Supreme Court allows appeal against lower court failure to consider evidence and awarding excessive damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, finding procedural errors in the lower court's handling of evidence and damages. The appellant argued that the appellate court failed to consider a specific prior judgment regarding the contract's content and awarded damages exceeding the plaintiff's claimed losses. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's ruling and remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1)(c) K.Pol.D.; Art. 559(9) K.Pol.D.; Art. 580(3) K.Pol.D.: An appeal is admissible if the court of first instance failed to consider evidence it was legally required to examine, or if it awarded more damages than requested by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1741 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1741/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1.Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK ERGASIAS" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα 2..... και 3...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Αθανάσιο - Μιλτιάδη Κόκκινο και Νικόλαο Ανδριόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση:1.... και 2...., κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Ασπρογέρακα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Ιανουαρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5982/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5082/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 5 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1142/2.6.2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 04 Ιουνίου 2008 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 28 Δεκεμβρίου 2007 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ύπαρξη του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ, και το οποίο προσκομίσθηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονός που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 42/2002).
Δεν αποκλείεται μάλιστα να στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν, παρότι στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας γίνεται ειδική μνεία ορισμένου αποδεικτικού μέσου, ωστόσο, από το περιεχόμενο της αποφάσεως γεννώνται αμφιβολίες αν πράγματι αυτό λήφθηκε υπόψη, ιδίως αν γίνεται μνεία αυτού σχετικά με ισχυρισμό διάφορο από εκείνον στον οποίο αναφέρεται η συγκεκριμένη αναιρετική αιτίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, προβάλλει και αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, εκτός των άλλων, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την 378/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία παρασχέθηκε η άδεια για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί ακινήτου του πρώτου αναιρεσίβλητου ύστερα από συναίνεση του τελευταίου, δοθείσα προσωπικώς κατά την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία.
Η απόφαση αυτή, κατά την αναιρεσείουσα τράπεζα, προσφέρεται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων σχετικά με το κρίσιμο για τη διάγνωση της διαφοράς ζήτημα, αν οι αντίδικοί της ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, που φέρονται στην αγωγή τους ότι, ύστερα από δόλια παραπλάνηση, οδηγήθηκαν σε σύναψη συγκεκριμένου είδους συμβάσεως, επαχθέστερης από αυτήν που ήθελαν πράγματι να συνάψουν, είχαν γνώση του είδους και του περιεχομένου της συμβάσεως την οποία συνήψαν με την εναγομένη αναιρεσείουσα. 'Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η ανωτέρω 378/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου μνημονεύεται μεν από το Εφετείο, σχετικά όμως με το αγωγικό αίτημα του περιορισμού της προσημειώσεως υποθήκης που ενεγράφη σε ακίνητο του πρώτου αναιρεσιβλήτου με βάση την απόφαση αυτή.
Αντιθέτως, αν και η ίδια απόφαση προσκομίσθηκε, κατόπιν νομότυπης εγκλήσεως, ως τεκμήριο πρόσφορο για τη συναγωγή αποδεικτικών συμπερασμάτων σχετικά με το κρίσιμο για τη διάγνωση της διαφοράς κατά τα άνω ζήτημα και πράγματι αυτή δύναται να χρησιμεύσει προς τούτο, το Εφετείο, λαμβάνει θέση επί του ζητήματος αυτού, κρίνοντας ότι οι ενάγοντες είχαν πλήρη άγνοια ως προς το περιεχόμενο της συμβάσεως την οποία υπέγραψαν και ότι αυτοί είχαν την πεποίθηση ότι υπογράφουν πιστωτική σύμβαση άλλου είδους, με διαφορετικούς όρους, χωρίς να μνημονεύσει στις σχετικές σκέψεις του την εν λόγω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου και να διαλάβει στις αιτιολογίες του σκέψεις σχετικές με την αξιολόγηση του περιεχομένου της, καθεαυτού και σε συνδυασμό με άλλα αποδεικτικά μέσα, στα οποία μάλιστα ειδικώς αναφέρεται. 'Ετσι όμως γεννώνται αμφιβολίες για το αν έλαβε υπόψη του την απόφαση αυτή κατά τον σχηματισμό της άνω κρίσεώς του επί του προαναφερόμενου κρίσιμου για τη διάγνωση της διαφοράς ζητήματος, δηλαδή αν οι ενάγοντες είχαν γνώση του είδους και του περιεχομένου της συμβάσεως που συνήψαν με την αντίδικό τους.
Επομένως είναι βάσιμος ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αγωγή ο πρώτος από τους αναιρεσίβλητους ζήτησε, προς αποκατάσταση αποθετικής ζημίας που του προκάλεσε η παράνομη συμπεριφορά (δόλια εξαπάτηση) της αντιδίκου του, να του επιδικασθεί το ποσό των 150.000.000 δραχμών (ήδη 440.205,43 ευρώ), ισχυριζόμενος ότι, από την αιτιωδώς συνδεόμενη με την ως άνω παράνομη συμπεριφορά διακοπή της λειτουργίας του πρακτορείου (γραφείου ταξιδίων) του επί πέντε συνεχόμενα έτη (1997 - 2002), απώλεσε καθαρά κέρδη 30.000.000 δραχμών (ήδη 88.041,08 ευρώ) κατ' έτος και συνολικώς (30.000.000 Χ 5) 150.000.000 δρχ. (ήδη 440.205,43 ευρώ).
Παρά ταύτα το Εφετείο του επιδίκασε για την αιτία αυτή συνολικώς 469,552,44 ευρώ, δεχόμενο ότι από τη διακοπή της λειτουργίας του πρακτορείου του επί τέσσερα συναπτά έτη απώλεσε το ποσό αυτό, δεδομένου ότι θα είχε κατ' έτος καθαρά κέρδη 40.000.000 δρχ. ή 117.388,11 ευρώ. Έτσι το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της προαναφερόμενης διατάξεως και, συνεπώς, είναι βάσιμος και ο σχετικός τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατ'ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5082/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ