1740/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1740/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Χ.. Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά δεν εμφανίσθηκε ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ κατά την παραπάνω συνεδρίαση, ενώ η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του δεύτερου εφεσίβλητου (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1740 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1740/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένη Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. συζύγου Α.-Δ. Β., το γένος Ι. και Ρ. Κ., κατοίκου ..., 2) Π. ή Π. Χ. του Γ.-Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Κουτσοπανάγου και γ) Κ. συζύγου Π. Χ. του γένος Τ. και Λ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κουτσοπανάγου και κατέθεσε προτάσεις και πρόσθετους λόγους.
Των αναιρεσιβλήτων:1) Γ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χρυσάφη, 2) Γ. Χ. του Σ. Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και 3) Ε. συζύγου Σ. Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χρυσάφη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από: α) 30 Ιανουαρίου 2004 αγωγή του ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων και β) με την από 10 Δεκεμβρίου 2004 πρόσθετη παρέμβαση των δεύτερου και τρίτου αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν και συνεκδικάσθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1598/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4779/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή τους και τους από 3 Ιουλίου 2008 πρόσθετους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 128/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 4779/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 427/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Μαρτίου2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 30 Αυγούστου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και των από 14 Ιουνίου 2010 και 13 Απριλίου 2011 πρόσθετων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες υπ' αριθμ. 5744Β/13.6.2010, 5746Β/18.6.2010 και 1345Γ /9.5.2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και την επί 14-6-2010 και επί 13-4-2011 προσθέτων λόγων αυτής επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Γ.
Χ.. Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά δεν εμφανίσθηκε ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ κατά την παραπάνω συνεδρίαση, ενώ η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του δεύτερου εφεσίβλητου (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, 1, 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 5 και 13 του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι, επί οριζοντίου ιδιοκτησίας, ιδρύεται κυρίως μεν (διηρημένη) κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική, αυτοδικαίως κτώμενη, συγκυριότητα, κατ' ανάλογη μερίδα, επί των μερών του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν εις κοινή, υπό πάντων των οροφοκτητών χρήση, όπως αυτά ορίζονται κατ' ενδεικτική απαρίθμηση, στην, εκ των ως άνω διατάξεων, του άρθρου 2 παρ.1 του ν. 3741/1929.
Ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οροφοκτησίας, που συνάγεται και την αυτοδίκαιη συγκυριότητα επ' αυτών των συνιδιοκτητών καθώς και τα επ' αυτών δικαιώματα τούτων γίνεται είτε με την συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία είτε και με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών.
Αν αυτό δεν συμβεί, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτε είτε στην συστατική δικαιοπραξία, είτε στις κατ' ιδίαν συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις πιο πάνω διατάξεις (Ολ. ΑΠ 23/2000). Περαιτέρω, όσον αφορά τη χρήση από τους οροφοκτήτες των κοινοκτήτων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής ως είναι το ακάλυπτο μέρος της οικοδομής, αυλή, στέγη, εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης κλπ, όπως προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις εφόσον δεν υφίσταται κανονισμός ή δεν ορίζεται διαφορετικά σ' αυτόν, καθένας απ' αυτούς (οροφοκτήτες) δικαιούται να κάνει απόλυτη χρήση των μερών αυτών, υπό τον όρο να μην βλάπτει το δικαίωμα των λοιπών συνιδιοκτητών, ούτε να μεταβάλλει τον συνηθισμένο προορισμό των κοινών αυτών πραγμάτων όπως είναι πρόδηλα η μεταβολή της πρασιάς σε χώρο επέκτασης ισογείου καταστήματος με την τοποθέτηση καρεκλών και τραπεζών και περαιτέρω διαμόρφωσης του όλου χώρου της για εξυπηρέτηση των πελατών του.
Μπορεί όμως, με τη συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών η οποία πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση κάποιων κοινοκτήτων μερών της οικοδομής σε ορισμένο ή ορισμένους από τους συνιδιοκτήτες, με αντίστοιχο αποκλεισμό των λοιπών συνιδιοκτητών.
Η σύμπραξη όλων για την κατά τα άνω συμφωνία, με την οποίο περιορίζεται η χρήση κοινοκτήτων από το σύνολο των συνιδιοκτητών, προς όφελος ορισμένων απ' αυτούς είναι αναγκαία, διότι θίγεται το σχετικό δικαίωμα χρήσης των λοιπών, χωρίς όμως να αναιρείται η συγκυριότητα τους επί των κοινοχρήστων αυτών μερών..
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση, επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Τέτοιοι κανόνες είναι και οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Και η μεν πρώτη των άνω διατάξεων του ΑΚ εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δηλώσεως, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μη προσκολλάται στις λέξεις της δηλώσεως, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη διάταξη, εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών, και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο. Περαιτέρω το Δικαστήριο, κατά την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων για τον προσδιορισμό του περιεχομένου των ατελώς ή ασαφώς διατυπωθέντων όρων της σύμβασης λαμβάνει υπόψη και όλα τα συνοδεύοντα τη δήλωση της βουλήσεως πραγματικά περιστατικά, ακόμη δε σε περίπτωση που τηρήθηκε και έγγραφος τύπος και στοιχεία που βρίσκονται έξω από το έγγραφο, καθώς επίσης και μάρτυρες, εφόσον όλα αυτά συντελούν στη διασάφηση της έννοιας του εγγράφου.
Οι κανόνες αυτοί παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο, μολονότι βεβαιώνει ότι η δήλωση είναι σαφής, εν τούτοις δέχεται εμμέσως την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας, ως προς το περιεχόμενο της δηλώσεως και αναζητεί την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων πέρα από τη γραμματική διατύπωση της, καθώς και όταν, παρά την έστω και έμμεση διάγνωση ατέλειας στη διατύπωση της βουλήσεως ή αμφιβολίας για την έννοια της το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες αυτούς και να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η εφαρμογή τους, ακόμη δε και όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, οπότε ο αναιρετικός έλεγχος καταλαμβάνει και την ορθότητα της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικώς με την ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως των μερών, αφού πρόκειται για εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 19 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΚπολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται;
όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικαστικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μη καταλείπονται αμφιβολίες.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών δικάζοντος επί της από 12-7-2005 εφέσεως των ήδη τριών αναιρεσειόντων κατά της υπ' αρ. 1598/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί της από 30-1-2004 αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου (Γ. Τ.) και της από 10-12-2004 πρόσθετης υπέρ του ενάγοντος παρέμβασης των δύο λοιπών αναιρεσιβλήτων (Γ. Χ. και Ε. Β.), κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 657 του ΚΠολΔ, μετ' αναίρεση της προηγουμένης 4779/2006 οριστικής απόφασης του (όπως αυτή διορθώθηκε με την 3037/2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου) με την 128/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και παραπομπή της υπόθεσης για νέα εκδίκαση της από το ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), απέρριψε και πάλι ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ανωτέρω έφεση των ήδη αναιρεσειόντων.
Ειδικότερα το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι από όλες τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν σ' αυτό (ένορκες βεβαιώσεις, φωτογραφίες και λοιπά έγγραφα και τις ένορκες εξετάσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Οι διάδικοι είναι ιδιοκτήτες χωριστών ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων) της πολυώροφης οικοδομής που βρίσκεται στη θέση "..." στο ..., επί της οδού ... αρ. 62 και ειδικότερα ο ενάγων είναι ιδιοκτήτης του υπό στοιχ. Α-3 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου της οικοδομής, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αρ. .../28-2-2001 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Φλώρας Μπλανά-Ζούλια, η πρώτη και δεύτερος των εναγομένων είναι συνιδιοκτήτες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας του ισογείου καταστήματος της οικοδομής, δυνάμει των νομίμων μεταγραφέντων υπ' αρ .../3-5-1984 και .../27-2-1995 συμβολαίων των Συμβολαιογράφων Αθηνών Ελευθερίου Πέγκου και Ελένης Μπαμπλέκου αντίστοιχα, η Τρίτη των εναγομένων είναι ιδιοκτήτρια του κτίσματος του δώματος επί του τρίτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αρ .../3-5-1984 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίου Πέγκου, οι δε προσθέτως υπέρ του ενάγοντος παρεμβαίνοντες είναι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων του δευτέρου ορόφου της οικοδομής και συγκεκριμένα ο μεν Γεώργιος Χονδρογιάννης (δεύτερος των εφεσίβλητων) του υπό στοιχεία Β-3 διαμερίσματος και η Ε.
Β. (Τρίτη των εφεσίβλητων) του υπό στοιχεία Β-1 διαμερίσματος. Η πολυώροφη αυτή οικοδομή αποτελούμενη από ιοόγειο όροφο και τρίτο μετά το ισόγειο όροφο (δώμα), έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας του ως άνω Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίου Πέγκου. Στην πράξη αυτή προβλέπεται το δικαίωμα για τους συμβληθέντες σ' αυτή Α.
και Κ. Γ., συγκύριους του οικοπέδου επί του οποίου η εν λόγω οικοδομή αναγέρθηκε, για περαιτέρω υποδιαίρεση των ορόφων σε διαμερίσματα ή χώρους οριζοντίως ή καθέτως, μετά δε τη μεταβίβαση, λόγω πωλήσεως από τους τελευταίους στο δεύτερο και τρίτη των εναγομένων (συζύγους) όλων των ορόφων της οικοδομής, δυνάμει των προαναφερομένων υπ' αρ .../3-5-1984 και .../3-5-1984 συμβολαίων, οι εναγόμενοι αυτοί προέβησαν στην υποδιαίρεση των Α' και Β' ορόφων της, οικοδομής, σε διαμερίσματα, δυνάμει των νομίμως μεταγραφέντων υπ' αρ .../25-10-1985 και .../12-10-1985 πράξεων συστάσεως καθέτου ιδιοκτησίας επί συνεστημένης οριζοντίου τοιαύτης του ως άνω Συμβολαιογράφου Ελευθερίου Πέγκου.
Όλα δε τα προκύψαντα από την υποδιαίρεση αυτή διαμερίσματα, στη συνέχεια οι τελευταίοι μεταβίβασαν, λόγω πωλήσεως, σε τρίτους, μεταξύ των οποίων και στους δικαιοπαρόχους του ενάγοντα" και του προσθέτως παρεμβαίνοντας Γ. Χ., καθώς και στην προσθέτως παρεμβαίνουσα Ε. Β. Με την ανωτέρω πράξη συστάσεως της οροφοκτησίας (υπ' αρ. .../13-4-1984) και αναφορικά με τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, ορίζεται μόνο ότι το πλατύσκαλο και η κλίμακα ανόδου 9α είναι κοινόχρηστα, χωρίς δηλαδή ορισμό των υπολοίπων κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών αυτής, ενώ περαιτέρω δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ως προς τα μέρη αυτά και τη χρήση τους από τους συνιδιοκτήτες και στις λοιπές ως άνω πράξεις, με τις οποίες έγινε κατά τα προεκτεθέντα, η υποδιαίρεση των δύο ορόφων.
Αναγκαία, λοιπόν, είναι η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως των άνω συμβληθέντων. Από τη φράση αυτή που αναφέρεται στην ως άνω πράξη "κοινόχρηστοι είναι το πλατύσκαλο και η κλίμαξ ανόδου" προσδιορίζεται τι θα είναι τα συγκεκριμένα πράγματα, χωρίς βέβαια να υπάρχει αποκλεισμός-απαγόρευση του να είναι κοινόχρηστα και άλλα μέρη της οικοδομής και δη αυτά που από τη φύση ή κατά τον προορισμό τους εξυπηρετούν τις ανάγκες όλων των συνιδιοκτητών, με την κοινή από αυτούς χρήση (όπως έδαφος, στέγη, αυλή κ.λ.π βλ.
ΑΠ 500/2001 ΝΟΜΟΣ), ενώ ο κανόνας του κοινόχρηστου χαρακτήρα των πραγμάτων αυτών μπορούσε, όπως προαναφέρθηκε, να ανατραπεί μόνο εφόσον τηρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, ήτοι συμβολαιογραφική συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών περί αποκλειστικής χρήσης και μεταγραφή. Έτσι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους περιλαμβάνονται και οι ακάλυπτοι χώροι του οικοπέδου και συγκεκριμένα ο έμπροσθεν της οικοδομής και επί της βόρειας πλευράς αυτής ακάλυπτος χώρος (πρασιά) και ο όπισθεν της οικοδομής και επί της νότιας πλευράς αυτής ακάλυπτος χώρος, καθώς και το δώμα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος, αφότου απέκτησε την κυριότητα του ανωτέρω ισογείου καταστήματος της οικοδομής, χρησιμοποιούσε αυτό για τη λειτουργία επιχείρησης του (καφετέριας - εστιατορίου) και για την εξυπηρέτηση αυτής, τοποθετούσε τραπέζια και καρέκλες στον προαναφερόμενο χώρο της πρασιάς, έμπροσθεν της οικοδομής, ενώ από το έτος 1999 ο ίδιος και η πρώτη εναγομένη, ως συνιδιοκτήτες του καταστήματος αυτού περιέκλεισαν τον εν λόγω χώρο της πρασιάς με κατασκευή που φέρει υαλοπίνακες μετακινούμενους και κεραμοσκεπή, ακολούθως δε συνεκμίσθωσσν αυτόν μαζί με το ισόγειο κατάστημα σε τρίτους (αρχικά στη Χ.
Σ. και στη συνέχεια στους Γ. Μ., Γ. Δ. και Ν. Μ., ως συμμισθωτές), προβαίνοντας έτσι, χωρίς νόμιμο δικαίωμα, στην αποκλειστική χρήση του ανωτέρω κοινόχρηστου χώρου της πρασιάς και παρεμποδίζοντας τους λοιπούς συνιδιοκτήτες στην ελεύθερη χρήση του. Και τούτο γιατί, εν προκειμένω, δεν υπάρχει συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών της οικοδομής, που να έχει καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να έχει μεταγραφεί, η οποία να επιτρέπει την αποκλειστική χρήση του συγκεκριμένου κοινόχρηστου χώρου της πρασιάς στους ανωτέρω εναγόμενους συνιδιοκτήτες, πέραν του ότι η χρησιμοποίηση του για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας του ισογείου καταστήματος, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, συνιστά και ανεπίτρεπτη μεταβολή του προβλεπόμενου προορισμού του χώρου αυτού.
Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι, ενώ σύμφωνα με την οικοδομική άδεια για την ανωτέρω οικοδομή προβλεπόταν η κατασκευή στον όπισθεν αυτής ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου βοηθητικού κτίσματος, σε απόσταση τουλάχιστον δύο μέτρων από τη νότια πλευρά αυτής, που βρίσκεται και η κύρια είσοδος της πολυκατοικίας, ο δεύτερος εναγόμενος κατασκεύασε μετά το έτος 1984 βοηθητικό κτίσμα σε επαφή με την οπίσθια αυτή πλευρά της οικοδομής, το οποίο συνένωσε με τον υπόλοιπο χώρο του ισογείου καταστήματος του έκτοτε δε το κτίσμα αυτό χρησιμοποιείται ως κουζίνα και τουαλέτα του καταστήματος.
Για την κατασκευή του κτίσματος αυτού στη συγκεκριμένη θέση και για την αποκλειστική του χρήση από τους ιδιοκτήτες του καταστήματος δεν υφίσταται και πάλι οποιαδήποτε συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, που να έγινε με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να έχει μεταγραφεί. Περαιτέρω η τρίτη εναγομένη έχει προβεί τουλάχιστον από το έτος 2003 στην κατασκευή δύο ημιυπαίθριων χώρων στο δώμα της οικοδομής και σε προέκταση του κτίσματος αυτού, εμβαδού 26,77 τμ (3,15 μ χ 3.50 μ) εκάστου, τους οποίους έχει καλύψει με κεραμοσκεπή, χρησιμοποιώντας το συνολικό χώρο (μαζί με το κτίσμα), εμβαδού 104,60 τμ ως κατοικία της.
Επιπλέον, η τελευταία τοποθέτηση σιδερένια πόρτα στο τελευταίο σκαλοπάτι της κλίμακας ανόδου από τον δεύτερο στον τρίτο όροφο (δώμα) της οικοδομής αποκλείοντας έτσι την ελεύθερη πρόσβαση των λοιπών συνιδιοκτητών της-οικοδομής στο πέραν του ιδιοκτησίας της κτίσματος (50τμ) τμήμα του δώματος (ταράτσας), το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα είναι κοινόχρηστο και δεν υπάρχει συμφωνία συμβολαιογραφική που να έχει μεταγραφεί, επιτρέπουσα σ' αυτή την αποκλειστική χρήση του, με αντίστοιχο αποκλεισμό των λοιπών συνιδιοκτητών.
Όλες οι προαναφερόμενες ενέργειες των εναγομένων, ανεξαρτήτως του ότι προσκρούουν και σε πολεοδομικές διατάξεις, αφού ορισμένες εκ των ανωτέρω κατασκευών έχουν χαρακτηρισθεί αυθαίρετες και έχει διαταχθεί η κατεδάφιση τους (σχετική η υπ' αριθμ 1/15-5-2003 έκθεση αυτοψίας του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκοπούλου), προσβάλλουν το δικαίωμα των λοιπών συνιδιοκτητών στη χρήση των ανωτέρω κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής. Είναι βέβαιο, ότι οι αδελφοί Α. και Κ. Γ., μόνοι συγκύριοι συμβληθέντες στην υπ' αρ. .../1984 πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, αν ήθελαν κάποια πράγματα να ανήκουν στην αποκλειστική χρήση συγκεκριμένου ιδιοκτήτη, θα το όριζαν ρητά. Αυτοί που εκμεταλλεύονταν για πολλά χρόνια το κατάστημα του ισογείου, έχουν πλήρη γνώση του τί σημαίνει αποκλειστικότητα χρήσης της προ του καταστήματος πρασιάς, καθώς και του βοηθητικού κτίσματος και τί οικονομική αξία είχε αυτό το δικαίωμα. Πουθενά όμως στην άνω πράξη κάνουν τέτοια αναφορά.
Συνεπώς, κατά την αληθή βούληση των αρχικών συγκυριών τούτο το επίδικο κτίσμα, όσο και η πρασιά του καταστήματος ήταν να παραμείνουν κοινόχρηστα για όλους τους συγκύριους. Αυτό ενισχύεται από το γεγονός, ότι ούτε στα μεταβιβαστικά συμβόλαια προς τους Π. Χ. και Κ. συζ. Π. Χ. που απέκτησαν το σύνολο του ακινήτου, γίνεται λόγος ή οποιαδήποτε αναφορά για αποκλειστικότητα χρήσης πράγματος, είτε για την απόκτηση του καταστήματος, είτε του δώματος.
Αλλά ούτε οι πιο πάνω σύζυγοι ιδιοκτήτες, που μέχρι τότε ήταν αποκλειστικοί κύριοι και (αν πράγματι ήθελαν) είχαν το κυριαρχικό δικαίωμα, κάνουν λόγο για αποκλειστικότητα χρήσης πράγματος κατά τις νέες συστάσεις οριζοντίων ιδιοκτησιών των επί μέρους ορόφων ή κατά τις μεταβιβάσεις των αντίστοιχων διαμερισμάτων.
Μετά όμως την απόκτηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων στα ανωτέρω και από τους λοιπούς (Γ. Χ., Γ. Τ. και Ε. Β.) απαιτείτο, και αυτών η συμφωνία, για το χαρακτηρισμό των πραγμάτων τούτων, ως αποκλειστικής χρήσης. Δεν μπορεί δε να κατοχυρώσει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης το ότι σε συμβόλαια μεταγενέστερα της απόκτησης συγκυριότητας από τους άνω (πχ στα .../1987, .../1957, .../1995), γίνεται λόγος για αποκλειστική χρήση των προ του καταστήματος χώρου (πρασιά) ή του βοηθητικού κτίσματος.
Τουναντίον, κατά τη σύσταση μερικότερων οριζοντίων ιδιοκτησιών με τα υπ' αρ. .../1985 και .../1985 συμβόλαια του Συμβολαιογράφου Ελευθερίου Πέγκου, αναφέρουν ως όρια των νέων διαμερισμάτων ακάλυπτο ή κοινόχρηστο χώρο. Το αυτό αναφέρεται στο υπ' αρ .../1986 συμβόλαιο αγοράς του Α2 διαμερίσματος, ήτοι ως αρκτικό όριο κοινόχρηστος χώρος, καθώς και για το Β-2 διαμέρισμα, με όρια βόρεια ακάλυπτο, μεσημβρινά-ανατολικά με ακάλυπτο χώρο.
Δηλαδή, πέραν του πλατύσκαλου και της κλίμακας στην άνω οικοδομή δεν αποκλείστηκαν άλλοι χώροι από την έννοια των κοινοχρήστων, αλλά και δεν αποφασίστηκαν χώροι αποκλειστικής χρήσης. Αλλά και αν ήθελε υποτεθεί, γεγονός που δεν αποδείχθηκε, ότι το παλαιό βοηθητικό κτίσμα δεν είχε κοινόχρηστο χαρακτήρα, τα νεότερα κτίσματα που κτίστηκαν σε επαφή με το κατάστημα, ανεξάρτητα αν είναι νόμιμα ή όχι, δεν μπορεί να έχουν χαρακτήρα αποκλειστικής χρήσης, αφού κτίστηκαν σε κοινόχρηστο και κοινόκτητο οικόπεδο και δεν υπήρξε συμφωνία συμβολαιογραφική, με μεταγραφή όλων των συγκυρίων.
Το ότι η συνένωση βοηθητικού κτίσματος και καταστήματος έγινε μεταγενέστερα αποδεικνύεται τόσο από τη συστατική πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας, όσο και από το συμβόλαιο πώλησης του καταστήματος στον Π. Χ., όπου αναγράφεται ως εμβαδόν αυτού 167,70 τμ και όχι 200 τμ, όπως αναφέρουν τώρα οι εκκαλούντες.
Συνεπώς οι επίδικοι χώροι με βάση τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, αλλά και της ερμηνείας των κενών αυτής ως προς την αληθή βούληση των τότε συνιδιοκτητών (αρ. 173, 200 ΑΚ) είναι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι". Στη συνέχεια απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και καταδίκασε τους εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις του νόμου 3741/1929 και αυτές των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ που εφάρμοσε για τη συμπλήρωση κενού συμβάσεως (συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας) και διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα που είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι για τους λοιπούς, πλην του πλατύσκαλου και της κλίμακας ανόδου, κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της επί της ... (...) αρ. 62 στη θέση "..." στο ... ανεγερμένης πολυώροφης οικοδομής δεν υπήρξε ποτέ και δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών της εν λόγω οικοδομής για τη χρήση αυτών.
Από το έτος 1984 και εντεύθεν, χωρίς να υπάρχει έγγραφη (συμβολαιογραφική) συμφωνία, νόμιμα μεταγραμμένη, μεταξύ των τότε συγκυρίων της ανωτέρω οικοδομής χρησιμοποιείτο αρχικά από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες του ισογείου καταστήματος της ανωτέρω οικοδομής και αργότερα από τους εκάστοτε μισθωτές αυτού ο έμπροσθεν της οικοδομής και επί της βόρειας πλευράς αυτής ακάλυπτος χώρος (πρασιά) και ο όπισθεν της οικοδομής και επί της νότιας πλευράς αυτής ακάλυπτος χώρος, χωρίς να προβάλλεται κάποια αντίρρηση από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες.
Από τους δυο αναφερόμενους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, στην μεν πρασιά τοποθετούσαν τραπέζια και καρέκλες για χρήση των πελατών της καφετέριας - εστιατορίου, στο δε όπισθεν χώρο του ισογείου καταστήματος κατασκεύασε ο πρώτος αναιρεσείων μετά το έτος 1984 βοηθητικό κτίσμα σε επαφή με την οπίσθια πλευρά της οικοδομής το οποίο συνένωσε με τον υπόλοιπο χώρο του ισογείου καταστήματος του έκτοτε δε το κτίσμα αυτό χρησιμοποιούταν ως κουζίνα και τουαλέτες του καταστήματος.
Περαιτέρω το ίδιο ως άνω δικαστήριο δέχθηκε ότι η τρίτη εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσείουσα αυθαίρετα ενεργώντας, δηλονότι χωρίς τη συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών της αυτής οικοδομής και κατά παράβαση των σχετικών πολεοδομικών διατάξεων έχει προβεί τουλάχιστον από το έτος 2003 στην κατασκευή δυο ημιυπαίθριων χώρων στο δώμα της οικοδομής (ιδιοκτησίας αυτής) και σε προέκταση του κτίσματος αυτού, εμβαδού 26,77 τ.μ. (3,15μ χ 8,50μ) εκάστου, τους οποίους έχει καλύψει με κεραμοσκεπή, χρησιμοποιώντας το συνολικό χώρο (μαζί με το κτίσμα), εμβαδού 104,60 τ.μ της κατοικίας της. Επιπλέον δε η τελευταία τοποθέτησε σιδερένια πόρτα στο τελευταίο σκαλοπάτι της κλίμακας ανόδου από το δεύτερο στον τρίτο όροφο (δώμα) της οικοδομής, αποκλείοντας έτσι την ελεύθερη πρόσβαση των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής στο πέραν της ιδιοκτησίας του κτίσματος (50 τμ) τμήμα του δώματος (ταράτσας), το οποίο είναι κοινόκτητος -κοινόχρηστος χώρος.
Δηλονότι με τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου Αθηνών ως προς τη βούληση των συνιδιοκτητών της ανωτέρω οικοδομής για τη χρήση των λοιπών κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών αυτής, πλην του πλατύσκαλου και της σκάλας ανόδου, απ' όλους τους συνιδιοκτήτες ανεξαρτήτων οριζοντίων ιδιοκτησιών, ανεξαρτήτως θέσης και μεγέθους τους, οι οποίες δεν υπόκεινται, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα τους στον αναιρετικό έλεγχο, το ίδιο (Εφετείο) δεν παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, η εφαρμογή των οποίων ήταν δεσμευτική γι' αυτό με τη 128/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 580 παρ.4 του ΚΠολΔ), αναζητώντας την αληθινή βούληση όλων των συνιδιοκτητών της προαναφερόμενης τριώροφης οικοδομής ως προς τη χρήση των λοιπών, πλην του πλατύσκαλου και της κλίμακας ανόδου, κοινοχρήστων και κοινόκτητων χώρων αυτής και ιδιαίτερα των ευρισκομένων στο ισόγειο και στο δώμα αυτής, πέρα των σ' αυτά νόμιμα ανεγερμένων κτισμάτων, με βάση όλα τα πραγματικά γεγονότα που συνόδευαν τη δήλωση της βούλησης των εκάστοτε συνιδιοκτητών αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών (αρχικών και διαδοχικά προστιθεμένων με την αγορά διαμερισμάτων, όπως είναι και οι τρεις αναιρεσίβλητοι) και με την προσφυγή στα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες και έγγραφα, ανεξάρτητα αν αυτά πληρούσαν ή μη τους όρους του νόμου (αρ. 650 παρ.1 εδ.
α ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 559 αριθ 1, και 19 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος του αναιρετηρίου και αμφότεροι από 14-6-2010 σχετικοί πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση".
Σκοπός της καθιερώσεως του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως είναι η αποφυγή από το δικαστήριο της παραπομπής λύσεως που δεν έδωσε ο Άρειος Πάγος ως ακυρωτικό και τούτο για την ασφάλεια του δικαίου, αφορά δε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με την αναιρετική απόφαση, δηλαδή η παράλειψη αυτή μπορεί να αφορά ζήτημα δικονομικό ή ουσιαστικό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ' αριθμ. 128/2009 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, μετά τη διαπίστωση ότι το τελευταίο, αν και υπήρχε κενό στη πράξη οροφοκτησίας ως προς τη χρήση των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων της τριώροφης οικοδομής της κειμένης επί της οδού ... (Α. Μ.) 62 στο ..., πλην του πλατύσκαλου και της κλίμακος ανόδου, δεν προσέφυγε για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Σε αυτό όμως, όπως αναμφίβολα προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, συμμορφώθηκε το Εφετείο, καταλήγοντας στο ίδιο συμπέρασμα όπως είχε καταλήξει και με την προηγούμενη υπ' αριθμ. 5779/2006 απόφασή του, δηλονότι την απόρριψη της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αρ. 1598/2005 οριστικής απόφασης με την οποία είχαν γίνει δεκτές η αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου και πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτού του δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε με την υπ' αριθμ. 128/2009 αναιρετική απόφαση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα δε νοούνται, εκτός των λοιπών, τα περιστατικά που προτείνονται από το διάδικο για να βρεθεί η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στην κρίση του για τη χρήση των επίδικων κοινόκτητων-κοινόχρηστων χώρων το προβληθέν από τους αναιρεσείοντες περιστατικό της από το έτος 1978 έως το Νοέμβριο του 2003 της αποκλειστικής χρήσης των τριών επιδίκων κοινόκτητων-κοινόχρηστων χώρων (πρασιάς, κτίσματα όπισθεν του ισογείου καταστήματος και ταράτσας του δώματος) απ' αυτούς "υπό τα όμματα των αντιδίκων τους και των δικαιοπαρόχων τους" χωρίς όμως να δεχθεί το Εφετείο ότι το περιστατικό αυτό κωλύει το αντίστοιχο δικαίωμα των αναιρεσίβλητων ούτε ότι καθιστά την άσκηση αυτού από τους τελευταίους καταχρηστική.
Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος όμως αυτός είναι απαράδεκτος όταν προτείνεται από κάποιο διάδικο της διαφοράς που επιδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 657 του ΚΠολΔ, κατά την οποία δεν διατάσσονται αποδείξεις με ξεχωριστή απόφαση εκτός αν υπάρχει ανάγκη να γίνει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη και οι διάδικοι έχουν υποχρέωση έως το τέλος της συζήτησης (είτε τη πρωτοβάθμιας είτε της δευτεροβάθμιας δίκης) να προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα (άρθρα 641 παρ. 1 και 654 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Επομένως ο εκ του ως άνω άρθρου προτεινόμενος με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί δεν διατάχθηκε από το δικαστήριο απόδειξη για την ερμηνεία της ουσιαστικής της οροφοκτησίας συμβάσεως κατ' άρθρο 200 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται κατά της οριστικής απόφασης αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά απ' εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Παραμόρφωση υπάρχει δε όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και όχι λάθος κατά την αξιολόγηση του, δηλαδή κάνει ελλιπή ή εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, εξαιτίας της οποίας το δικαστήριο της ουσίας καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία γεγονότος.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, λόγω της ασάφειας του περιεχομένου του εγγράφου, ερμηνεύει τη διατυπωθείσα σ' αυτό δικαιοπραξία κατά τρίτο διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο επικαλούμενος την παραμόρφωση του εγγράφου διάδικος και σε περίπτωση προβολής τέτοιου λόγου αναιρέσεως αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επομένως ο από του ως άνω αριθμ του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως με την αιτίαση της συμπληρώσεως από το Εφετείο του ως του κενού της δικαιοπραξίας (της βουλήσεως των συμβαλλομένων συνιδιοκτητών στην ίδια οικοδομή) ως προς τη χρήση των κοινόκτητων και κοινόχρηστων, πλην του πλατύσκαλου και της κλίμακος ανόδου, της επί της οδού ... (Α.
Μ. ) αρ. 62 στο ... ανηγερμένης οικοδομής, κατά τρίτο διαφορετικό από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι την παραμόρφωση ως προς το σημείο αυτό της υπ' αριθμ. .../13.4.1984 πράξης συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθέριου Πέγκου, νομίμως μεταγραφείσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με την προεκτιθέμενη σχετική σκέψη.
Περαιτέρω και όσον αφορά τους από 13-4-2011 δυο πρόσθετους λόγους αναιρέσεως των αναιρεσειόντων κατά της αυτής απόφασης λεκτέα τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 15 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστικά απόφαση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του εδαφίου α' του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, θ! αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν μετά τη δημοσίευση τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε. Κατά δε το εδάφιο β' τη ίδιας διάταξης, όσες αποφάσεις δεν κρίνουν οριστικά, μπορούν είτε και αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάδιο της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο από την πρώτη από αυτές (αρ. 15 του άρθρου 559) προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης αποτελεί κύρωση του ως άνω α' εδαφίου της δεύτερης επί της εν λόγω διατάξεως (άρθρου 309) και προϋποθέτει: α)ότι η ανακαλούμενη απόφαση είναι οριστική και β)ότι και οι δυο αποφάσεις (ανακαλούσα και ανακαλούμενη) είναι του ίδιου δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών δίκασε, κατά παραπομπή σ' αυτό με τη 128/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 1598/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 του ΚΠολΔ, την οποία προηγουμένως είχε απορρίψει με τη 5779/2006 απόφαση του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη (δεχόμενο κατ' ουσίαν ως αβάσιμα τα πραγματικά περιστατικά που είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς το δικαίωμα της χρήσης όλων την κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων της επί της οδού ... (...) αρ. 62 στο ...
κειμένης τριώροφης οικοδομής απ' όλους τους συνιδιοκτήτες της οικοδομής αυτής, που παρεμπόδιζαν οι εναγόμενοι -εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες, κατά τα εκτιθέμενα στις αποφάσεις των δικαστηρίων της ουσίας. Από την επισκόπηση της αναιρεθείσας 5779/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκείνο δέχθηκε πως υπήρχε έγγραφη συμφωνία μεταξύ των συνιδιοκτητών της ανωτέρω οικοδομής μόνο για τη χρήση απ' όλους τους συνιδιοκτήτες του πλατύσκαλου και της σκάλας ανόδου και όχι για τους λοιπούς κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, όπως είναι οι προπεριγραφόμενοι τρεις επίδικοι (δυο στο ισόγειο και ένας στο δώμα) και ότι για τους τελευταίους έπρεπε να εφαρμοσθεί ο ν. 3741/29, που ορίζει το κοινόχρηστο αυτών, το ίδιο ως άνω δικαστήριο, δεσμευόμενο πλέον από την 128/2009 αναιρετική απόφαση, δέχθηκε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τον προσδιορισμό της αληθινής βούλησης όλων των συνιδιοκτητών ως αποκλειστική χρήση από μερικούς των συνιδιοκτητών ή τη χρήση απ' όλους τους συνιδιοκτήτες των ως άνω τριών (3) χώρων, εκτός του πλατύσκαλου και της σκάλας ανόδου, ότι αυτοί είναι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι ενόψει του ότι δεν υπήρξε και δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών περιβλημένη το συμβολαιονραφικό τύπο και να είναι μεταγραφημένη και ότι η αποκλειστική χρήση τους από τους εκκαλούντες σε βάρος των εφεσίβλητων είναι παράνομη, παρότι η τοιαύτη χρήση διήρκησε για πολλά χρόνια, χωρίς όμως να επιφέρει την κατάλυση του αντίστοιχου δικαιώματος του ενάγοντος και των δυο υπ' αυτού προσθέτως παρεμβάντων και ήδη τριών αναιρεσιβλήτων.
Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο Αθηνών με τη δεύτερη (427/2010) απόφαση του δεν ανεκάλεσε τη προηγούμενη (5779/2006) απόφαση του, η οποία άλλωστε αναιρέθηκε καθ' ολοκληρία από την 128/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αλλά κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα, με διαφορετική αιτιολογία, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε δέσμευση από τις παραδοχές της 5779/2006 απόφασης του, και ειδικότερα ως προς την κρίση περί των επιδίκων τριών χώρων ως κοινοκτήτων και κοινοχρήστων, για τη χρήση των οποίων δεν υπήρχε οιαδήποτε έγκυρη και δεσμευτική για όλους τους συνιδιοκτήτες της ίδιας οικοδομής.
Επόμενως ο ως άνω πρόσθετος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο λόγος όμως είναι αόριστος αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί δεδικασμένου ισχυρισμός είχε προταθεί και μάλιστα νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας του ο εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ δεύτερος των από 13-4-2011 προσθέτων λόγων αναιρέσεως, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε στο Εφετείο. Κατ' ακολουθίαν των προεκτιθεμένων είναι απορριπτέοι όλοι οι λόγοι αναιρέσεως και οι από 14-6-2010 και 13-4-2011 πρόσθετοι λόγοι αυτής και συνακόλουθα είναι απορριπτέα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Τέλος, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους(άρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-3-2007 αίτηση και τους από 14-6-2010 και 13-4-2011 πρόσθετους λόγους αυτής των: 1. Ε. συζύγου Α.-Δ. Β., το γένος Ι. Κ., 2. Π. ή Π. Χ. του Γ.-Κ. και 3. Κ. συζύγου Π. Χ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 427/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ