Legislator Case Law & Legislation
1740/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing failure to prove evidence and improper late filing of inadmissibility claim.

Case Number 1740/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of a contract claim. The appellant failed to provide sufficient evidence to overturn the lower court's finding that the claim lacked merit, and the court rejected a late argument regarding improper service of process. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 562 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the appellant fails to prove the facts supporting their grounds, and rejects arguments raised late without proper procedural foundation.

Keywords

AI generated
appeal dismissal burden of proof procedural inadmissibility service of process legal costs contract dispute Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 18 of Law 1079/1980
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 668/2024
Case 1081/2023

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1740 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1740/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Αρχοντάκη - Τραυλού Τζανετάτου- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ & ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΟΥΤΣΟΥ" (Ε.Π.Μ.Α.Σ.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Οικονομόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου - καλούσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... - ... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Λαγουδάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/5/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5825/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3796/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 5/11/2021 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 899/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσίβλητη με την από 5/10/2023 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισήχθη νομότυπα προς συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με την από 5.10.2023 κλήση της αναιρεσιβλήτου - εκκαλούσας - ενάγουσας, η από 5.11.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος - εφεσιβλήτου - εναγομένου κατά της με αριθ. 3796/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - η οποία εκδόθηκε ερήμην του εφεσιβλήτου, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή κατ' ουσίαν και δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της από σύμβαση έργου -, μετά την έκδοση της με αριθ. 899/2023 απόφασης του Αρείου Πάγου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της ένδικης αίτησης αναίρεσης προκειμένου να προσκομιστούν, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, τα αναφερόμενα σ' αυτήν διαδικαστικά έγγραφα, ώστε να καταστεί δυνατή η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ως προς την επέλευση (ή μη) της τελεσιδικίας της αναιρεσιβαλλομένης και, συνακόλουθα, ως προς το παραδεκτό ή μη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

Όπως δε προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα από την αναιρεσίβλητη, με επιμέλεια της οποίας ορίστηκε δικάσιμος η ανωτέρω για επανάληψη της συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας εντός της νόμιμης προθεσμίας από την προς το αναιρεσείον - εφεσίβλητο επίδοση της απόφασης αυτής από την αναιρεσίβλητη - εκκαλούσα (σχετ.

το με αριθ. πρωτ. .../2024 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών περί μη άσκησης ένδικου μέσου κατά της ένδικης με αριθ. 3796/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και η με αριθ. ....2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Π. - Κ. της εν λόγω απόφασης).

Κατόπιν τούτου, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ειδικότερα, όταν πρόκειται για δημόσιο έγγραφο, δηλαδή έγγραφο που έχει συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, τούτο αποτελεί, σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 440 ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη έναντι όλων ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το συγκεκριμένο έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του ή την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει το ίδιο, επιτρεπομένης όμως στην τελευταία περίπτωση ανταπόδειξης, για το παραδεκτό δε του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει ο συντάκτης του εγγράφου να ήταν καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιος για τη βεβαίωση αυτή (ΑΠ 703/2021, ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 75/2008).

Συνακόλουθα τούτων ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα.

Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 703/2021, ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 479/2010, ΑΠ 1417/2009, ΑΠ 1396/2003).

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Κατά την διάταξη δε του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Με την διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.

Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1860/2024, ΑΠ 798/2023, ΑΠ 658/2023, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 903/2019, ΑΠ 233/2011).

Ακολούθως, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης και την εισαγωγή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.

Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, σ' αυτό δε, εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης (ΑΠ 1860/2024, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 10/2013).

Δηλαδή, ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αμφιβάλλει, οπότε ελέγχεται αναιρετικά η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του δικαστηρίου, δηλαδή αν ο αμφίβολος ισχυρισμός ορθά κρίθηκε ως βάσιμος ή αβάσιμος (ΑΠ 1860/2024, ΑΠ 50/2024, ΑΠ 1428/2019, ΑΠ 1596/2014).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, στην περίπτωση που οι προσαγόμενες αποδείξεις, ανεξάρτητα ποιος διάδικος τις προσκόμισε, ενόψει του ότι αυτές, κατ' επιταγήν του άρθρου 346 ΚΠολΔ, καθίστανται κοινό αποδεικτικό μέσο, μετά την εκτίμησή τους από το δικαστήριο, θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του προβαλλόμενου ισχυρισμού ή περί του αντιθέτου.

Τούτο δε, διότι στην περίπτωση αυτή, η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους της απόδειξης στερείται σημασίας, λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για την προβολή της αιτίασης αυτής (ΑΠ 1860/2024, ΑΠ 464/2024, ΑΠ 798/2023, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1842/2014).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παρέβη τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη δημοσίου εγγράφου και δη της με αριθ. .../2015 θετικής δήλωσης, στην οποία προέβη αυτό (αναιρεσείον) ως τρίτος στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, στο οποίο (δημόσιο έγγραφο) προσέδωσε μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που του προσδίδει ο νόμος, ήτοι πλήρη απόδειξη κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα εκθέτει ότι, επί της αγωγής της αναιρεσιβλήτου (κατά την κύρια βάση της) για οφειλή του (αναιρείοντος) από 13 συμβάσεις έργου σχετικά με την συντήρηση και επισκευή των κτιρίων και εγκαταστάσεών του, συνολικού ποσού 24.832,33 ευρώ, με βάση τα αντίστοιχα τιμολόγια που εξέδωσε η αναιρεσίβλητη, αυτό (αναιρεσείον) προέβαλε ένσταση περί μη οφειλής του ανωτέρω ποσού, διότι, κατόπιν του από ....2015 κατασχετηρίου του δανειστή της αναιρεσιβλήτου Γ.

Κ. Π., που του κοινοποιήθηκε στις 29.1.2015 και κατασχέθηκε στα χέρια του ως τρίτου οφειλή της αναιρεσιβλήτου προς τον άνω δανειστή της, ύψους 112.904,93 ευρώ, αυτό (αναιρεσείον) προέβη στις 6.2.2015, νομότυπα, εντός της οκταήμερης νόμιμης προθεσμίας, στην με αριθ. .../2015 θετική δήλωση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών για το ποσό των 31.648,87 ευρώ, το οποίο (ποσό) δεχόταν ότι όφειλε στην αναιρεσίβλητη από διάφορες εργασίες συντήρησης και επισκευών του κτιρίου και των χώρων του και στο οποίο περιλαμβάνονταν και τα επιμέρους ποσά από τα επίδικα τιμολόγια.

Ότι, ωστόσο, αν και με την θετική ως άνω δήλωσή του το ζητούμενο με την αγωγή ποσό είχε ήδη εκχωρηθεί αυτοδικαίως από τον νόμο στον δανειστή της αναιρεσιβλήτου Γ. Π., η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι υφίσταται η απαίτηση της αναιρεσιβλήτου - ενάγουσας σε βάρος του, προσδίδοντας μικρότερη αποδεικτική δύναμη στο εν λόγω δημόσιο έγγραφο από εκείνη που του προσδίδει ο νόμος και, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι τα επίδικα τιμολόγια δεν αφορούν στην παραπάνω οφειλή.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη υπό στοιχ. Ι, η θετική δήλωση του τρίτου, στα χέρια του οποίου κατασχέθηκε οφειλή του προς τον οφειλέτη του κατασχόντος, δηλαδή, στην προκείμενη περίπτωση η με αριθ. .../2015 θετική δήλωση του αναιρεσείοντος ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών ότι αυτό όφειλε στην αναιρεσίβλητη κατά το χρόνο σύνταξης της δήλωσης το ποσό 31.648,87 ευρώ, αποτελεί, ως δημόσιο έγγραφο, πλήρη απόδειξη έναντι όλων μόνον ως προς όσα βεβαιώθηκαν σε αυτή ότι έγιναν ενώπιον του Ειρηνοδίκη στον οποίο έγινε (η ένδικη δήλωση) και όχι ως προς το περιεχόμενό της, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, καθόσον αυτή συνιστά, κατά το περιεχόμενό της για τα αποδεικτέα γεγονότα, αποδεικτικό μέσο ισοδύναμο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και μπορεί να κριθεί περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο από αυτά.

Επομένως, ο υπό κρίση λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παρέβη τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την κατανομή του βάρους απόδειξης, διότι απέρριψε την ένστασή του περί μη οφειλής του ποσού των 24.832,33 ευρώ, που ζητείται από αυτό με την ένδικη αγωγή από δεκατρείς συμβάσεις έργου, ενόψει του ότι εκχωρήθηκε αυτοδικαίως σε δανειστή της αναιρεσιβλήτου, που είχε επιβάλει κατάσχεση στα χέρια του ως τρίτου, με τη θετική δήλωσή του ως τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αναφέροντας ότι "Όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε εάν τα ανωτέρω υπόλοιπα ποσά των 6.046,90 ευρώ και 12.666,93 ευρώ αντίστοιχα αφορούν την εξόφληση των επίδικων τιμολογίων", παραβλέποντας, ωστόσο, ότι μετά την δήλωση του αναιρεσείοντος στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, για το συνολικό ύψος της οφειλής του στην αντίδικο, που ήταν μεγαλύτερο των επίδικων τιμολογίων, η τελευταία είχε το βάρος της απόδειξης και αυτή έπρεπε να αποδείξει ότι η φερόμενη ως μη συμπεριληφθείσα στην από 06.02.2015 θετική δήλωση οφειλή του αναιρεσείοντος από τα επίδικα τιμολόγια, οφείλεται πράγματι από αυτό και είναι πέραν του ποσού των 31.648,87 € που είχε (αυτό) αναγνωρίσει. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα πρόταση υπό στοιχ.

ΙΙ, το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης της ένστασης του αναιρεσείοντος, υπό την έννοια του διαδίκου που θα υποστεί τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την ύπαρξη επαρκών αποδείξεων για τον ισχυρισμό του, το φέρει το αναιρεσείον που τον πρότεινε, κατ' άρθρο 338 ΚΠολΔ, διαφορετικά, θα επρόκειτο για παρά το νόμο μετακύληση του βάρους απόδειξης στην αντίδικό του αναιρεσίβλητη. Υπό τις αναιρετικά δε ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές που διαλαμβάνονται ειδικότερα στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο με την κρίση του ότι, για τους λόγους που αναλυτικά εκτίθενται στο σκεπτικό της απόφασής του (" ...αποδείχθηκε ότι στις 8.4.2015 το εναγόμενο κατέβαλε στον κατασχόντα Γ. Π. το ποσό των 12.935,04 ευρώ σε εξόφληση των υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και .../2011 τιμολογίων, τα οποία όμως είναι διαφορετικά των επίδικων τιμολογίων.

Εξάλλου το εναγόμενο στις πρωτόδικες προτάσεις του αναφέρει ότι πλην του ανωτέρω καταβληθέντος χρηματικού ποσού, εκκρεμεί εις χείρας του το υπ' αριθμ. ....2015 χρηματικό ένταλμα συνολικής αξίας 6.046,90 ευρώ, για το οποίο αναμένει φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα από τον κατασχόντα Γ. Π. για την έκδοση της αντίστοιχης επιταγής προς πληρωμή και ότι απομένει υπόλοιπο προς πληρωμή στον κατασχόντα ύψους 12.666,93 ευρώ, για οποίο έχει καταστεί μεσεγγυούχος.

Όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε αν τα ανωτέρω υπόλοιπα ποσά των 6.046,90 ευρώ και 12.666,93 ευρώ αντίστοιχα αφορούν την εξόφληση των επίδικων τιμολογίων. ..."), δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της σχετικής ένστασης του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το αντικειμενικό βάρος απόδειξης. Τούτο δε, διότι το τελευταίο έφερε τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν το πραγματικό της ένστασής του. Με άλλες λέξεις, ορθά προσδιόρισε το αναιρεσείον, ως τον διάδικο εκείνο, που έφερε στην προκείμενη περίπτωση τον κίνδυνο της δημιουργούμενης σ' αυτό (Εφετείο) αμφιβολίας ως προς την ύπαρξη επαρκών αποδείξεων των θεμελιωτικών της ένστασής του πραγματικών περιστατικών. Επομένως, ο υπό κρίση λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, τυγχάνει αβάσιμος.

Τέλος, το αναιρεσείον με το υπόμνημά του, που κατέθεσε εντός του τριημέρου από την συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η ένδικη αγωγή δεν κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 1 εδάφ. 2 του ν. 1079/1980 και στον Υπουργό Οικονομικών και γι' αυτό πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η αγωγή, λαμβανομένου υπόψη ότι η μη κήρυξη απαραδέκτου συνιστά τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ότι ο λόγος αυτός, ήτοι η παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ.

Ο ισχυρισμός αυτός απαραδέκτως προβάλλεται ως άνω και είναι απορριπτέος, καθόσον δεν προβλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με την αίτηση αναίρεσης ή με πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αλλά ακόμη και αν προτεινόταν με το αναιρετήριο, θα έπρεπε, για το παραδεκτό του, να αναφέρεται ότι προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να προσδιορίζεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του σ' αυτό, διαφορετικά θα ήταν απαράδεκτος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Πέραν των ανωτέρω, πάντως, ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσίβλητη με αριθ. ....2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Α., η ένδικη αγωγή κοινοποιήθηκε σύννομα και στον Υπουργό Οικονομικών.

Μετά τα προαναφερόμενα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Ακολούθως πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Δεν ορίζεται δε η δικαστική δαπάνη μειωμένη, διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον ΝΠΔΔ εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο, που υπηρετεί στο αναιρεσείον με πάγια αντιμισθία και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΑΠ 668/2024, ΑΠ 1081/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.11.2021, με αριθ. κατάθ. 1081/9.11.2021, αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 3796/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης