Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite specific substantive law articles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two employees against a labor court decision regarding the invalidity of their contract terminations. The appellants argued that the lower court erred in finding the terminations justified, but their appeal grounds were deemed vague and failed to cite the specific substantive law articles violated. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because it did not meet the procedural requirements for defining the grounds of appeal under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 564, 566, 567 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to cite the specific substantive law provisions violated, preventing the appellate court from reviewing the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1740 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1740/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 24η Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ν. Τ. του Κ., κατοίκου ... και 2.Θ. Μ. του Δ. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της ήδη υπό εκκαθάριση τελούσας αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "(ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ) N.S.P. RADIO ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "N.S.P. RADIO Α.Ε." που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Καρυοφύλλη, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2766/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 5432/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-10-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 1.10.2020 και με αριθμό κατάθ. 8407/998/29.10.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών με αριθμ. 5432/5.11.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η από 10.1.2017 (αριθμ. εκθ.
καταθ. 80/2017) έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 2766/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η από 21.2.2014 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 24042/588/2014) αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εφ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής (6.11.2018) μέχρι την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου (29.10.2020) δεν παρήλθε διετία (άρθρα 147 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 21.2.2014 και με αριθμό κατάθ. 24042/588/2014 αγωγή, οι ενάγοντες Ν. Τ. και Θ. Μ. [αναιρεσείοντες] ζητούν, για τους λόγους που εκθέτουν στο δικόγραφο της αγωγής να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των από 28.11.2013 και από 22.11.2013 καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους και, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, να υποχρεωθεί η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "N.S.P. RADIO ΡΑΔlΟΦΩΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ETAIPΕlA" [αναιρεσίβλητη] να τους απασχολεί με τους ίδιους μισθολογικούς και εν γένει εργασιακούς όρους, όπως αυτοί είχαν διαμορφωθεί πριν από τις εν λόγω καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους, απειλουμένης εναντίον της χρηματικής ποινής 300 ΕΥΡΩ για κάθε ημέρα αρνήσεώς της να συμμορφωθεί με αυτήν την υποχρέωσή της.
Ζήτησαν επίσης, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο εξ αυτών (εναγόντων) το συνολικό ποσό των 23.298 ΕΥΡΩ και στον δεύτερο εξ αυτών (εναγόντων) το συνολικό ποσό των 14.576,76 ΕΥΡΩ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από Νοέμβριο έτους 2013 μέχρι Οκτώβριο έτους 2014, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, και να καταβάλει σε καθέναν εξ αυτών (εναγόντων) το ποσό των 20.000 ΕΥΡΩ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη και την προσβολή της προσωπικότητας που αυτοί (ενάγοντες) υπέστησαν από τις άκυρες και καταχρηστικές καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους και τις απολύσεις τους, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Μετά δε από νόμιμη εν μέρει μετατροπή του αιτήματός τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, που έκαναν με τις προτάσεις τους και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους καταχωρηθείσα στα πρακτικά (άρθρ. 223 παρ. 1, 295 παρ. 1 ΚΠολΔ), οι ενάγοντες μετέτρεψαν σε έντοκα αναγνωριστικά ο μεν πρώτος εξ αυτών το κονδύλιο των 3.298 ευρώ, που αφορά μέρος των μισθών υπερημερίας, και το κονδύλιο των 20.000 ευρώ, που αφορά τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ο δε δεύτερος εξ αυτών το ποσό των 14.700 ευρώ, που αφορά μέρος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ενώ διατήρησαν καταψηφιστικά ο μεν πρώτος εξ αυτών το κονδύλιο των 20.000 ευρώ, που αφορά το υπόλοιπο των μισθών υπερημερίας (23.298 μείον 3.298), ο δε δεύτερος εξ αυτών το κονδύλιο των 14.576,76 ευρώ, που αφορά τους μισθούς υπερημερίας, και το ποσό των 5.300 ευρώ (20.000 μείον 14.700) που αφορά το υπόλοιπο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 2766/2015 απόφασή του αφού έκρινε μη νόμιμα α) το αίτημα περί υποχρέωσης της εναγομένης να απασχολεί τους ενάγοντες με τους ίδιους μισθολογικούς και εργασιακούς όρους, όπως είχαν διαμορφωθεί πριν από τις καταγγελίες των συμβάσεών τους και β) το αίτημα για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή και α) αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα των από 28.11.2013 και 22.11.2013 καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους και β)υποχρεώθηκε και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο.
Μετά από άσκηση έφεσης εκ μέρους της εναγομένης [αναιρεσείουσας] εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 5432/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε τυπικά και κατ'ουσία δεκτή η από 10.1.2017 έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ'ουσία αβάσιμη. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν.2556/1997 και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ορίζεται ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ συνάγεται ότι συντρέχει περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και στην περίπτωση ελλιπούς καταβολής της οφειλομένης αποζημίωσης (ΑΠ 277/2016, 624/2008), η οποία υπολογίζεται κατά τα άρθρα 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 με βάση τις τακτικές αποδοχές του απολυομένου μισθωτού του τελευταίου πριν την καταγγελία μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.
Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας για οιονδήποτε λόγο δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου, υποχρεούμενος να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και να καταβάλει τις αποδοχές αυτού, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 839/2019,179/2016, 601/2013).
Η υπερημερία του εργοδότη και συνακόλουθα η υποχρέωση αυτού να καταβάλει τις αποδοχές του μισθωτού κατά το διάστημα κατά το οποίο τελεί σε υπερημερία και ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, παύει α) με την αποδοχή της εργασίας αυτού, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, σύμφωνα με τους πριν την απόλυση όρους, γ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε περίπτωση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη και δ) με την καθοιονδήποτε τρόπο έγκυρη λύση της σύμβασης εργασίας, χωρίς να ενδιαφέρει ο λόγος λύσης.
Επομένως, όταν η υπερημερία του εργοδότη απορρέει από μία άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, αυτή παύει με μία έγκυρη νέα καταγγελία (ΑΠ 400/2017, 1093/1993). Η νέα αυτή καταγγελία, η οποία μπορεί να γίνει από τον εργοδότη και επικουρικά, δηλαδή με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός του από την προηγούμενη καταγγελία και με το σκοπό να αρθεί η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και ως προς την υποχρέωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας, είναι επιτρεπτή από το νόμο και επιφέρει από τη στιγμή που περιέρχεται στο μισθωτό (άρθ. 167 του ΑΚ) την διαπλαστική της ενέργεια, ήτοι τη λύση της σύμβασης εργασίας [σε περίπτωση ακυρότητας της αρχικής καταγγελίας].
Το κύρος της καταγγελίας αυτής δεν επηρεάζεται από το λόγο ότι έγινε κατά το χρόνο που ο εργοδότης τελούσε σε υπερημερία ή σε χρόνο που η πρώτη καταγγελία δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσίδικα ως άκυρη, αφού ευθέως ο εργοδότης αποβλέπει με αυτήν στη λύση της εργασιακής σύμβασης και άρση της υπερημερίας του (ΑΠ 400/2017, 150/2006).
Η δεύτερη αυτή καταγγελία που γίνεται επικουρικά, επομένως περιέχει αίρεση δικαίου, η οποία όμως είναι από το νόμο επιτρεπτή και η οποία, ανάλογα με τη νομική κατάσταση, αν μεν η πρώτη καταγγελία είναι έγκυρη, δεν έχει καμιά αξία και έννομη επιρροή, αν δε είναι άκυρη, επιφέρει αυτή το πρώτον τη λύση της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 277/2016, 55/2015, 624/2008).
Η νομιμότητα και επομένως και το παραδεκτό της προβολής του περί ακυρότητας ισχυρισμού της κάθε καταγγελίας κρίνεται αυτοτελώς, βάσει των συνθηκών που ισχύουν κατά την άσκησή της καθεμίας από αυτές (ΑΠ 1561/2023, 839/2019). Από τις διατάξεις δε των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία.
Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180).
Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου.
Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει. Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.
Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως.
Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 1804/2022, 166/2018, 769/2016, 1422/2015).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016, 1420/2013). Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 763/2018) και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή (τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 9/2016) τα οποία (πραγματικά περιστατικά) πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα δηλαδή στο σύνολο τους και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά (ΟλΑΠ 28/1998), εάν δε απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 28/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, 638/2019, 550/2017, 1184/2015, 121/2014).
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 19/2020, 93/2020, 319/2017, 901/2010, 2173/2007).
Συνακόλουθα, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 109/2020, 19/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους εκτιμώμενους από τους αριθμ. 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της καταχρηστικότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους από την αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα: α) ότι αυτές [καταγγελίες] πραγματοποιήθηκαν από λόγους εκδίκησης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εξ αιτίας της νόμιμης και επιτυχούς διεκδίκησης των εργασιακών τους δικαιωμάτων [αναιρεσειόντων], με την έκδοση της υπ' αριθμ. 2888/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα των προγενέστερων με ημερομηνία 3 Απριλίου 2013 καταγγελιών β) ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους για κάθε αναιρεσείοντα δεν υπαγορεύτηκε από αντικειμενικούς λόγους ή δικαιολογημένο συμφέρον της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης και γ) ότι οι ένδικες καταγγελίες έγιναν υπό την αίρεση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ότι η πρώτη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους ήταν άκυρη.
Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και το περιεχόμενο αυτών που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, όπως απαιτείται για το ορισμένο των ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, κατά τα προεκτεθέντα στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, προκειμένου να ερευνηθεί από το σύνολο των επί της ουσίας παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης αν υπάρχουν, σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή τους, οι κατά τους αναιρεσείοντες αναιρετικές πλημμέλειες καθώς και ανεπάρκειες των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα ότι δεν είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας από μέρους της αναιρεσίβλητης και επιπλέον δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του α) για την εγκυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, β) ότι οι επίδικες καταγγελίες δεν ασκήθηκαν καταχρηστικά από λόγους έχθρας, εκδίκησης και εμπάθειας των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσειόντων, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμού 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμελειών.
Επιπλέον οι αναιρεσείοντες περιορίζονται στο να διαλάβουν στο αναιρετήριο μόνο το κατά την εκδοχή αυτών πραγματικό μέρος της υπόθεσης, χωρίς να αναφέρουν όπως προεκτέθηκε έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα.
Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις κατόπιν σχετικού αιτήματός της σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.10.2020 και με αριθμό κατάθεσης 8407/998/29.10.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5432/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου σε βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ