Supreme Court quashes lower court ruling on data processing liability under Greek Data Protection Law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a second instance judgment regarding data protection liability. The plaintiff argued that a bank's agent should be treated as a data controller, but the lower court incorrectly applied Article 11 of Law 2472/1997. The court held that the agent acted solely as a direct representative for the bank, which remained the sole data controller, thus invalidating the lower court's finding of liability for the agent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2, 10, and 11 of Law 2472/1997; A direct representative acting on behalf of a data controller does not acquire independent liability as a data controller under Article 11 of Law 2472/1997.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1740 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1740/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία: "EXECUTIVE ανώνυμος εταιρεία παροχής εισπρακτικών Υπηρεσιών" και με διακριτικό τίτλο "EXECUTIVE SΑ FINANCIAL SERVISES", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Καραμαγκιώλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νικολαΐδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 296/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2887/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21-10-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν , όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 24-5-2012 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου και να απορριφθεί ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγος.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σε συμμόρφωση προς τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με το ν. 2068/1992) και την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 24-10-1995 για την προστασία φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών εκδόθηκε ο ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
Στο άρθρο 2: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β) ... γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας, ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση, η αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο, στ) ...
ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται, αντίστοιχα, από το εθνικό ή κοινοτικό δίκαιο, η) "εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) "τρίτος", κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι.
ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και με πλήρη επίγνωση, και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.
Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.
Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ) "Αρχή" ή Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ' του παρόντος νόμου". Στο άρθρο 4: "1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών, β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτούνται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) ...
Η τήρηση των διατάξεων αυτών βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ...". Στο άρθρο 5: "1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεση του. 2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α)... β)... γ)... δ)... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών ...".
Στο άρθρο 10: "1. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ'εντολή του. 2. Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου. 3.
Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας. 4. Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως.
Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ' εντολή του υπεύθυνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν". Στο άρθρο 11: "1. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία:
α) την ταυτότητα του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες των αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. 2. ... 3. Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς...".
Στο άρθρο 12: "1. Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως ...". Στο άρθρο 13: "1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν ...".
Στο άρθρο 23: "1. Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον. 2.
Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ' ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δρχ., εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσόν ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη ...".
Από τις διατάξεις που εκτέθηκαν παραπάνω σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων (άρθρο 9Α του Συντάγματος) και αφετέρου της διασφαλίσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσεως τους (άρθρο 5Α του Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου.
Η ακρίβεια και ενημέρωση (επικαιροποίηση) των δεδομένων βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ο οποίος κατά τη συλλογή ή (και) την εν συνεχεία επεξεργασία των δεδομένων, οφείλει, με μέτρο την επιμέλεια του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του εν λόγω κύκλου δραστηριότητας, να ελέγχει την ακρίβεια των δεδομένων.
Ο αποδέκτης και εκτελών την επεξεργασία, κατ' εντολή και για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας με βάση έγγραφη συμφωνία, βαρύνεται με τις αναφερόμενες στο άρθρο 10 ΤΟΥ ν. 2472/1997 υποχρεώσεις (απόρρητο και ασφάλεια της επεξεργασίας), δεν υπέχει, όμως, και αυτός υποχρέωση για ενημέρωση του υποκειμένου, γιατί δεν καθίσταται αυτομάτως υπεύθυνος επεξεργασίας από μόνο το γεγονός ότι στην ουσία συλλέγει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, αφού για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να τα συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από την εκτέλεση της σχετικής συμβάσεως αναθέσεως για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (π.χ.
περαιτέρω διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων κ.λ.π.). Η διάταξη του άρθρου 11 ν. 2472/1997 είναι σαφής και επιβάλλει ρητά την υποχρέωση ενημέρωσης του υποκειμένου μόνο στον υπεύθυνο επεξεργασίας. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 23 ν. 2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει:
α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του ν. 2472/1997 ή (και) των κανονιστικών πράξεων της Αρχής που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, δηλαδή γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη.
Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται, και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος του πραγματικά περιστατικά. Για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζεται, κατ' ελάχιστο όριο, ποσόν 2.000.000 δρχ., εκτός αν ζητήθηκε μικρότερο ποσόν ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ακόλουθα: "Ο ενάγων είχε καταρτίσει με την πρώτη εναγομένη τράπεζα, από το έτος 1999, σύμβαση ανοικτού δανείου 500.000 δρχ., εξοφλητέου σε μηνιαίες δόσεις των 25.000 δρχ. Η εν λόγω σύμβαση, πέραν του εγγράφου της καταρτίσεώς της, του έχοντος σχέση με τη συλλογή των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, δεν αποτελεί αντικείμενο τής κρινομένης αγωγής, καθόσον ο τελευταίος δεν διελάμβανε σ' αυτήν αίτημα για αναγνώριση τής υπάρξεως ή ανυπαρξίας κάποιας έννομης σχέσης του με την πρώτη εναγομένη από τη σύμβαση αυτή, αλλά διηγηματικώς μόνον ανέφερε - κατ' εκτίμηση του δικογράφου - και γεγονότα, αφορώντα την ανώμαλη εξέλιξη τής ενοχής από τη σύμβαση του δανείου, επικαλούμενος ότι η εναγομένη τράπεζα αντισυμβατικά του ζητούσε να τής καταβάλει δόσεις μεγαλύτερες από τις κατ' αυτόν οφειλόμενες ως συμφωνηθείσες...
Από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι κατά την κατάρτιση της ως άνω συμβάσεως του δανείου την 26-9-1999 η πρώτη εναγομένη τράπεζα, συνέλεξε από τον ίδιο τον ενάγοντα τα επικαλούμενα την αγωγή απλά προσωπικά δεδομένα αυτού, που ήταν αναγκαία για την κατάρτιση τής σύμβασης, όπως επώνυμο, όνομα, όνομα πατρός, ημερομηνία γέννησης, αριθμό ταυτότητας, διεύθυνση κατοικίας, αριθμό τηλεφώνου, επάγγελμα ...
Η αποπληρωμή του δανείου δεν εξελίχθηκε ομαλά, διότι όπως η πρώτη εναγομένη ισχυρίζεται και συνομολογείται από τον ενάγοντα (άρθρο 261 ΚΠολΔ), ο τελευταίος καθυστερούσε τις καταβολές του, διαφωνώντας, όπως ο ίδιος εκθέτει στην αγωγή, ως προς το ύψος των οφειλομένων μηνιαίων δόσεων, που κατ' αυτόν ανερχόταν στο ποσό των 45 ευρώ, ενώ όπως ισχυρίζεται η εναγομένη τράπεζα και προκύπτει από το επικαλούμενο από αυτήν ως άνω έγγραφο αίτησης-σύμβασης δανείου, το ποσό τής ελάχιστης μηνιαίας καταβολής είχε οριστεί σε 25.000 δρχ. (ισότιμο σε ευρώ 73,37).
Έχοντας αξίωση η πρώτη εναγομένη από τις καθυστερούμενες δόσεις του δανείου, μετά από επανειλημμένες οχλήσεις της προς τον ενάγοντα, ζήτησε από αυτόν με τις από 20-2-2006 και 20-3-2006 επιστολές της να τής καταβάλει το ποσό των 1.655,75 ευρώ, δηλώνοντας του ότι, διαφορετικά θα ανατίθετο η υπόθεση του στη νομική τής υπηρεσία.
Ακολούθως όμως ανέθεσε στην δεύτερη εναγομένη εισπρακτική εταιρία-βάσει της μεταξύ τους συμβάσεως εντολής... την είσπραξη της οφειλής, διαβιβάζοντας σ' αυτήν τα παραπάνω προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος, με το δυσμενές οικονομικό δεδομένο τής οφειλής χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει τον ενάγοντα για τη διαβίβαση αυτή.
Η πρώτη εναγομένη με τις πρωτόδικες προτάσεις της ισχυρίσθηκε ότι κατά την συλλογή των ως άνω προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος για τη σύμβαση του δανείου είχε προβεί σε σχετική ενημέρωση με την προαναφερθείσα από 26-9-1999 αίτηση σύμβαση χορήγησης ανοικτού δανείου με το ακόλουθο περιεχόμενο "η Τράπεζα και η εταιρία EUROBANK CARDS A.E. διατηρούν το δικαίωμα συλλογής, επεξεργασίας και διαβίβασης των προσωπικών στοιχείων μου και των οικονομικών πληροφοριών με σκοπό την ομαλή λειτουργία τής συναλλακτικής μας σχέσης και γενικά την προστασία των συναλλαγών".
Από το κείμενο όμως αυτό τής προσκομιζόμενης ως άνω σύμβασης τής οποίας το περιεχόμενο της είναι σαφές και αναμφίβολο ουδόλως αποδεικνύεται από την εν λόγω εναγομένη - που έχει το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη - ότι αυτή κατά τον παραπάνω χρόνο της συλλογής των δεδομένων είχε ενημερώσει τον ενάγοντα κατά τρόπο σαφή για τον σκοπό τής επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, όπως απαιτείτο κατ' άρθρο 11 παρ. 1 β, γ.
Η εν λόγω εναγομένη εξάλλου δεν επικαλέσθηκε, ούτε απέδειξε ότι είχε προβεί σε τέτοια ενημέρωση μεταγενέστερα, μετά την συλλογή των δεδομένων και πριν από τη διαβίβαση τους προς την δεύτερη εναγομένη. Η τελευταία εξάλλου, συνέλεξε και καταχώρησε τα διαβιβασθέντα ως άνω σ' αυτήν προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος στο αρχείο της (ηλεκτρονικό υπολογιστή), χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει τον ενάγοντα για την επεξεργασία αυτή, παραβιάζοντας το, αυτοτελώς προστατευόμενο από τον παραπάνω νόμο δικαίωμα του για σχετική ενημέρωση.
Η εν λόγω εναγομένη είχε αντίστοιχη υποχρέωση ενημέρωσης ως αποδέκτρια-τρίτη έναντι του ενάγοντος, που αγνοούσε την ύπαρξη της, εφόσον η εναγομένη τράπεζα δεν του είχε γνωστοποιήσει ότι θα διαβίβαζε προς αυτήν τα προσωπικά του δεδομένα. Ειδικότερα η εναγομένη εισπρακτική εταιρία που ασκούσε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων πελατών τής εναγομένης τράπεζας, όπως και η ίδια συνομολογεί με τις πρωτόδικες προτάσεις τής (βλ.
σελ. 13) δεν εγκαλείται ούτε αποδεικνύει - καθόσον αυτή έχει το βάρος αποδείξεως - ότι είχε ενημερώσει τον ενάγοντα για την πρόθεση της να κάνει χρήση των δεδομένων του. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η εναγομένη αυτή προέβη σε περαιτέρω επεξεργασία (χρήση) των ως άνω παρανόμως διαβιβασθέντων σ' αυτήν προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, καλώντας αυτόν τηλεφωνικώς στην οικία του, την 28-3-2006, δια του προστηθέντος υπαλλήλου της, με το επώνυμο Φ., ο οποίος αιφνιδιάζοντάς τον, του ζητούσε, χωρίς μάλιστα να τον ενημερώνει για λογαριασμό ποιας εταιρίας τον καλούσε, - να του επιβεβαιώσει τα γνωστά σ' εκείνον στοιχεία ταυτότητας κ.λ.π., δηλώνοντάς του ότι τα είχε έμπροσθεν του στην "οθόνη" του μαζί με μια ανείσπρακτη οφειλή από δάνειο, προκαλώντας του μεγάλη ψυχική αναστάτωση, θυμό και οργή από το γεγονός ότι τα απόρρητα κατά τον ως άνω νόμο προσωπικά του δεδομένα είχαν ανακοινωθεί και διαρρεύσει χωρίς καμμίαν απολύτως δική του ενημέρωση σε τρίτους.
Οι προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες (από πρόθεση) πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων (διά των προστηθέντων οργάνων τους) προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος και προκάλεσαν σ' αυτόν σημαντική ηθική βλάβη, ενώ τα όργανα των εναγομένων, κατά την επεξεργασία (διαβίβαση, λήψη, καταχώρηση, χρήση) των προσωπικών δεδομένων αυτού, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του, όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της προαναφερόμενης ηθικής βλάβης.
Ενόψει δε του είδους του θιγομένου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων των εναγομένων και τής κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να οριστεί στο ποσό των 5.869,40 ευρώ (2.000.000 δρχ.
το ελάχιστο κατά τον ως άνω νόμο). Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι ενώ όπως προαναφέρθηκε η υπαιτιότητα των εναγομένων τεκμαίρεται οι τελευταίες δεν απέδειξαν ότι ανυπαιτίως αγνοούσαν τα θεμελιωτικά του πταίσματος τους πραγματικά γεγονότα, όπως έπρεπε για να απαλλαγούν από την ευθύνη τους κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.
Τέλος ο ισχυρισμός των εναγομένων περί επιτρεπτής επεξεργασίας των δεδομένων του ενάγοντος χωρίς τη συγκατάθεση του, αλυσιτελώς προβλήθηκε, καθόσον, ο ενάγων θεμελίωνε την παράνομη επεξεργασία σε παράλειψη ενημέρωσης του εκ μέρους αυτών και όχι σε έλλειψη συγκατάθεσης του...".
Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο ότι η δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εισπρακτική εταιρεία ανέλαβε την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης Τράπεζας, που ήταν υπεύθυνη για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος πελάτη της (δανειολήπτη), με έγγραφη σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ τους και ότι στα πλαίσια εκτελέσεως της συμβάσεως αυτής η δεύτερη εναγομένη προέβη στην επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος διά της καταχωρίσεως αυτών στο αρχείο της (ηλεκτρονικό υπολογιστή) για τις ανάγκες εκτελέσεως της συμβάσεως και στη χρήση αυτών διά της τηλεφωνικής οχλήσεως προσωπικά του ενάγοντος προς καταβολή της οφειλής του προς την Τράπεζα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, υπεύθυνη επεξεργασίας είναι μόνο η πρώτη εναγομένη και μη διάδικος στην αναιρετική δίκη Τράπεζα, η οποία συνέλεξε τα προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος και όφειλε να τον ενημερώσει για τους αποδέκτες αυτών, ενώ η χρήση από τη δεύτερη εναγομένη των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, που της διαβίβασε η Τράπεζα, εφόσον έγινε, κατά τις παραδοχές πάντοτε του Εφετείου, σε εκτέλεση της έγγραφης συμβάσεως αναθέσεως που υπογράφηκε μεταξύ αυτής και της Τράπεζας, δεν συνιστά συλλογή δεδομένων για δικές της συναλλαγές ή τις συναλλαγές τρίτου με τον ενάγοντα (υποκείμενο) και "περαιτέρω επεξεργασία" αυτών από τη δεύτερη εναγομένη, που είναι αποδέκτρια και όχι τρίτη (άρθρο 2, στοιχ.
θ' και ι'), αλλά εκτέλεση επεξεργασίας αποκλειστικά για λογαριασμό της υπεύθυνης επεξεργασίας Τράπεζας (άρθρο 2 στοιχ. η' και 10 παρ. 4 ν. 2472/1997), η οποία επεξεργασία, εφόσον δεν έγινε δεκτό ότι παρεξέκλινε από το σκοπό της συμβάσεως και ότι παραβιάσθηκε το απόρρητο και η ασφάλεια των δεδομένων από το χρήστη, δεν προσέδωσε στη δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα την ιδιότητα του "υπεύθυνου επεξεργασίας", ώστε να υπέχει αυτοτελή υποχρέωση να ενημερώσει το υποκείμενο των δεδομένων για την πρόθεση της να επεξεργασθεί τα προσωπικά του δεδομένα, αφού ενέργησε αποκλειστικά ως άμεσος αντιπρόσωπος για λογαριασμό της Τράπεζας, που ήταν υπεύθυνη επεξεργασίας.
Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε ότι και η δεύτερη εναγομένη ήταν υπεύθυνη επεξεργασίας και όφειλε να ενημερώσει τον ενάγοντα για τη χρήση των προσωπικών του δεδομένων, εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στον ουσιαστικό κανόνα του άρθρου 11 ν. 2472/1997, και κατόπιν τούτου οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια τυγχάνουν βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί ως προς αυτήν η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ Ολομ. 25/2001, ΑΠ 448/2005).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί ως προς την αναιρεσείουσα την 2887/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της εφέσεως.
Απορρίπτει την από 3-2-2009 έφεση του Ι. Σ. κατά της 296/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ