Legislator Case Law & Legislation
1740/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of plaintiff's claim for damages and legal costs.

Case Number 1740/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision rejecting the plaintiff's claim for damages and legal costs. The appellant argued the appellate court erred by not examining the merits of the claim and by implicitly rejecting the request for legal costs, but the court found no such error. The appellate court correctly upheld the first-instance judgment, which had dismissed the claim as inadmissible, and the appeal failed to establish any legal ground for reversal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the second-instance court did not leave the claim undecided, having instead rejected it on substantive grounds, and the appellant fails to specify the precise content of the alleged procedural error in the appeal petition.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive rejection legal costs award procedural error Code of Civil Procedure dismissal of appeal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1740 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1740/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία - Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Παπαπαναγιώτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. συζ. Ν. Χ., το γένος Α. Σ. και 2) Ν. Χ. του Β., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχάλη Κράϊα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν η 82/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1371/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-10-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12 Οκτωβρίου 2021 και με αριθ. κατάθ. 2902/287/2.11.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσίβλητων προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1371/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν άσκησης της από 20.8.2020 με αριθ.

καταθ. 2521/2191/2020 έφεσης του ενάγοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία υπ' αριθ. 82/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 29.1.2019 με αριθ. καταθ. ΜΤ-Ν 32/2019 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων.

Με την ως άνω αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, ο ενάγων ζήτησε, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις το συνολικό ποσό των 92.202,68 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας την ως άνω έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτή κατ'ουσία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 19/2005, ΑΠ 1504/2021, 269/2018).

Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 19/2005, ΑΠ 1504/2021). Με τον λόγο αυτό ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η παράβαση του νόμου, δηλαδή η ψευδής ερμηνεία ή η εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 58/2019, 1549/2018).

Για να ιδρυθεί ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 1397/2021, 591/2017). Για να είναι ορισμένος o λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται ρητώς στο αναιρετήριο, ότι έγινε προβολή του ισχυρισμού περί δεδικασμένου και να καθορίζεται με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1574/2021, 1504/2021, 988/2019, 563/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με το να διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ'αριθμ. 78/2013 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και να κρίνει την αγωγή του ως μη νόμιμη, απορρίπτοντας την από 28.8.2020 έφεσή του κατά της υπ'αριθμ. 82/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, υπέπεσε στην εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια καθότι έπρεπε να κρίνει νόμω βάσιμη την αγωγή του και ακολούθως να κάνει δεκτή την έφεσή του.

Και τούτο διότι δεν συνέτρεχε καμία από τις σωρευόμενες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου, αφού δεν υφίστατο ούτε ταυτότητα διαδίκων, ούτε ταυτότητα διαφοράς, δεδομένου ότι τα κριθέντα με την υπ'αριθμ. 78/2013 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, αφορούσαν δικηγορικές αμοιβές του από συγκεκριμένες δικαστικές πράξεις και εξώδικες ενέργειες ως νομικός παραστάτης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την υπό κρίση υπόθεση ασκείται αξίωσή του για διαφορά από αδικοπραξία.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος γιατί στο δικόγραφο αυτής δεν καθορίζονται με σαφήνεια, αλλά μόνο αποσπασματικά, το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 78/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που έχει καταστεί αμετάκλητη και τα ζητήματα που κρίθηκαν από την απόφαση αυτή με δύναμη δεδικασμένου, σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ούτε διαλαμβάνονται όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά ούτε και το περιεχόμενο της από 29.1.2019 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ώστε να μπορεί να κριθεί αν το Εφετείο απορρίπτοντας την ως άνω αγωγή ως μη νόμιμη, παραβίασε τις διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο υποπίπτοντας στην εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1545/2022, 1393/2021). Η αντιφατικότητα πρέπει να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και του περιεχομένου άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 1551/2022, 156/2017) ή μεταξύ των νομικών συλλογισμών της απόφασης (ΑΠ 1551/2022, 674/2020).

Συνεπώς ως άνω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη, ή μη νόμιμη ή για άλλον τυπικό λόγο, αφού η στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 1201/2022, 589/2022, 387/2022, 461/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης και ειδικότερα ότι στερείται αιτιολογίας ως προς το ζήτημα της ζημιάς που αυτός υπέστη από τη μη επιδίκαση των αμοιβών από την εργασία του λόγω της εξαπάτησης του δικαστή από τους αντιδίκους του και ότι έχει και αντιφατικές αιτιολογίες, καθότι ενώ δέχθηκε ότι η ζημιά αυτού δεν προήλθε από τη δικαστική απόφαση αλλά από δόλιες ενέργειες των διαδίκων, ακολούθως δέχθηκε ότι η ζημιά του δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απάτη που διέπραξαν οι αντίδικοί του.

Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως, με συνέπεια να μην ιδρύεται η εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 555/2019, 275/2017, 766/2017, 7/2017) ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 319/2017) ούτε, τέλος με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση που υπάρχει στη δικογραφία (ΑΠ 374/2020, 862/2009).

Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και στις περιπτώσεις που το δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση: α) επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή β) επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή γ) άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους, κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΑΠ 1451/2021, 1137/2020, 427/2020, 17/2017).

Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υφίσταται όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό.

Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολο της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος (ΑΠ 25/2023, 66/2021, 94/2020). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο αφενός ότι τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της απόφασης δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία, δηλαδή υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου αναφορικά με την αίτηση που αναφέρεται ότι αφέθηκε αδίκαστη και αφετέρου το περιεχόμενο της αίτησης (κεφαλαίου) που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η αίτηση αυτή ήταν νόμιμη και ουσιώδης (ΑΠ 1333/2022, 47/2021, 332/2020, 873/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο, εκ των αριθμών 9 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστο το υποβληθέν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την από 5.6.2019 προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεων, αίτημά του να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική του δαπάνη, κατ'άρθρο 185 του ΚΠολΔ, διότι δεν τήρησαν το καθήκον αληθείας και το οποίο (αίτημα) επανέφερε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο προσέβαλε την υπ'αριθμ. 82/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που δεν καταδίκασε τους εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους, παρότι νίκησαν, στη δικαστική του δαπάνη και ότι παράλληλα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος με το οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προεκτέθηκε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην κατ' ουσίαν διερεύνηση της υπόθεσης, αλλά απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος.

Κατά, δε, το πρώτο σκέλος του ως άνω τρίτου λόγου αναίρεσης, με το οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι ο αναιρεσείων δεν παραθέτει στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του ως άνω αιτήματός του, όπως προέβαλε αυτό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και όπως το επανέφερε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το σχετικό λόγο της έφεσής του , αλλά παραπέμπει απαραδέκτως, σύμφωνα με την νομική σκέψη που προηγήθηκε, ως προς το περιεχόμενό του, στη σελίδα 12 της από 5.6.2019 προσθήκης-αντίκρουσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ώστε να μη μπορεί να κριθεί από αυτό (αναιρετήριο) αν το αίτημα αυτό ήταν νόμιμο και παραδεκτό.

Σε κάθε, δε, περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει, από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει σιωπηρά το αίτημα του ενάγοντος για καταδίκη των εναγομένων στη δικαστική του δαπάνη και το οποίο αίτημα είχε επαναφέρει με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, που επίσης απορρίφθηκε από το Εφετείο σιωπηρά, αφού απορρίφθηκε στο σύνολό της η έφεσή του.

Ως εκ τούτου το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν άφησε το αίτημα αυτό αδίκαστο, και, επομένως, δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Επομένως και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Οκτωβρίου 2021 με αριθμ. καταθ. 2902/287/2.11.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 1371/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ