τραπέζι της τραπεζαρίας ήταν συναρμολογημένο, τοποθετημένο επί της ξύλινης βάσεως και χωρίς πρόβλημα στατικότητας, ότι τα ντουλάπια κουζίνας ήταν ορθά κατασκευασμένα και σύμφωνα με την παραγγελία, ότι κάποιες χαραμάδες εντός των ντουλαπιών κουζίνας ήτο φυσικό να υπάρξουν λόγω της συστολής και της διαστολής εκ της διαφοράς θερμοκρασίας, ότι οι βαφές πατίνας έχουν διενεργηθεί κατά τα συμφωνηθέντα και δεν παρουσιάζουν καμία κακοτεχνία, ότι δεν υπάρχουν αρμοί και ατέλειες στα σημεία που οι "ειδικές κατασκευές" ενώνονται με τα δομικά στοιχεία (τοίχους και οροφή), ότι το έπιπλο του διαδρόμου δεν εμφανίζει σκασίματα στον καπλαμά, ότι τα ραβδωτά διακοσμητικά στοιχεία δεν εμφανίζουν ρωγμές και σκασίματα, ότι η κατασκευή του γραφείου έγινε κατά τον τρόπο που παραγγέλθηκε και σύμφωνα με τα εκπονηθέντα σχέδια, ότι εντός του παιδικού δωματίου o αριθμός, το είδος και η μορφή των επίπλων εκτελέστηκαν καλότεχνα και κατά τις συμβατικές υποχρεώσεις, ότι οι σύγχρονοι μηχανισμοί στα συρτάρια και ντουλάπια, ο αποθηκευτικός χώρος στο κρεβάτι των ιδιοκτητών και ο πιο σύγχρονος μηχανισμός στο παιδικό κρεβάτι δεν τοποθετήθηκαν, διότι δεν περιλαμβάνονταν στη μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνία, όπως δεν περιλαμβάνονταν οι συρόμενες (αντί για ανοιγόμενες) πόρτες των ντουλαπιών και τέλος, ότι η εκπονηθείσα μελέτη και οι λύσεις, που τελικώς δόθηκαν από την εταιρία "...
ΑΕ" για τη διαρρύθμιση και διακόσμηση του συγκεκριμένου διαμερίσματος, αξιολογείται από τους ίδιους "ως πολύ καλή". Επιπλέον, οι ίδιοι πραγματογνώμονες, αναφερόμενοι στο έργο που η εταιρία "ΜΕΤΡΟ ΑΕ" είχε αναλάβει, κάνουν λόγο για μη ύπαρξη ουσιωδών ελαττωμάτων και ελλείψεων, πλην των ανωτέρω αναφερομένων, συγκεκριμένα δε αναφέρουν ότι η τοποθέτηση μαρμάρινης πλάτης, πάνω από τον πάγκο της κουζίνας, δεν ήταν στις συμβατικές υποχρεώσεις της δεύτερης εναγομένης, ούτε η τοποθέτηση επιπλέον φίλτρων στον απορροφητήρα, ότι δεν εμφανίζονταν καλώδια, ηχεία ή διακόπτες εκτεθειμένοι ή μη συνδεδεμένοι, ότι δεν υπήρχε έλλειψη διακοπτών ή πριζών, αντιθέτως είχαν τοποθετηθεί περισσότερες πρίζες των προβλεφθέντων στη σύμβαση, ότι η τοποθέτηση μεγαφωνικής εγκατάστασης και η σύνδεση των τριών καμερών ασφαλείας δεν περιλαμβάνονταν στις συμβατικές υποχρεώσεις της δεύτερης εναγομένης, καταλήγουν δε ότι η γενική εικόνα, που σχημάτισαν από τις αυτοψίες, ήταν ιδιαιτέρως καλή, καθόσον επρόκειτο για ένα ολοκληρωμένο και σε λειτουργία έργο, ιδιαιτέρων απαιτήσεων σε θέματα τέχνης, διακόσμησης και τεχνολογίας.
Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, αντικρούοντας το πόρισμα των προαναφερθέντων πραγματογνωμόνων, διατείνονται ότι οι τελευταίοι αγνόησαν παντελώς τις εργασίες αποκατάστασης των ελαττωμάτων, που διενεργήθηκαν από την παράδοση του έργου και έως το τέλος του έτους 2008, παρουσίασαν δε το τελικό επιτυχές αποτέλεσμα αυτών, ως να επρόκειτο για το αποτέλεσμα των εργασιών των εναγομένων εταιριών.
Μάλιστα προσκομίζουν και κάποιες τεχνικές εκθέσεις, αποδείξεις και τιμολόγια άλλων προμηθευτών (όπως των Α. Τ., Ε., Ι. Γ., Τ. κλπ), προκειμένου να αποδείξουν τις επιδιορθώσεις των ελαττωμάτων, που, κατά τους ισχυρισμούς τους, έλαβαν χώρα πριν την κατά το θέρος του 2010 διενέργεια των τριών επίμαχων αυτοψιών, καθώς και την εκ μέρους τους καταβολή των εκεί αναφερομένων υπέρμετρα μεγάλων χρηματικών ποσών.
Οι ως άνω, ωστόσο, ισχυρισμοί τους ελέγχονται απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι, διότι οι όποιες εκ των υστέρων παρεμβάσεις δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη των επικαλούμενων δια της υπό κρίση υπ' αριθμ. καταθ. ...-2004 αγωγής ελαττωμάτων και ελλείψεων στα εκτελεσθέντα και παραδοθέντα από τις δύο εναγόμενες εταιρίες έργα, παρά μόνο αποδεικνύουν τις συνεχώς μεταλλασσόμενες απόψεις των εναγόντων ως προς τι είναι λειτουργικό, καλαίσθητο, καλότεχνο, ασφαλές και πλήρως εξοπλισμένο με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας, απόψεις, που τελικώς τους ώθησαν να αποδεχθούν τις προτάσεις άλλων επαγγελματιών, οι οποίοι δεν δίστασαν να παρουσιάσουν το έργο των συναδέλφων τους ως παντελώς ακατάλληλο για την κατά προορισμό χρήση του, ώστε να αποκομίσουν οι ίδιοι τα ανάλογα οικονομικά οφέλη.
Ειδικότερα, οι δύο προαναφερθέντες δικαστικοί πραγματογνώμονες θέλοντας να ελέγξουν τους ισχυρισμούς των εναγόντων περί μεσολάβησης μεγάλων επιδιορθώσεων στα έργα, προέβησαν σε σύγκριση των φωτογραφιών, που o Β. Χ. είχε τραβήξει πριν από τη σύνταξη του πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής της 5ης-12-2003, με τις φωτογραφίες, που οι ενάγοντες εκ των υστέρων προσκόμισαν, εκ δε της ως άνω συγκρίσεως διαπίστωσαν ότι τα ίδια αντικείμενα στις μεν πρώτες απεικονίζονταν τελειωμένα, καλαίσθητα και χωρίς καμία κακοτεχνία, ενώ αντιθέτως στις δεύτερες φαινόταν ημιτελή αλλοιωμένα (με σημάδια), γεγονός, που καταδεικνύει την εκ των υστέρων παρέμβαση σε αυτά τρίτου προσώπου.
Την αυτή άποψη και το παρόν Δικαστήριο έχει σχηματίσει, καθόσον εκ της επισκοπήσεως των 18 φωτογραφιών του ενδίκου διαμερίσματος, που η εναγομένη εταιρία ΜΕΤΡΟ προσκομίζει και επικαλείται, ευκόλως γίνεται αντιληπτό ότι επρόκειτο για ένα άρτιο και ιδιαιτέρως καλαίσθητο αποτέλεσμα, το οποίο ουδεμία σχέση έχει, ούτε προσομοιάζει με το αποτέλεσμα που οι ενάγοντες παρουσιάζουν στις δικές τους φωτογραφίες.
Περαιτέρω, οι ίδιοι πραγματογνώμονες, προβαίνοντας σε ενδελεχή έρευνα των χώρων του διαμερίσματος, διαπίστωσαν ότι πολλές κατασκευές, προσθήκες και μετατροπές στους χώρους και τα έπιπλα της εισόδου, του σαλονιού, της κουζίνας, του παιδικού και του δωματίου των γονέων δεν προβλέπονταν καθόλου στις μετά των εναγομένων καταρτισθείσες συμβάσεις, οι δε ενάγοντες τις επέλεξαν εκ των υστέρων και τις προσέθεσαν, θεωρώντας ότι αυτές είναι πιο κατάλληλες για την κατοικία τους (βλ. σελ. 11-15 της υπ' αριθμ. .../2017 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης).
Εξάλλου, άκρως επιβαρυντικό για την όλη στάση των εναγόντων στοιχείο αποτελεί και το γεγονός ότι αυτοί απέπεμψαν παντελώς τον πραγματογνώμονα του T.E.E., Σ. Ι., o οποίος είχε νομίμως διοριστεί, κατόπιν της υπ' αριθμ. ...-2004 αιτήσεως των εναγομένων εταιριών, προκειμένου να διεξαγάγει έρευνα επί των επικαλούμενων δια της υπό κρίση υπ' αριθμ.
καταθ. ...-2004 αγωγής ελαττωμάτων και ελλείψεων. Ο ίδιος, από την 21-7-2004 έως την 8-9-2004, ήτοι σε χρονικό διάστημα που ουδόλως απείχε από την παράδοση του έργου, προσπάθησε επανειλημμένως να προβεί σε αυτοψία του επιδίκου διαμερίσματος, πλην όμως δεν έγινε αποδεκτός, με αποτέλεσμα να συντάξει την μετ' επικλήσεως προσκομιζομένη από 10-5-2005 " Έκθεση Μη Εκτέλεσης Ενεργειών", την οποία απέστειλε προς το ΤΕΕ και προς όλους τους διαδίκους, διευκρινίζοντας όμως, ότι ακόμη και στο άνω χρονικό σημείο (5ος του 2005) είναι στη διάθεσή τους για οποιαδήποτε ενέργεια.
Οι ενάγοντες, ωστόσο, ουδέποτε του απηύθυναν πρόσκληση προς διενέργεια της σχετικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία είναι βέβαιο πως θα αποτύπωνε με μεγαλύτερη ακρίβεια την αληθή εικόνα των επίμαχων έργων και συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτών περί ύπαρξης μεγάλου αριθμού ουσιωδών ελαττωμάτων, διαφορετικών από αυτά που οι ως άνω διορισθέντες δικαστικοί πραγματογνώμονες εντόπισαν και που τα χαρακτήρισαν ως επουσιώδη, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ουδόλως αναιρείται από την από 21-1-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Φ. Κ. και την από 14-5-2004 έκθεση του "εκτιμητή" Ι. Χ., το περιεχόμενο των οποίων ελέγχεται ως μη πειστικό και μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα, καθόσον αυτές συντάχθηκαν κατόπιν εντολής του ζεύγους Π., χωρίς ουδεμία ενημέρωση και συμμετοχή των εργολάβων εταιριών, στις οποίες δεν δόθηκε καν η δυνατότητα να εκθέσουν τις απόψεις τους.
Εξάλλου, η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου, ούτε από την προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες υπ' αριθμ. ...-2019 τεχνική έκθεση του Χ. Γ. αναιρείται, απορριπομένων ως ουσία αβασίμων των ισχυρισμών αυτών περί δήθεν εξόφθαλμων σφαλμάτων στην υπ' αριθμ. .../2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξαν οι υπό του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διορισθέντες ως άνω δικαστικοί Πραγματογνώμονες και περί παραβίασης εκ μέρους τους των κανόνων της τέχνης, της κοινής πείρας και λογικής. Όσον αφορά το υποβαλλόμενο δια των προτάσεων της παρούσας συζητήσεως αίτημα των ιδίων περί διενέργειας νέας πραγματογνωμοσύνης πρέπει να απορριφθεί, διότι, μετά πάροδο τόσου μεγάλου χρονικού διαστήματος από την παράδοση των έργων (άνω των 15 ετών), ουδέν απολύτως θα μπορούσε να συνεισφέρει επί της ουσίας της υποθέσεως μία νέα πραγματογνωμοσύνη.
Συνεπώς, ενόψει όλων των ανωτέρω που αποδείχθηκαν και που δεν αναιρούνται από κάποιο αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο, έπρεπε: α) η από 28-5-2004 και υπ' αριθμ. καταθ. ...-2004 αγωγή των Π. και Σ. Π. να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί η μεν πρώτη εναγομένη "... ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ AE" να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα, Π.
Π. , το ποσό των 1.250 ευρώ, η δε δεύτερη εναγομένη "METPO ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΗ ΕΠΕ" να καταβάλει σε αμφότερους τους ενάγοντες, εις ολόκληρον, το ποσό των 2.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο των ανωτέρω ποσών από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, (...)". Δεχόμενο το Εφετείο τα ανωτέρω δεν στέρησε την απόφασή από νόμιμη βάση, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της αναιρεσιβαλομένης προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 688, 689, 690, 694, 914 επ.
ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, ο υπό κρίση αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά το μέρος του ίδιου λόγου με το οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση καταλήγει στην διάγνωση ότι οι ελλείψεις του έργου υπήρξαν επουσιώδεις και ιδίως ως προς το ηλεκτρολογικό σύστημα INSTABUS, για το οποίο, αν και δέχθηκε ότι υπαγόταν στις συμβατικές υποχρεώσεις των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων και είχε κοστολογηθεί στο συνολικό ποσό των 3.345 ευρώ και ότι η ηλεκτρολογική αυτή εργασία ουδόλως εγκαταστάθηκε στο έργο, εντελώς αυθαίρετα κοστολόγησε τις σχετικές εργασίες στο ποσό των 1.000 ευρώ, "το οποίο είναι παντελώς αναιτιολόγητο αλλά και απείρως μικρότερο από το πραγματικό ποσό που απαιτείτο για την αποκατάσταση της έλλειψης και την εγκατάσταση του συστήματος που συνιστούσε εξαρχής συμβατικό αντικείμενο των αντιδίκων" (όπως αυτολεξεί αναφέρεται στο αναιρετήριο), ο σχετικός ισχυρισμός βάλλει κατά της εκτίμησης των αποδείξεων και, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη υπό στοιχ.
Ι, καθόσον, τυχόν ελλείψεις στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ας σημειωθεί, εξάλλου, ότι το αναφερόμενο στην αναιρεσιβαλλομένη ποσό των 3.345 ευρώ αφορά στην "εξ ολοκλήρου εγκατάσταση ηλεκτρολογικών σύμφωνα με την τελική συμφωνημένη διάταξη λειτουργιών και επίπλων", (βλ.
σελ. 27 της προσβαλλόμενης απόφασης) και όχι μόνο στο ηλεκτρικό σύστημα INSTABUS (το οποίο αποτελούσε τμήμα της, βλ. ομοίως σελ. 27), όπως ανακριβώς αναφέρεται στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που αιτιάται για αντιφάσεις την αναιρεσιβαλλομένη. Οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του (τόσο από τη μη ονομαστική αναφορά τους, αλλά και από την έλλειψη κάθε αναφοράς της απόφασης στο ουσιαστικό περιεχόμενό τους) τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, ήτοι, α) το από ....2003 έγγραφο που περιέχει τις διαπιστώσεις του ηλεκτρολόγου μηχανικού Γ.
A., β) την από ....2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την από ....2003 έγγραφη αναφορά του Γερμανού ηλεκτρολόγου H. και γ) την από ....2004 και ....2005 αξιολόγηση / προσφορά του Γερμανού πατιναδόρου A. K., τα οποία νομίμως με επίκληση προσκόμισαν και από τα οποία αποδεικνύονταν οι αγωγικοί ισχυρισμοί τους περί του ότι το παραδοθέν από τις αντιδίκους έργο εμφάνισε ελαττώματα και ελλείψεις, που οφείλονται σε υπαιτιότητα αμφοτέρων των εναγομένων, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην ένδικη αγωγή τους.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο επί του κρινόμενου δεύτερου λόγου αναίρεσης μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα από όλους τους διαδίκους, όπως σαφώς προκύπτει από την παρακάτω, αυτολεξεί, μνεία τούτων, ήτοι: "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα υπ' αριθμ. 7167/2010 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από τις ληφθείσες ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ.
Κ. υπ' αριθμ ..., ..., ...-2008 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Β. Ε., Ε. Δ. και Σ. Ζ., που μετ' επικλήσεως προσκομίζει η εναγομένη - αντενάγουσα και ήδη εκκαλούσα οι οποίες λήφθηκαν μετά από νομότυπη, κατ' άρθρο 270 παρ.2 του ΚΠολΔ ως ίσχυε προ της καταργήσεώς του με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ.1 του Ν. 4335/2015, κλήτευση των εναγομένων-εναγόντων και ήδη εκκαλούντων (βλ.
τις με αριθμό ...-2008 και ...-2008 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Κ. Τ.), από τη με αριθμό .../2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ορισθέντων με τη με αριθμό 7167/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ήτοι της αρχιτέκτονος μηχανικού Μ. Σ. και του πολιτικού μηχανικού Σ. Β., από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα εκ των οποίων αναφέρονται ειδικότερα κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, μεταξύ δε των εγγράφων και οι προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες α) από ...-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης πολιτικού μηχανικού Φ.
Κ. και β) από ...-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του εκτιμητή Ι. Χ., από τις ομολογίες των διαδίκων που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος και του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τέλος, από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: (...)".
Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μεταξύ των άλλων και τα ως άνω έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεδομένης της αναφοράς του ότι "ορισμένα εκ των οποίων αναφέρονται ειδικότερα κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς", εφόσον, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη υπό στοιχ.
ΙΙ, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, περαιτέρω δε, από όλο το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, όπως μέρος του αποδεικτικού της διαλαμβάνεται ανωτέρω κατά την εξέταση του πρώτου λόγου αναίρεσης, γίνεται αδίστακτα βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανεξαρτήτως του ότι έγινε σ' αυτήν ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου.
Κατόπιν τούτου, ο υπό κρίση δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Ακολούθως πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε αυτούς, λόγω της ήττας τους, εφόσον οι αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν στην δίκη και συνεπώς δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.9.2021, με αριθ. κατάθ. 248/28.9.2021, αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 246/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης