1740/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΔιδάγματα κοινής πείρας. Πότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης. Απαράδεκτος ο λόγος που πλήττει την περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου. Η σιωπηρή απόρριψη δεν στοιχειοθετεί τον αναιρετικό λόγο του αρ. 1 του άρθρου 559, ενδεχόμενα του αρ. 8. Η εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων ανέλεγκτη. Το δικαστήριο μπορεί να δώσει μεγαλύτερη αξιοπιστία σε μία κατάθεση. Προϋπόθεση αναιρετικού λόγου αρ.1. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος για παράβαση του 281. αρ. 11 περ. γ. Δεν στοιχειοθετείται γιατί λήφθηκε υπόψη το επικαλούμενο έγγραφο, 8 περ. β. Τι είναι «πράγμα» κατά τη διάταξη αυτή. Οι επικαλούμενες παραδοχές δεν συνιστούν «πράγμα» αλλά αντιλογημένη άρνηση και όχι ένσταση χρησικτησίας αρ. 19. Μόνο τι αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε. Απαράδεκτος ο λόγος γιατί αφορά τη στάθμιση των αποδείξεων και όχι τις αιτιολογίες.
Legislator headnote
AI generated1740/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται πάντως, όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευαν προς έμμισθη απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ή κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004) ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.ΑΠ 9-13/2005).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1740 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Διδάγματα κοινής πείρας. Πότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης. Απαράδεκτος ο λόγος που πλήττει την περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου. Η σιωπηρή απόρριψη δεν στοιχειοθετεί τον αναιρετικό λόγο του αρ. 1 του άρθρου 559, ενδεχόμενα του αρ. 8. Η εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων ανέλεγκτη. Το δικαστήριο μπορεί να δώσει μεγαλύτερη αξιοπιστία σε μία κατάθεση. Προϋπόθεση αναιρετικού λόγου αρ.1. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος για παράβαση του 281. αρ. 11 περ. γ. Δεν στοιχειοθετείται γιατί λήφθηκε υπόψη το επικαλούμενο έγγραφο, 8 περ. β. Τι είναι «πράγμα» κατά τη διάταξη αυτή. Οι επικαλούμενες παραδοχές δεν συνιστούν «πράγμα» αλλά αντιλογημένη άρνηση και όχι ένσταση χρησικτησίας αρ. 19. Μόνο τι αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε. Απαράδεκτος ο λόγος γιατί αφορά τη στάθμιση των αποδείξεων και όχι τις αιτιολογίες.
Αριθμός 1740/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Ε. του Ν., 2) Ε. Ε. του Χ., και 3) Β. Ε. του Χ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Νάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Ε. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πολυζόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/8/2006 διεκδικητική αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 743/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/2/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 7/9/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα (βλ. Ολ.ΑΠ 8/2005, ΕλΔικ. 46,695) και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν.
Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται (ΑΠ 60/2004), ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς. Επομένως ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να βρει την έννοια κανόνα δικαίου (ενδεχομένως και εξειδικεύοντας τις περιεχόμενες στον κανόνα δικαίου αόριστες νομικές έννοιες (ΑΠ 320/2003, ΑΠ 750/2002), ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς (ΑΠ 1373/2002), όπως όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας, επιτρέπαν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας (ΑΠ 750/2003).
Ο λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται πάντως, όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευαν προς έμμισθη απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ή κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004) ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.ΑΠ 9-13/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με την επίκληση του εδάφ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τον πρώτο λόγο - στοιχ. Α πρώτο τμήμα της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, γιατί δέχθηκε τα περιγραφόμενα πραγματικά περιστατικά, επειδή δεν εκτίμησε ορθά το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. .../1986 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Αστερίου Παπαγεωργίου, με το οποίο η δικαιοπάροχος των εναγομένων - αναιρεσειόντων μεταβίβασε στον πρώτο από αυτούς, ολόκληρο το επίδικο οικόπεδο και όχι μόνο το τμήμα που καταλάμβανε η από το 1986 ανεγερθείσα οικία, πράγμα το οποίο δηλώνει ότι η δικαιοπάροχος αυτή νεμόταν με διάνοια κυρίου ολόκληρο το επίδικο οικόπεδο και όχι μόνο τμήμα του και ότι προσέτι δεν εξετίμησε ορθά το βάσει του συμβολαίου αυτού, (που περιείχε και ως προς τα όρια του ακινήτου τη δικαιοπρακτική βούληση της δωρήτριας) εκδοθέν από Ιανουαρίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι.
Χ.. Ότι η προσβαλλομένη απόφαση κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά τα οποία "το τοπογραφικό σκαρίφημα που υποβάλλεται στην Πολεοδομία, είναι συνήθως πρόχειρο, αφού δεν έχει έννομες συνέπειες ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων και εξυπηρετεί τις περισσότερες φορές οικοδομικές σκοπιμότητες και ανάγκες, καθόσον αυτό που ενδιαφέρει την Πολεοδομία είναι μόνο η τήρηση των πολεοδομικών διατάξεων και όχι η ακριβής αναφορά των όμορων ιδιοκτησιών", δεν ερμήνευσε ορθά την υπ' αριθμ.
…/26-4-1988 οικοδομική άδεια και το από Σεπτεμβρίου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Μ.. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος, γιατί πλήττει την περί την εκτίμηση αποδείξεων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, και ιδιαίτερα την εκτίμησή τους ως προς το περιεχόμενο εγγράφων, η οποία κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ενώ εξάλλου πρέπει να λεχθεί ότι η αιτίαση αυτή ούτε ως λόγος από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου ευσταθεί, γιατί αναφέρεται στην αποδεικτική αξιολόγηση των εγγράφων αυτών και όχι σε παραμόρφωση του περιεχομένου τους.
Κατά το δεύτερο μέρος του ο λόγος αυτός είναι επίσης απαράδεκτος γιατί αιτιάται τη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς έμμεση απόδειξη και προς εκτίμηση της αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και όχι για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή στους κανόνες αυτούς των πραγματικών γεγονότων.
Στη συνέχεια με τον ίδιο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και απέρριψε σιωπηρά δύο ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, των οποίων η βασιμότητα προέκυπτε από την παρατιθέμενη κατάθεση της μάρτυρός τους Π. Ν., την οποία ουδόλως έλαβε υπόψη, ενώ στήριξε την κρίση του στην κατάθεση και μόνο του μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου, η οποία επίσης παρατίθεται.
Ο λόγος αυτός κατά το προεκτεθέν μέρος του είναι όσο μεν αφορά την σιωπηρή απόρριψη από την προσβαλλόμενη απόφαση των αναφερομένων ισχυρισμών, μη νόμιμος, καθόσον αντικείμενο της επικαλουμένης διατάξεως του αριθμ. 1 του άρθρου 559 είναι η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Δηλαδή αντικείμενο ελέγχου της διατάξεως αυτής είναι τα όσα εκτίθενται στην απόφαση και όχι εκείνα για τα οποία δεν εκφέρεται κρίση. Ενδεχόμενα τέτοια παράλειψη να συγκροτεί το λόγο αναίρεσης του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Όσον αφορά την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων και την αξιοπιστία τους, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού τούτο ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, όπως τούτο συνάγεται από την καθιερώνουσα την αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔικ (Ολ.ΑΠ 907/2006, ΑΠ 615/2003).
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 4/2005, Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1103/2011).
Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση του διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει να ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, να καθιστά την άσκηση του δικαιώματος μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ήτοι κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.ΑΠ 7/2002, 8/2001, ΑΠ 613/2008, ΑΠ 265/2009, ΑΠ 269/2009, ΑΠ 91/2011, ΑΠ 92/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σε σχέση με την καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, που οι αναιρεσείοντες είχαν προβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν νομίμως στο δευτεροβάθμιο (Ολ.ΑΠ 9/2000, 14-15-16/2005) δέχθηκε, επί λέξει τα εξής: "Τέλος, από τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά ούτε καταχρηστική είναι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, αφού αυτός δεν επέδειξε μακροχρόνια αδράνεια στην άσκηση του δικαιώματος του προστασίας της συγκυριότητας του στο επίδικο.
Κι' αυτό διότι, όπως προεκτέθηκε, μόλις το 1997 οι εναγόμενοι εξεδήλωσαν για πρώτη φορά τις επεκτατικές τους προθέσεις για το επίδικο, στη συνέχεια δε και μέχρι την άσκηση της αγωγής γίνονται μεταξύ των διαδίκων διαπραγματεύσεις προς επίλυση του θέματος, όπως τούτο προέκυψε κατά τα προαναφερθέντα από τις προτάσεις του πρώτου εναγομένου προς τον ενάγοντα, για εξαγορά του μεριδίου του.
Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προδιαληφθείσα ουσιαστική δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στη νομική σκέψη και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.
Ενόψει τούτων, ο περί του αντιθέτου και εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ πρώτος λόγος - στοιχ. Β' της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ΚΠολΔικ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφή και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενου εγγράφου (Ολ.ΑΠ 9/2000, Ολ.ΑΠ 14-15-16/2005 ΕλΔικ. 46, 702).
Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αιτιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Ολ.ΑΠ 2/2008 ΕλΔικ. 49,374, ΑΠ 251/2011 ΝοΒ 59,1618).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου που αυτοί νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη το υπ' αριθμ. .../1996 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Αστ.
Παπαγεωργίου από το οποίο προέκυπτε το ουσία βάσιμο των ισχυρισμών τους περί παραγραφής της αγωγής, περί ιδίας κυριότητας και περί καταχρηστικής ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα την ιδιαίτερη αναφορά στο έγγραφο αυτό και στο περιεχόμενό του, δεν γεννάται καμμία απολύτως αμφιβολία ότι τούτο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος της απόφασης.
Εξάλλου η εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Η άποψη ότι η διαφορετική εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου θα οδηγούσε το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔικ (βλ.
Κ.Καλαβρού Η αναίρεση κατά του ΚΠολΔικ αρ. 453 σελ. 331. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ.β' του ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης). Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ.ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως πραγματικών γεγονότων (Ολ.ΑΠ 3/1997), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων.
Ακόμη "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι κάθε περιστατικό που αφηρημένως λαμβανόμενο οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκουμένου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά τους, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού.
Άλλωστε αν το αντίθετο ήταν ορθό, τότε κανείς ισχυρισμός δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως "πράγμα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και επομένως δεν θα υποχρέωνε το δικαστήριο να τον λάβει υπόψη, αν η βασιμότητά του, δεν ήταν εκ των προτέρων αποδεδειγμένη (ΑΠ 1795/2008, ΑΠ 1015/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη των προταθέντων νομίμως ισχυρισμών τους, των οποίων η βασιμότητα αποδείχθηκε από την κατάθεση της μάρτυρός τους Π. Ν. και οι οποίοι "κατά λήξη" είναι οι εξής "οι κληρονόμοι του Ε.
Ε. μεταξύ των οποίων είναι και ο αντίδικος (ήτοι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος) το 1985 ζήτησαν από τη δικαιοπάροχό τους Β. Ε. (μετά την εκ μέρους της κατεδάφιση της παλαιάς οικίας και την εκπεφρασμένη βούλησή της να ανεγείρει καινούρια) να τους μεταβιβάσει το επίδικο, αναγνωρίζοντες λόγω και έργω την κυριότητά της στο επίδικο, πλην όμως αυτή τους γνωστοποίησε ότι θα το μεταβιβάσει στον ανεψιό της (πρώτο αναιρεσείοντα-εναγόμενο) όπερ και εγένετο.
Επομένως η δικαιοπάροχός τους Β. Ε. γνωστοποίησε στον αντίδικο (ενάγοντα-αναιρεσίβλητο) κατά το έτος 1985 ότι το ακίνητο της ανήκει και το νέμεται δι' ίδιον και αποκλειστικό λογαριασμό, οπότε από της ανωτέρω γνωστοποιήσεως μέχρι και της εγέρσεως της ενδίκου αγωγής παρήλθε διάστημα άνω των είκοσι ετών με αποτέλεσμα οι αναιρεσείοντες να έχουν καταστεί κύριοι με έκτακτη χρησικτησία και η σχετική αξίωση του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου να έχει παραγραφεί σε κάθε περίπτωση από το 2005" "η ως άνω δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Β.
Ε. κατά το έτος 1988 προέβη στην κατασκευή περιφράξεως του επιδίκου με οπλισμένο σκυρόδεμα και κάγκελα, δια της οποίας διαχώριζε σαφώς το επίδικο οικόπεδο από το όμορο οικόπεδο του αντιδίκου (αναιρεσίβλητου-ενάγοντα), που αντιστοιχούσε στο τμήμα της παλαιάς οικίας του 1910, το οποίο είχε μεταβιβασθεί στον Ε.
Ε. και το οποίο ουδέποτε οικοδομήθηκε πλην όμως ο αντίδικος ουδόλως αντέδρασε στην ενέργεια αυτή. Σημειωτέον δε ότι το ως άνω όμορο οικόπεδο εμφανίζεται να συνορεύει με το επίδικο στο ως άνω υπ' αριθμ. .../1996 συμβόλαιο δωρεάς της ανωτέρω δικαιοπαρόχου τους προς τον πρώτο από αυτούς (αναιρεσείοντες-εναγόμενους)".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα", με την αναφερόμενη στη νομική σκέψη έννοια, αλλά αιτιολογημένη άρνηση των θεμελιωτικών της αγωγής περιστατικών και η επ' αυτών απάντηση και η μη στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδοχή τους, εμπεριέχεται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώ σε κάθε περίπτωση η επικληθείσα βασιμότητά τους δεν ήταν προϋπόθεση της υποβολής τους στο δικαστήριο.
Συνιστούν δε οι παραπάνω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων-εναγομένων (καθώς και οι λοιποί ως προς την άσκηση νομής επί του επιδίκου) αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση χρησικτησίας ή κτητικής παραγραφής, καθόσον τα επικληθέντα αυτά περιστατικά, που νόμιμα επανυποβλήθηκαν στο Εφετείο (Ολ.ΑΠ 9/2000) είναι σύγχρονα με τα επικαλούμενα στην αγωγή, ενώ ο χρόνος που μεσολαβεί μετά την αναφερομένη στην αγωγή κατά το έτος 2007 αντιποίηση της νομής από τους εναγομένους-αναιρεσιβλήτους, μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν αρκεί για τη συμπλήρωση χρησικτησίας ή κτητικής παραγραφής (Ολ.ΑΠ 218/2008, ΑΠ 1569/2008, ΑΠ 429/2009).
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια για το ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες που προκύπτουν από το ότι ενώ δέχτηκε τα αναφερόμενα όρια του επιδίκου στο από Σεπτεμβρίου 1985 διάγραμμα που συνέταξε ο μηχανικός Γ. Μ. καθ' υπόδειξη της δικαιοπαρόχου των εναγομένων Β.
Ε. δεν δέχτηκε τα όρια που αναφέρονται στο από Ιανουαρίου 1997 διάγραμμα του μηχανικού Ι. Χ., που συντάχτηκε κατ' εντολή του πρώτου εναγομένου και σύμφωνα με τα όρια που αναφέρονται στο υπ' αριθμ. .../1996 δωρητήριο συμβόλαιο της ίδιας δικαιοπαρόχου προς τον εν λόγω εναγόμενο και ότι προσέτι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται αιτιολογιών αφού δεν αναφέρει γιατί δεν δέχεται τα όρια που αναφέρονται στο παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο το οποίο περιέχει και τη δικαιοπρακτική δήλωση της δωρήτριας περί αποκλειστικής κυρίας ολοκλήρου του επιδίκου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί αναφέρεται σε ελλείψεις που ανάγονται στη στάθμιση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και δεν συνιστούν αιτιολογίες της απόφασης ώστε να επιδέχονται την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ μομφή για ανεπάρκεια. Στην απόφαση εξάλλου μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και ως εκ τούτου η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολόγησης ως προς το γιατί η προσβαλλομένη απόφαση δεν αναφέρει γιατί δέχθηκε ή δεν δέχθηκε τα συγκεκριμένα ή άλλα όρια του επιδίκου, δεν επιδέχεται μομφή από την παραπάνω διάταξη.
Ενόψει τούτων, η κρινόμενη αίτηση, αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔικ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.2.2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 743/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ