Legislator Case Law & Legislation
1741/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against criminal verdict for failure to pay social security contributions due to lack of specific reasoning.

Case Number 1741/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a second-instance criminal conviction for failing to pay social security contributions. The lower court failed to provide specific reasoning linking the defendant's liability to her exact role as a manager, merely citing her status as an employer. Consequently, the court found this procedural defect violated the defendant's right to defense under Article 171 of the Code of Criminal Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 367, 171, 510 of the Code of Criminal Procedure; A criminal judgment is void if it fails to provide specific reasoning establishing the defendant's liability, thereby violating their right to defense.

Keywords

AI generated
Code of Criminal Procedure specific reasoning requirement right to defense violation social security contributions employer liability procedural defect void criminal judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 473 paragraphs 2 and 3, 474 of the Code of Civil Procedure
Article 367 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 367 paragraph 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 171 paragraph 1 section d of the Code of Criminal Procedure
Article 510 paragraph 1 section A of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1741 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1741/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου-Φλουρή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, Ι. Α. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Βαρούνη, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΒΤ3983/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13/12/2018 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 88/2019.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου υπό κρίση από 13.12.2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. ΒΤ 3983/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό για την αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών, εισφορών σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2 και 3, 474 ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία.

Ι.Κατά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 του ΚΠΔ "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει τον λόγο στον εισαγγελέα έπειτα στον παριστάμενο για την υποστήριξη της κατηγορίας, ο οποίος δεν μπορεί να επεκταθεί στο θέμα της ποινή που πρέπει να επιβληθεί και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο", ενώ κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δοθεί ο λόγος από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση στον εισαγγελέα και στους διαδίκους, στο δε κατηγορούμενο ή το συνήγορο του στο τέλος και αν τούτο δεν ζητηθεί. Η παράβαση της διάταξης αυτής, ειδικά όταν πρόκειται για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδάφ.

δ" του ΚΠΔ γιατί αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία (παράβαση) ιδρύεται και λόγος αναίρεσης της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ. Η ίδια ακυρότητα που ιδρύει τον αυτό ως άνω λόγο αναίρεσης επέρχεται και όταν ο εισαγγελέας ζήτησε να δευτερολογήσει και στη συνέχεια δεν δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο του κατηγορουμένου, έστω και αν δεν το ζήτησε, αφού ο κατηγορούμενος έχει πάντοτε το λόγο τελευταίος.

Δεν ισχύει όμως τούτο όταν ο εισαγγελέας ζήτησε και του δόθηκε ο λόγος για να προτείνει επί των υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών ή των αιτημάτων που υπέβαλε ο συνήγορος του κατηγορουμένου κατά την αγόρευσή του, δηλαδή μετά το πέρας της αποδεικτικής, διαδικασίας, καθόσον τούτο δεν συνιστά δευτερολογία του Εισαγγελέα, αλλά την απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 2, 138 παρ. 1 και 2, 171 παρ. 1 εδάφ.

β' του ΚΠΔ πρότασή του πριν από την έκδοση απόφασης επί των υποβληθέντων ισχυρισμών (ΑΠ 1094/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας ο Εισαγγελέας, στον οποίο δόθηκε ο λόγος, αφού ανέπτυξε την κατηγορία, πρότεινε να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη και να της αναγνωριστεί, όπως και πρωτοδίκως, το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 β' ΠΚ.

Στη συνέχεια η συνήγορος της κατηγορουμένης αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο ανέπτυξε την υπεράσπιση της εντολέα της και πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπο της των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 β' και δ' ΠΚ, επί του οποίου ο Εισαγγελέας, στον οποίο δόθηκε εκ νέου ο λόγος, πρότεινε να απορριφθεί κατά το σκέλος του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 δ' ΠΚ και ακολούθως το δικαστήριο απέρριψε την ελαφρυντική αυτή περίσταση με την κύρια επί της ενοχής απόφασή του.

Υπό τα άνω κατά τη διαδικασία διαμειφθέντα δεν υπήρχε υποχρέωση της διευθύνουσας τη συζήτηση μετά την απορριπτική επί του ελαφρυντικού πρόταση του Εισαγγελέα να δώσει πάλι το λόγο, χωρίς να το ζητήσει, στη συνήγορο της κατηγορουμένης, αφού κατά τα προεκτεθέντα η πρόταση του Εισαγγελέα επί του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού δεν συνιστά δευτερολογία και συνεπώς από την παράλειψη αυτή δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού από το άρθρο 510 παρ.

στοιχ. Α' ΚΠΔ με την άνω αιτίαση πρώτου λόγου αναίρεσης.

II. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν.86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές μέσα σε έναν μήνα, αφότου έγιναν απαιτητές, προς τους παραπάνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δρχ.

Επίσης, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάζονται σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό να τις αποδώσει στους παραπάνω οργανισμούς και δεν τις καταβάλλει ή δεν τις αποδίδει στους οργανισμούς αυτούς μέσα σε έναν μήνα, αφότου είχαν γίνει απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.

Επίσης, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης Ι.Κ.Α., ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν.1846/1951, ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο Ι.Κ.Α. μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει οριστεί (για την καταβολή τους).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών εισφορών και απόδοσης των εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη για τις ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών μέσα σε έναν μήνα από τότε που τα σχετικά ποσά έγιναν απαιτητά από τον δικαιούχο ασφαλιστικό οργανισμό, δηλαδή μέσα στον αμέσως επόμενο μήνα εκείνου κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία προς τον οφειλέτη εργοδότη.

Τα παραπάνω εγκλήματα είναι γνήσια εγκλήματα παράλειψης, τα οποία συντελούνται μέ την παράλειψη της καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος του μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Για την στοιχειοθέτηση δε της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών απαιτείται το υποκείμενο τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951, δηλαδή να πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του το προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση και το οποίο οφείλει, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί το μέρος των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους, για να το αποδώσει στον ασφαλιστικό οργανισμό.

Επί εργοδότη νομικού προσώπου με τη μορφή Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης ποινικά υπεύθυνος για την καταβολή των άνω εισφορών είναι ο διαχειριστής της (άρθρο 16 επ. Ν. 3190/1955), ο οποίος μπορεί να είναι και τρίτος (μη εταίρος) και ο οποίος στη περίπτωση αυτή δεν είναι απλός πληρεξούσιος, αλλά όργανο της εταιρείας, δηλαδή έχει την ίδια νομική θέση που έχουν και οι εταίροι αυτής, ενώ τα ίδια ισχύουν και στη μονοπρόσωπη ΕΠΕ, περί της οποίας ορίζει το άρθρο 43Α του Ν. 3190/1955, οπότε αν ο μοναδικός εταίρος αυτής είναι και διαχειριστής της είναι αυτός το υποκείμενο του αδικήματος (ΑΠ 488/2019).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ86/1967 απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ ΑΠ 1/1996) και αναφορά επί φυσικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη από την άσκηση επιχείρησης, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποια η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν και προκειμένου για μονοπρόσωπη ΕΠΕ η ιδιότητα αυτού ως διαχειριστή, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης, διότι στην τελευταία περίπτωση δημιουργείται ασάφεια ως προς τη νομική υποχρέωση αυτού (ήτοι του φερόμενου απλώς ως εργοδότη) για καταβολή των παραπάνω εισφορών και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' αναιρετικός λόγος (ΑΠ 488/2019, ΑΠ 896/2019, 603/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "το Δικαστήριο πείστηκε ότι η κατηγορουμένη στον … την 16.11.2011 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "...

ΕΠΕ" και Α.Μ.Ε: ...2207, ΥΠΟΚ/ΜΑ ..., είδος Επιχείρησης: ΧΟΝΔΡΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΑΑΑΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία, το εμπόριο και την πλοήγηση και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 1.7.2011 έως 30.9.2011 στην επιχείρηση του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού #57.451,75# ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, για την μη καταβολή των οποίων (εισφορών) συντάχθηκε η με αριθμό 010/ΠΕΕ/Α/1434/2011 ΠΕΕ, συνολικού ποσού εισφορών #57.451,75# ΕΥΡΩ.

Ειδικότερα, έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού #38.301,17# ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ), ποσού #19.150,58# ΕΥΡΩ, με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέα για υπεξαίρεση".

Ακολούθως, το δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη- αναιρεσείουσα με το ακόλουθο διατακτικό: "Στον ....την 16.11.2011 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "... ΕΠΕ" και Α.Μ.Ε: ...2207, ΥΠΟΚ/ΜΑ ..., είδος Επιχείρησης: ΧΟΝΔΡΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΑΑΑΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία, το εμπόριο και την πλοήγηση και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 1.7.2011 έως 30.9.2011 στην επιχείρηση του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού #57.451,75# ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό 010/ΠΕΕ/Α/1434/2011 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών #57.451,75# ΕΥΡΩ. 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού #38.301,17# ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού #19.150,58# ΕΥΡΩ σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέα για υπεξαίρεση".

Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν δικαστήριο στέρησε την απόφασή του από την απαιτούμενη κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και τούτο διότι δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η κατά τα άνω ευθύνη της αναιρεσείουσας για την απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών προς το Ι.Κ.Α., άμεσα συναρτώμενη με τη σχετική υποχρέωση που απορρέει από την ιδιότητα και τη θέση που αυτή κατείχε στην εταιρεία, δεδομένου ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περιορίστηκε στην αναφορά ότι η ποινικά επιλήψιμη παράλειψη της αναιρεσείουσας ερείδεται στην ιδιότητά της ως εργοδότριας της επιχείρησης με την επωνυμία "... ΕΠΕ" , χωρίς όμως να προσδιορίζεται επακριβώς, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό, η ιδιότητα αυτή και να αναφέρεται η θέση της αναιρεσείουσας στην εν λόγω επιχείρηση, η οποία λειτουργούσε με τη μορφή της μονοπρόσωπης ΕΠΕ, εάν δηλαδή κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν και διαχειρίστρια αυτής, με συνέπεια να δημιουργείται ασάφεια για τη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης της αναιρεσείουσας, αφού μόνη η ιδιότητά της ως εργοδότριας δεν καθιστά αυτή, χωρίς άλλο, υπόχρεη για την καταβολή των άνω εισφορών.

Επομένως, ο σχετικός με την ανωτέρω πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος του είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή του να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού πλέον παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. ΒΤ 3983/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ