Legislator Case Law & Legislation
1740/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and additional grounds due to failure to serve supplementary brief within 30 days.

Case Number 1740/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal and additional grounds, ordering the costs to be borne by the appellant. The appellant filed supplementary grounds on December 14, 2021, but failed to serve a copy on the respondents within the required 30-day period before the scheduled hearing. The court ruled that this procedural defect rendered the additional grounds inadmissible under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 569(2) and 577(1)-(2) of the Civil Procedure Code; Supplementary grounds of appeal are inadmissible if the original brief is not filed and served on the respondents at least 30 days prior to the hearing.

Keywords

AI generated
supplementary grounds of appeal service of process 30 day period inadmissible appeal Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Article 569(2) of the Civil Procedure Code
Article 577(1) and (2) of the Civil Procedure Code
Article 495(3) of the Civil Procedure Code
Articles 176 and 183 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 143/1984
Supreme Court 1113/2019
Supreme Court 18/2018
Supreme Court 318/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1740 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1740/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαχαρία Σαλούστρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Κ. Ι. Δ., κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Καραμητσάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2289/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2051/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-7-2019 αίτησή της και τους από 14-12-2021 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως προϋποθέτει όπως, τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους, να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικώς οριστεί.

Η παράλειψη δε τήρησης των παραπάνω διατυπώσεων ή της μιας απ` αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαράδεκτων και αυτεπαγγέλτως (Ολ.ΑΠ 143/1984, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 318/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 24-7-2019 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2051/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (17-1-2022).

Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα άσκησε πρόσθετους λόγους αναιρέσεως με το από 14-12-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 15-12-2021, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο. Ενώ, όμως, το δικόγραφο των εν λόγω πρόσθετων λόγων κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε εντός της αυτής προθεσμίας στους αναιρεσίβλητους, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ούτε και προσκομίζει τις εκθέσεις επίδοσης αυτών στους αναιρεσίβλητους, ούτε προσκομίζεται έστω αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων με σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή για επίδοση αυτών.

Επομένως, πρέπει, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Περαιτέρω, παράνομη συμπεριφορά, που κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ δημιουργεί υποχρέωση του υπαιτίου σε αποζημίωση, συνιστά (και) κάθε ενέργεια αντικείμενη σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος, όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού (δικαιώματος).

Συνεπώς, αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση θεμελιώνει και η, κατά προφανή υπέρβαση των άνω αξιολογικών ορίων, υπαίτια και ζημιογόνος άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας μιας διαρκούς ενοχικής σχέσης. Η καταγγελία, πάντως, αυτή δεν ενέχει πρόδηλη υπέρβαση των ειρημένων ορίων, όταν η συνέπειά της, δηλαδή η λύση της σύμβασης, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον συμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγείλαντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του (ΟλΑΠ 12/2004, ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 804/2015, AΠ 1933/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος και δη ως προς την εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης καταγγελία της από 1-8-2008 διαρκούς σύμβασης προμήθειας ενέργειας που είχε καταρτίσει αυτή με την αναιρεσείουσα και τα συνδεόμενα με αυτήν αγωγικά κονδύλια της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τα εξής: "Σύμφωνα με τον όρο 10.3 της από 1-8-2008 σύμβασης, ο πελάτης (πρώτη εναγομένη) [ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη] θα δύναται να καταγγείλει αμέσως την παρούσα σύμβαση εάν ο προμηθευτής (ενάγουσα) [ήδη αναιρεσείουσα] αθετεί κάποια από τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τη σύμβαση, εφόσον η αθέτηση αυτή δε δύναται να θεραπευτεί ή αθετεί κάποια από τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τη σύμβαση, όταν η αθέτηση αυτή μπορεί να θεραπευτεί αλλά δε θεραπεύεται εντός μηνός.

Αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων είναι και η μη προσήκουσα λειτουργία των εγκαταστάσεων, στην οποία απέβλεπε η εναγομένη κατά την υλοποίηση της συμφωνίας με την ενάγουσα, όταν μάλιστα ρητά στον όρο 4 της σύμβασης προβλέφθηκε ότι ο προμηθευτής θα συντηρεί και θα λειτουργεί τον εξοπλισμό και θα τον διατηρεί σε καλή κατάσταση καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης.

Στην προκειμένη περίπτωση η πρώτη εναγομένη προχώρησε στην από 30-6-2011 καταγγελία της σύμβασης (που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 7-7-2011) επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, την μη πληρωμή του φυσικού αερίου στην ΕΠΑ με συνέπεια να διακοπεί στις 28-6-2011 η παροχή φ/α, την μη επίτευξη υπέρ της εναγομένης της υποσχεθείσας οικονομίας στα έξοδα της επιχείρησής της, (παραγωγή 690 MWh αντί των υποσχεθεισών στη σύμβαση (άρθ. 6.1.1) 910 MWh κατ' έτος, την μη τοποθέτηση ψύκτη απορρόφησης ζεστού ύδατος για την παραγωγή ψυχρού 7ο C (Παράρτημα Β), την μη εγκατάσταση ηχομονωμένου περιβλήματος, όπως παραπάνω, καθώς και τεχνικά προβλήματα στον εξοπλισμό.

Οι λόγοι αυτοί της καταγγελίας αποδείχθηκαν βάσιμοι, καθώς, πέραν των όσων οι μάρτυρες ενόρκως κατέθεσαν, προσκομίζεται με επίκληση πλήθος μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που αντηλλάγησαν μεταξύ των δύο εταιριών, από τα οποία πλήρως και σαφώς αποδεικνύεται ότι συνεχώς ανεφύοντο σοβαρά τεχνικά προβλήματα κατά τη λειτουργία της ΣΗΘ, τα οποία η ενάγουσα επανειλημμένως αδυνατούσε να επιλύσει.

Ειδικότερα, εμφανίστηκαν προβλήματα με τα συμπυκνώματα που έτρεχαν ανεξέλεγκτα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί λίμνη υδάτων που οδήγησε σε καταγραφή σχετικής παρατήρησης εκ μέρους του τεχνικού ασφαλείας της πρώτης εναγομένης..., με τη θέρμανση της πισίνας..., με την εκκίνηση της ΣΗΘ..., και με τη μη φόρτωση Kw από τη ΣΗΘ...

Επίσης εμφανίστηκε βλάβη στο διακόπτη QR2... και στην πίεση ελαίου... Την ύπαρξη τεχνικών προβλημάτων, τα οποία δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν συνήθη, επιβεβαιώνει και το από 12/10/2010 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Β. Μ., μηχανικού της ενάγουσας, που απευθύνεται στους διαδίκους. Επομένως, αφού η ως άνω καταγγελία περιέχει τουλάχιστον ένα βάσιμο λόγο, δεν έχει καταχρηστικό χαρακτήρα, αφού η άσκηση του εν λόγω διαπλαστικού δικαιώματος του συμβαλλομένου και εν προκειμένω της 1ης εναγομένης, δεν είναι καταχρηστική, όταν η επερχόμενη με αυτή λύση της διαρκούς σύμβασης συνδέεται με το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του και μπορούσε αντικειμενικώς να προβλεφθεί από τον αντισυμβαλλόμενο.

Επομένως, και η σχετική με την καταχρηστική καταγγελία αδικοπρακτική βάση της αγωγής δεν αποδείχθηκε στην ουσία της και ως εκ τούτου, ορθά εκτιμώντας τις αποδείξεις έκρινε ομοίως η εκκαλουμένη και απέρριψε ως ουσία αβάσιμα τα σχετικά με αυτή αιτήματα υπό στοιχ. 6, 7 και 10 της αγωγής, απορριπτομένης στο σύνολό της ως αβάσιμης της έφεσης ...".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμα τα σχετικά με την αδικοπρακτική βάση της ένδικης αγωγής υπ' αριθ. 6, 7 και 10 κονδύλια αυτής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ` αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281, 297, 298, 914 και 932 ΑΚ.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά στις αξιώσεις της αναιρεσείουσας περί θετικής ζημίας, διαφυγόντων κερδών και χρηματική ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (υπ' αριθ. 6, 7 και 10 αγωγικά κονδύλια), που επιχειρείται να θεμελιωθούν στην επικαλούμενη παράνομη και καταχρηστική καταγγελία της από 1.8.2008 σύμβασης, με σαφήνεια και επάρκεια εκτίθεται ότι αυτή (καταγγελία) συνιστούσε άσκηση συμβατικά προβλεπόμενου δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης, το οποίο κρίνεται ως δικαιολογημένο, ενόψει του ότι συνεχώς ανεφύοντο σοβαρά τεχνικά προβλήματα κατά τη λειτουργία της ΣΗΘ, τα οποία η αναιρεσείουσα επανειλημμένως αδυνατούσε να επιλύσει και, επομένως, αφού η ως άνω καταγγελία περιέχει τουλάχιστον ένα βάσιμο λόγο, δεν έχει καταχρηστικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι η επερχόμενη με αυτή λύση της διαρκούς σύμβασης συνδέεται με το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της καταγγέλουσας.

Ρητά δε συνάγεται ότι η τελική αναφορά σε έναν τουλάχιστον βάσιμο λόγο της καταγγελίας, δεν ενέχει την παραδοχή ότι αρκεί η επίκληση ενός λόγου στο έγγραφο της καταγγελίας, αλλά, αντίθετα, το Εφετείο δέχεται ότι εν προκειμένω ήταν βάσιμος και κατ' ουσίαν ο λόγος της καταγγελίας που στηρίζεται στο γεγονός ότι συνεχώς ανεφύοντο σοβαρά τεχνικά προβλήματα κατά τη λειτουργία της ΣΗΘ, τα οποία η αναιρεσείουσα επανειλημμένως αδυνατούσε να επιλύσει και μάλιστα γίνεται συγκεκριμένη αναφορά σε κάθε ένα από τα εν λόγω επί μέρους τεχνικά προβλήματα.

Καμία δε αντίφαση δεν υφίσταται μεταξύ της άνω παραδοχής της προσβαλλόμενης περί σοβαρών τεχνικών προβλημάτων και της εν συνεχεία παραδοχής ότι τα τεχνικά αυτά προβλήματα δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν συνήθη, καθόσον η άνω συμβατική πρόβλεψη δεν αναφέρεται μόνο σε συνήθη προβλήματα και πάντως ο χαρακτηρισμός τους ως ασυνήθων δεν συνεπάγεται την καταχρηστικότητα της καταγγελίας.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο υπό την επίκληση ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Ιουλίου 2019 αίτηση και τους από 14 Δεκεμβρίου 2021 πρόσθετους λόγους της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 2051/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ